Δημοσιευμένο στη στήλη μου «CyberView» στις 05.01.2000

Δεν είναι λίγες φορές που, από αυτήν εδώ τη στήλη, αλλά και από τα κείμενα μου στο περιοδικό 4ΤΡΟΧΟΙ και στις εφημερίδες που είχα την τύχη να εργαστώ, αναφέρομαι στα έργα και στις ημέρες των «άλλων Ελλήνων» με αποτέλεσμα, να δέχομαι τις επιθέσεις κάποιων που θεωρούν ότι θίγονται

«Τι είναι αυτό που κάνει κάποιους να ξεχωρίζουν απ’ τους άλλους» λένε. Μια-δυο φορές μάλιστα χρησιμοποίησαν την «εξυπναδίστικη» ειρωνεία του «ποιος είσαι εσύ ρε που μας πεις…» κλπ, κλπ.

Στην επαγγελματική μου ζωή έμαθα να μη σηκώνω ποτέ το δάχτυλο στον αναγνώστη. Να πω τη γνώμη μου, να επισημάνω ένα γεγονός, να χρησιμοποιήσω ένα παράδειγμα για να πω ότι, ίσως, έτσι πρέπει να είναι τα πράγματα ναι, το έχω κάνει πολλές φορές μια και πιστεύω ότι αυτή είναι η αποστολή του δημοσιογράφου

Βλέποντας τη ταινία του Κώστα Καπάκα «Peppermint» σκέφθηκα πως, όχι μόνο υπάρχουν «άλλοι Έλληνες», αλλά  είναι πλέον τόσοι πολλοί ώστε  να αισθάνομαι πως πράγματι κάτι έχει αρχίσει ν’ αλλάζει στην Ελλάδα. Η δουλειά του διακρίνεται από ευαισθησία, ευγένεια, σεβασμό στην ιστορία και στους ανθρώπους και μία επαγγελματική επάρκεια που κάνει πολλά βαρύγδουπα ονόματα του ελληνικού (και ευρωπαϊκού) κινηματογράφου να «κοκκινίσουν» απ’ το …κακό τους

Το Peppermint  είναι ένα αληθινό ποίημα χωρίς όμως συναισθηματικές υπερβολές, χωρίς το θορυβώδες «χιούμορ» άλλων ελληνικών ταινιών που είδα πρόσφατα (π.χ. Safe Sex), και το κυριότερο χωρίς τους αργόσυρτους, «εγκεφαλικούς» ρυθμούς ορισμένων ταινιών του Θ. Αγγελόπουλου

Βέβαια, σαν γνήσιο παιδί της δεκαετίας του 60 είχα περισσότερους από ένα λόγους να «δεθώ» με την ταινία του Καπάκα. Το γεγονός και μόνο ότι ο μικρός Καρούζος πέρασε τα παιδικά του χρόνια φτιάχνοντας μοντέλα αεροπλάνων και αερόστατα θερμού αέρα ήταν αρκετό για να γίνω …λιώμα, αλλά η ταινία δεν μου άρεσε μόνο γι’ αυτό. Το Peppermint με συγκίνησε γιατί αναπαράστησε πιστά μία εποχή που τα παιδιά είχαν ακόμα ενδιαφέροντα, που ερευνούσαν και έψαχναν και, το κυριότερο, χρησιμοποιούσαν τα χέρια τους για να φτιάξουν πράγματα. Θα μπορούσα να γράψω ένα ολόκληρο βιβλίο γι’ αυτή την εποχή, αλλά για τις ανάγκες αυτού του σύντομου σημειώματος, περιορίζομαι σε μία προτροπή; δείτε τη ταινία. Αν είσαστε από 45 και πάνω θα γελάσετε, θα δακρύσετε, θα θυμηθείτε, θα νοσταλγήσετε, θα ταξιδέψετε στα χρόνια της αθωότητας. Αν είσαστε μέχρι 20 θα δείτε πως μεγάλωσαν, αγάπησαν, μορφώθηκαν και, γιατί όχι έφυγαν απ’ τη ζωή οι παλιοί. Να είσαι καλά Κώστα Καπάκα και να αισθάνεσαι περήφανος για τη δουλειά σου που είναι, όπως είπα και στην αρχή, δουλειά ενός «άλλου Έλληνα»._Κ.Κ.

Peppermint (Cyber View 05-01-2000)

Δεν είναι λίγες οι φορές που, από αυτήν εδώ τη στήλη, αλλά και από τα κείμενα μου στο περιοδικό 4ΤΡΟΧΟΙ και στις εφημερίδες που είχα την τύχη να εργαστώ, αναφέρομαι στα έργα και στις ημέρες των «άλλων Ελλήνων» με αποτέλεσμα, να δέχομαι τις επιθέσεις κάποιων που θεωρούν ότι θίγονται από την αναφορά μου. «Τι είναι αυτό που κάνει κάποιους να ξεχωρίζουν απ’ τους άλλους» λένε. Μια-δυο φορές μάλιστα χρησιμοποίησαν την γνωστή «εξυπναδίστικη» ειρωνεία του «ποιος είσαι εσύ ρε που μας πεις…» κλπ, κλπ. Στην επαγγελματική μου ζωή έμαθα να μη σηκώνω ποτέ το δάχτυλο στον αναγνώστη. Να πω τη γνώμη μου, να επισημάνω ένα γεγονός, να χρησιμοποιήσω ένα παράδειγμα για να πω ότι, ίσως, έτσι πρέπει να είναι τα πράγματα ναι, το έχω κάνει πολλές φορές μια και πιστεύω ότι αυτή είναι η αποστολή του δημοσιογράφου. Βλέποντας τη ταινία του Κώστα Καπάκα Peppermint σκέφθηκα πως, όχι μόνο υπάρχουν «άλλοι Έλληνες», αλλά είναι πλέον τόσοι πολλοί ώστε να αισθάνομαι πως πράγματι κάτι έχει αρχίσει ν’ αλλάζει στην Ελλάδα. Η δουλειά του διακρίνεται από ευαισθησία, ευγένεια, σεβασμό στην ιστορία και στους ανθρώπους και μία επαγγελματική επάρκεια που κάνει πολλά βαρύγδουπα ονόματα του ελληνικού (και ευρωπαϊκού) κινηματογράφου να «κοκκινίσουν» απ’ το …κακό τους. Το Peppermint είναι ένα αληθινό ποίημα χωρίς όμως συναισθηματικές υπερβολές, χωρίς το θορυβώδες «χιούμορ» άλλων ελληνικών ταινιών που είδα πρόσφατα (π.χ. Safe sex), και το κυριότερο χωρίς τους αργόσυρτους, δήθεν «εγκεφαλικούς» ρυθμούς ορισμένων ταινιών του Θ. Αγγελόπουλου. Βέβαια, σαν γνήσιο παιδί της δεκαετίας του 60 είχα περισσότερους από ένα λόγους να «δεθώ» με την ταινία του Καπάκα. Το γεγονός και μόνο ότι ο μικρός Καρούζος πέρασε τα παιδικά του χρόνια φτιάχνοντας μοντέλα αεροπλάνων και αερόστατα θερμού αέρα ήταν αρκετό για να γίνω …λιώμα, αλλά η ταινία δεν μου άρεσε μόνο γι’ αυτό. Το Peppermint με συγκίνησε γιατί αναπαράστησε πιστά μία εποχή που τα παιδιά είχαν ακόμα ενδιαφέροντα, που ερευνούσαν και έψαχναν και, το κυριότερο, χρησιμοποιούσαν τα χέρια τους για να φτιάξουν πράγματα. Θα μπορούσα να γράψω ένα ολόκληρο βιβλίο γι’ αυτή την εποχή, αλλά για τις ανάγκες αυτού του σύντομου σημειώματος, περιορίζομαι σε μία προτροπή; δείτε τη ταινία. Αν είσαστε από 45 και πάνω θα γελάσετε, θα δακρύσετε, θα θυμηθείτε, θα νοσταλγήσετε, θα ταξιδέψετε στα χρόνια της αθωότητας. Αν είσαστε μέχρι 20 θα δείτε πως μεγάλωσαν, αγάπησαν, μορφώθηκαν και, γιατί όχι έφυγαν απ’ τη ζωή οι παλιοί. Να είσαι καλά Κώστα Καπάκα και να αισθάνεσαι περήφανος για τη δουλειά σου που είναι, όπως είπα και στην αρχή, δουλειά ενός «άλλου Έλληνα»._Κ.Κ.

  Διαβάστε τη συνέχεια »

(σ.σ. Το σχόλιο ΔΕΝ δεν συνδέεται με το άρθρο του Σ.Κ το οποίο αναδημοσιεύω γιατί δεν μπορώ να αντισταθώ στην λογική τουνα βλέπουμε όλες τις πλευρές. Απλώς θέλω να υπενθυμίσω ότι, ορισμένοι (λίγοι) δημοσιογράφοι έχουν την ικανότητα  να «βλέπουν» την πραγματικότητα πολύ νωρίς. Για να το αποδείξω υπενθυμίζω το ερώτημα που έθεσα, χωρίς να πάρω απάντηση, πριν τις τελευταίες εκλογές.

Το επαναλαμβάνω: «Ποιός/οι είναι ο/οι κουμπάρος/οι στον «γάμο» ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ; «Απάντηση δεν πήρα ούτε από τον «λαμπερό» δημοσιογράφο που προαλοίφεται(;) για την θέση του νέου σουπερ-μιντιάρχη.

Μπορεί, οι εξελίξεις να σας κάνουν να θέσετε πάλι (στον εαυτό σας) το ερώτημα  ιδιαίτερα αν, η κυβέρνηση που θα προκύψει από τις εκλογές της 20ης Σεπτεμβριου εφαρμόσει το «Σχέδιο Σόϊμπλε»._Κ.Κ

Πηγή: Η Καλύβα ψηλά στο βουνό

Το μαρτύριο του Τσίπρα (αν ήταν κανονικός άνθρωπος)

Καθώς η κλωστή πλησιάζει στο τέλος της ανέμης, τελειώνει και το παραμύθι. Και, όσο πιο μεγάλος είναι ο παραμυθάς τόσο πιο δύσκολο να πει το τέλος αφού είναι και το δικό του!

Στις βιβλιοθήκες που, με τόση επιμέλεια και αγάπη έφτιαξα πριν 30 χρόνια, τακτικά τοποθετημένοι οι φάκελοι που περιέχουν φωτογραφίες, κείμενα, περιοδικά, αποκόμματα εφημερίδων το καθ’ ένα, ελαφρά κιτρινισμένο πια, να περιγράφει ένα μικρό ή μεγάλο γεγονός. Παλαιούς αγώνες Ράλλυ, Γκραν Πρι, αναβάσεις, αγώνες ταχύτητας, όλα όσα μ’ έκαναν να λειτουργώ, προσπαθώ και, γιατί όχι, δημιουργώ

Αραιά και που ανοίγω κάποιον. Φωτογραφίες από παλιά Ακρόπολις, απ’ το όμορφο σπίτι στη βίνα στη Σκύρο, που εδώ και δεκαετίες ανήκει σε άλλον, τα άλλα που έζησα με την Σοφία, κοντά μισό αιώνα μαζί, με τα πάνω και τα κάτω. Άλλες απ’ το σπίτι στην Άνω Βούλα (πουλήθηκε) και, φωτογραφίες με παλαιούς φίλους και γνωστούς από γιορτές Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς και γενεθλίων ότι, οι άνθρωποι φυλάνε σε φακέλους πιστεύοντας, όπως …εγώ πως θα ζήσουν για πάντα

popeye3

Και απ’ τις Τεχνικές Εκδόσεις!

Εκεί να δεις. Απ’ το 1970 ως το 2006 που η εταιρία που φτιάξαμε πουλήθηκε, σταμάτησε να «χτυπάει» στο ρυθμό της δικής μας καρδιάς και μαζί της σταμάτησε η ζωή μου/μας

Τα πρώρα γραφεία στην Καλλιρρόης & Βούρβαχη, μετά στην Καλλιρρόης, απέναντι απ’ το Κολυμβητήριο, το 1973 στην Αθανασίου Διάκου, στα πρώτα «δικά μας» γραφεία στην οδό Γοργίου 6 στο Μετς, που χτίστηκαν στο οικόπεδο που έστεκε το σπίτι του πάπου και της γιαγιάς. Κι’ απ’ εκεί σε νοικιασμένα στην οδό Πραξιτέλους στην Αμφιθέα και μετά στο μεγάλο, πάλι δικό μας κτίριο στην Ηλιουπόλεως 2-4, πίσω απ’ την Γυμναστική Ακαδημία στον Υμηττό. Όλα, φτιαγμένα με «ίδια κεφάλαια» και μηδέν δάνεια από τα αρπακτικά των τραπεζών και τους, κάθε λογής και (σκατό)φατσας οικονομικούς δολοφόνους

kavathas178_resize

Mercedes Benz C111, Hockenheim, sometime in the 70’s

Όχι μόνο κτίρια αλλά και άνθρωποι, οι δεκάδες μπορεί κι’ εκατοντάδες που εργάστηκαν, που ξεκίνησαν τις δημοσιογραφικές και, όταν με το καλό έφυγαν απ’ την εταιρία, τις εκδοτικές τους καριέρες

Εξώφυλλα, ξενύχτια, λινοτυπίες, φωτοσυνθέσεις, DTP, μοντάζ, έλεγχοι, λάθη σοαβρά και αστεία όπως ο τίτλος «Τα Υπέρ και τα (Σ)Κατά» που κάνεις μας δεν πρόσεξε κι’ αναγκαστήκαμε να τυπώσουμε πάλι το εξώφυλλο

Και περιοδικά!

Θεέ μου πόσοι τίτλοι! Πρώτα οι «4ΤΡΟΧΟΙ», μετά το «ΗΧΟΣ & Hi-Fi», το «ΠΤΗΣΗ & Διάστημα», το «Ταξιδεύοντας’, το «Σκάφος & Θάλασσα», το «Ηλεκτρονικός Υπολογιστής», το «RAM» και άλλα που, αν κάποιος νέος θέλει να δει δεν έχει παρά να κάνει «κλικ» στις ενότητες που παρουσιάζονται στην «1η σελίδα» του ιστολογίου, στο blog roll και αλλού. Αλλά, και στον Γούγλη. Αν βάλετε για παράδειγμα τη λέξη «ΓΕΥΣΗ» θα δείτε το πρώτο περιοδικό για την κουζίνα και την μαγειρική στη Ελλάδα που κυκλοφόρησε 5 χρόνια πριν η Ελλάδα αρχίσει να μαγειρεύει με μανία σε εφημερίδες, περιοδικά και τηλεοράσεις

Και, δεν παύει να μου κάνει εντύπωση η αδιαφορία, η «μούγγα» που επιδεικνύουν οι δεκάδες μάγειρες, «σεφ» και, το κακό συναπάντημα που ξεκίνησαν απ’ το περιοδικό και αντέγραψαν, ξεπατίκωσαν, σκύλεψαν την ιδέα και, βέβαια, τον τίτλο. Ας είναι καλά όλοι δεν είναι οι μόνοι. Μόλις πρόσφατα κάπου διάβασα ότι, το ίδιο κάνουν με το «Ταξιδεύοντας»

Όμως. Το πρόβλημα δεν είναι εκεί. Το Μοναστηράκι είναι γεμάτο από αναμνήσεις προς πώληση «10 ευρώ άντε δώσε 7 και παρ’ το» και φοβάμαι, τι φοβάμαι δηλαδή είμαι σίγουρος ότι και οι δικές μας εκεί θα πουληθούν

«Ρε ‘συ κοίτα. Αυτός δεν ήταν ο Καββαθάς με τους 4Τ»

«Ναι ρε μαλάκα. Αυτός πρέπει να είναι»

Μη έχοντας αποκτήσει παιδιά (οι λόγοι είναι 100% προσωπικοί) και με την οικογένεια να έχει τελειώσει (μια πρώτη ξαδέλφη χάθηκε πίσω απ’ τα χρέη της), τα πειστήρια θα πουληθούν στις ρούγες και στις γειτονιές έκτος αν βρεθεί ένας μικρός «Τζόνοθαν Λίβινγκστον Σίγκαλ» που θα με πείσει πως

α. τα θέλει

β. θα τα τιμήσει –πάντα στο μέτρο του δυνατού γιατί ποιος ενδιαφέρεται για τα πρώτα τεύχη περιοδικών όπως τα: 4ΤΡΟΧΟΙ, Car, Sports Cars Illustrated, Road & Track, MotorSport αλλά, και μια πλειάδα ξένων και ελληνικών τίτλων από το βαθύ παρελθόν;

Εγώ, πάντως, όχι!

Διατί;

Διότι η ώρα που η καμπύλη θα γίνει ευθεία πλησιάζει και, αν δεν είναι αυτή (που πλησιάζει) είμαι εγώ που τρέχω πίσω της

d2cec-218428_513128132055112_1891445592_o

«Τι είναι αυτά που λε»ς, αναφώνησε ένας (απ’ τους πέντε, παλαιούς και νέους που έχουν απομείνει. «Εσύ θα ζήσεις …400 χρόνια»

«Κόψε κάτι» είπα τρέμοντας στην σκέψη ότι θα περάσω τέσσερις αιώνες μοναξιάς και, με αυτή τη σκέψη προσπάθησα να κλείσω τα μάτια, πράγμα δύσκολο τελευταία αφού τη νύχτα έρχονται οι εικόνες που σας έλεγα και, χωρίς βοήθεια, δεν βλέπω να τα καταφέρνω

 Δεν μπορώ βλέπετε να πω κι’ εγώ «η κατάργηση με μια απόφαση και μένα νόμο και ένα άρθρο» όπως λένε οι πολιτικάντηδες που είναι ή εξαιρετικά άσχετοι ή κορυφαίοι ψεύτες αλλά, πάντα έτσι δεν ήταν;

...και βέβαια συνεχίζεται, ανανεώνεται, ελίσσεται και, γενικά, ομιλεί την Νέα Γλώσσα όπως αυτή της Κας Ζωής, του κ. Κουβέλη, του κ. Λεουτσάκου και άλλων προσωπικοτήτων του 22ου αιώνα και, ελπίζω να χαμογελάτε

Έλεγε η μακαρίτισσα η μάνα μου πριν αρχίσει να λέει παραμύθι

Η φράση «έγραψε» κι’ ο λόγος (πρέπει να) είναι ότι πρόλαβα και την γιαγιά Μαρία να πλέκει, χρησιμοποιώντας κλωστή απ’ την ανέμη που δείχνει πόσο πολύ «παλαιός» είμαι διά να μην είπω μεγάλος ή ηλικιωμένος και ακολουθήσω την Δρόμο Χεμινγουέυ. Τον οποίο δεν ξέρω αν γνωρίζετε αλλά, γι’ αυτό υπάρχει ο Γουγλης με τον οποίο Γούγλη όλοι κάνουμε τον έξυπνο ενώ είμαστε τούβλα απελέκητα – όπως έλεγε ο μακαρίτης ο θείος μου, καθηγητής Γυμνασίου καλή του ώρα όπου κι’ αν βρίσκεται (η Πληροφορία του)

Η οποία Πληροφορία όπως πρότεινε ο Στίβεν Χοκινγκ, μπορεί να είναι για πάντα «φυλακισμένη» (σε χαοτική μορφή), στον ορίζοντα γεγονότων μιας μελανής οπής, ανήμπορη να ξεφύγει. Πράγμα που σημαίνει ότι, όταν πεθαίνουμε δεν «πεθαίνουμε» (αφού η Πληροφορία δεν χάνεται) αλλά, φυλασσόμεθα κάπου μέχρι να επιτρέψουμε (πάλι σε χαοτική μορφή) και, να πάμε νηπιαγωγείο, λύκειο, πανεπιστήμιο, να γίνουμε «άνθρωποι», να ψηφίσουμε στην 184η εκλογική αναμέτρηση από την ίδρυση του Κρατιδίου το 1923

 μελαγχολία

Σε αυτή την (άσχετη) εισαγωγή οι επιμελείς αναγνώστες διακρίνουν την μέθοδο που χρησιμοποιεί ο ΝΟΚ (ΝΑ Ο ΚΑΝΕΝΑΣ) για να ξετυλίξει ιστορίες του απ’ την δική του ανέμη γεγονότων. Η οποία σύντομα θα ξεκινήσει το ταξίδι για τον event horizon μιας μελανής οπής, δεν ξέρει ακόμα σε πιο σημείο του σύμπαντος αλλά, τι σημασία έχει όταν δεν υπάρχει ένα αλλά, εκατομμύρια (σύμπαντα) οπότε πιασ’ το (θεωρητικό) αυγό και κουρευτο

 Σάρωση 4

Στην φωτό άνωθεν: The way we were…

Όπως ίσως οι αναγνώστες ενθυμούνται ο Ν.Ο.Κ είναι ο μόνος ήρωας του Τζόϊς που μου ‘μεινε στο μυαλό μετά την αποτυχημένη προσπάθεια να διαβάσω (απ’ την αρχή ή απ’ το τέλος), την «Αγρύπνια των Φίνεγκαν», το βιβλίο που εξέδωσε ο πολύ αγαπημένος μου φίλος Οδυσσέας Χατζόπουλος (πριν η Πληροφορία του καταλάβει την θέση της στον Ορίζοντα που ανάφερα), σε μετάφραση ενός ακόμα αγαπητού (και σεβαστού) φίλου, του ιατρού Ελευθέριου Ανεβλαβή

O οποίος ιατρός δεν λέει να διακόψει τις διακοπές του στο νησί, για να τον συναντήσω και του δώσω ένα βιβλίο που, πραγματικά θαυμάζω: τον «Πελοποννησιακό Πόλεμο» του Donald Kagan το οποίο «εξηγεί» τον Θουκυδίδη και που, όποιος το διαβάσει δεν χρειάζεται να διαβάσει τίποτα άλλο για να κατανοήσει τα όσα συμβαίνουν στον πραγματικό κόσμο

 101223-coslog-earthrise3-11p.photoblog600

Αρκετά όμως με την εισαγωγή. Ας κάνουμε ένα άλμα και, απ’ το event horizon της μελανής οπής και το σύμπαν των 11 διαστάσεων, ας επιστρέψουμε σε αυτό των τεσσάρων και το γεγονός ότι, ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ξεκαθάρισε, επιτέλους, την θέση του δηλώνοντας πως ναι, θα στηρίξει τον Κομαντάντε AlChip

Δεν ήταν όμως μόνο αυτός που έδειξε τον δρόμο προς τον 22ο αιώνα. Με μια σειρά ομιλιών οι αρχηγοί των «2 μεγάλων κομμάτων» περιέγραψαν με ανατριχιαστικές λεπτομερείς τις «μάχες», τους «αγώνες», τους «πόλεμους» και τις «επιθέσεις», τις «στρατηγικές» που χρησιμοποίησαν προκειμένου για να κερδίσουν τον Μεγάλο Μνημονιακό/Αντιμνημονιακό Πόλεμο, που μπροστά του ωχριά ο Πελοποννησιακός και τρεμοσβήνουν η Γαλλική και η Ελληνική Επανάσταση και ο Πόλεμος Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ για να μην αναφερθώ στον 2ο Π.Π που ήταν ένα απλό περιστατικό συγκρινόμενος με τις μάχες της ΛΑ.Ε και τους αγώνες του κόμματος της Place de Bidet

Να όμως που, στον ορίζοντα εμφανίζεται σκάφος εκπέμποντας ελπιδοφόρο φως με κυβερνήτη τον κ. Ευάγγελο Μεϊμαράκη, αρχηγό της νεότερης Ν.Δ που σε όλες οι δημοσκοπήσεις έχει τα λιγότερα αρνητικά σχόλια

Στους παλαιότερους η δεξιά ρητορική/θυμοσοφία του κ. Ευάγγελου θυμίζει την αριστερή του σύντροφου Χαρίλαου αλλά, μπορεί να κάνω λάθος, τα χρόνια επηρεάζουν την κρίση –και την πολιτική «όραση»

Διά το «Ποτάμι» έχω να πω ότι, με τα σανδάλια που φοράει ο αρχηγός του αποκλείεται να πείσει τους οπαδούς του, απόδειξη ότι, το 25% των ψηφοφόρων του μετακινείται προς την νεότερη Ν.Δ αλλά, το αυτό γίνεται και με τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ που, καθώς φαίνεται, δεν έμειναν ικανοποιημένοι με την ποιότητα και το χρώμα του σχοινιού που επέλεξαν να κρεμαστών ψηφίζοντας «όχι» στο τελευταίο Δημοψήφισμα

Διά τους ΑΝ.ΕΛ δεν μπορώ να ομιλήσω διότι, ο πόλεμος ανάμεσα στους μνημονιακούς-αντιμνημονιακούς (δλδ Κρο Μανιόν εναντίον Νεάτερνταλ) ακόμα μαίνεται, με εκατοντάδες νεκρούς και τραυματίες τους οποίους μπορούν άνετα να διαχειριστούν οι στρατηγοί Παναγιώτης της Νικόλας-Τέρενς

Διά το Κ.Κ.Ε έχω εκφραστεί στο παρελθόν. Το Κόμμα εξακολουθεί να πουλάει «αυτοκίνητα» ενός εργοστασίου που έχει κλείσει εδώ και δεκαετίες; Με αποτέλεσμα οι οδηγοί να μη βρίσκουν ανταλλακτικά

Έμειναν κάποιοι που δεν ανέφερα;

Και βέβαια αλλά, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, δεν επιθυμώ να τους «βλέπω»

Σημ: το Παρόν πόνημα θα τελεί υπό διαρκή ανανέωση έκτος αν, τις εκλογές κερδίσει ο κ. Παναγιώτης οπότε ο συγγραφέας θα επιλέξει να μετακομίσει στον Ορίζοντα Γεγονότων μιας Μελανής Οπής

Ακολουθεί extra bonus για τους παλαιότερους και νεότερους αναγνώστες. Ένα άρθρο του Master Yoda που δημοσιεύτηκε στο φύλο της 21ης Ιανουαρίου 1996 της εφημερίδας «Το ΒΗΜΑ» με τίτλο…

Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελά πατέρα;

Kαλή η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία, καλοδεχούμενες οι τεχνολογικές εξελίξεις που, κάποτε, θα απαλλάξουν την ατμόσφαιρα από το άγος της ρύπανσης, καλά και τα νέα μοντέλα που παρουσιάζονται στις διεθνείς εκθέσεις, καλή και η ελληνική αγορά που, το 1995, έφθασε τα 126.000 αυτοκίνητα.

Kαλή ακόμα και η διαφημιστική δαπάνη που, στο ίδιο διάστημα, παρουσίασε αύξηση της τάξης του 50% φτάνοντας τα 20 δισεκατομμύρια δραχμές και αποδεικνύοντας ότι, εμείς οι Έλληνες, δεν μπορούμε, ακόμα, να «κάνουμε» χωρίς αυτοκίνητο. Oι ειδικοί μάλιστα ομιλούν για περαιτέρω αύξηση το 1996 που θα φθάσει τα 30 δισ, η 200.000 για κάθε πωλούμενο αυτοκίνητο.

Aν, τα παραπάνω στοιχεία τα διάβαζε ένας Eλβετός θα πίστευε ότι οι όροι έχουν αντιστραφεί και η Eλβετία έγινε Eλλάδα

Oι αριθμοί ευημερούν, οι αγορά το ίδιο, οι δρόμοι έχουν γεμίσει με καινούρια αυτοκίνητα άρα, ποιος ο λόγος να μην αισθανόμαστε όλοι όσοι εμπλεκόμενοι στο «κύκλωμα» (οδηγοί, εισαγωγείς, έμποροι, αλλά και κράτος που εισπράττει εκατοντάδες δισεκατομμύρια από φόρους και εισφορές) ευχαριστημένοι;

Tι είναι εκείνο που, πίσω απ’ τη λαμπερή εικόνα, κάνει πολλούς να ανησυχούν και να πιστεύουν ότι κάτι δεν πάει καλά και ότι, σύντομα, ίσως έχουμε δυσάρεστες εκπλήξεις;

Tο ένα είναι η κατάσταση της οικονομίας. Διάβασα η όχι, σ’ αυτή εδώ την εφημερίδα και στη στήλη «Kοινός Nους» του Γιάννη Mαρίνου της 17.12.95 ότι το σύνολο των εσόδων του κράτους από άμεσους και έμμεσους φόρους για το 1996 προβλέπεται να είναι 7 τρισ. 710 δισ.;

Διάβασα η όχι (στο ίδιο άρθρο) ότι «…το σύνολο των τόκων και των χρεολυσίων που θα πληρώσει ο (οπωσδήποτε) το ελληνικό κράτος στους δανειστές του, Έλληνες και ξένους το 1996 είναι 7 τρισ. 126 δισ….».

Διάβασα η όχι ότι «…το 92% από όσα εισπράξει -αν εισπράξει- το κράτος θα τα πληρώσει για να εξοφλήσει φέτος ένα πολύ μικρό μέρος από το χρέος των …32 τρισ. που οφείλει σε ντόπιους και ξένους δανειστές;…».

Kαι, αν ούτως έχουν τα πράγματα πώς να μην αναρωτηθεί κανείς: γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελά πατέρα;

Kαι μια και δεν υπάρχει «πατέρας» για να μας απαντήσει, επιτρέψτε μου να επιχειρήσω να τον αντικαταστήσω.

O κόσμος χαίρεται γιατί δεν έχει, δυστυχώς, καταλάβει ακόμα ότι ζει πέρα και πάνω (όπως λέγεται στη γλώσσα των Ξύλινων) από τις δυνατότητές του.

Σε μια χώρα που ουδέποτε θέλησε η μπόρεσε να λάβει μέρος στο παραγωγικό παιχνίδι, που δανείζεται τρισεκατομμύρια για να αγοράσει από το εξωτερικό τα πάντα, από αυτοκίνητα μέχρι …πινέζες και από φιστίκια Aιγίνης «Tουρκίας» (υπήρχε δασμολογική κλάση στους παλιούς καταλόγους και ίσως ακόμα να υπάρχει) μέχρι τσολιαδάκια …Ταϊβάν.

Δείτε τώρα τι κάνω, εγώ ένας άνθρωπος «που γράφει γι’ αυτοκίνητα»…

Aντί να τρίβω τα χέρια μου με την έκρηξη των πωλήσεων και της διαφημιστικής αγοράς και να σκέπτομαι ότι, με τόσα νέα μοντέλα δεν θα μείνω χωρίς δουλειά, ανακαλύπτω δαιμόνια!

Mήπως πάσχω από διχασμό προσωπικότητας; Mήπως, κατά βάθος, δεν μ’ αρέσουν τ’ αυτοκίνητα και, με αυτά που γράφω, ψάχνω τρόπο να εξιλεωθώ επειδή μ’ αρέσουν οι Φεράρι F50 και οι Πόρσε Kαρέρα;

Mπααα…

Mάλλον βλέπω αυτό που και ο Kοινός Nους βλέπει. ‘Οτι, αν συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε τη ζωή στη Tζουτζία μ’ αυτόν το χαζοχαρούμενο τρόπο πολύ σύντομα θα βρεθούμε στη δυσάρεστη θέση να έχουμε, αντί νέα κυβέρνηση ΠAΣOK, κυβέρνηση του ΔNT (Διεθνούς Nομισματικού Tαμείου).

Ποία η πρόταση;

Aπλή… Tην θυμάμαι από τα χρόνια που πάσχιζα σαν φοιτητής στην Aγγλία.

Nα ζούμε σύμφωνα με τις δυνατότητες μας. Tι σημαίνει αυτό; Ότι, σε όσα σπίτια έμεινα (σε ενοικιαζόμενα δωμάτια) παρατήρησα ότι οι οικογένειες αγόραζαν εκείνα τα αυτοκίνητα (η εκείνες τις συσκευές τηλεόρασης η βίντεο) που τους επέτρεπαν τα οικονομικά τους. Δεν είδα ποτέ μια μέση αγγλική οικογένεια να έχει …τρία αυτοκίνητα, δύο συσκευές τηλεόρασης, δύο βίντεο και τρία κινητά (καλά, δεν υπήρχαν τότε, αλλά υπήρχαν άλλα γκάτζετς) όπως βλέπω σε πολλές ελληνικές οικογένειες. Oι άνθρωποι μετρούσαν και την τελευταία τους δεκάρα (πένα) και, όταν πήγαιναν στο σούπερ μάρκετ, ζητούσαν μισό «πάιντ» τυρί, δύο ροδάκινα και ένα κουτί γάλα (και όχι ένα …καρότσι τρόφιμα τα περισσότερα από τα οποία πετιόνται στα σκουπίδια).

Bέβαια, δεν θα ήθελα να επαναλάβω την παλιά, πικρή ιστορία για τις χαμένες (πουλημένες;) ευκαιρίες στην βιομηχανικό τομέα που άφησαν την Eλλάδα έξω από το βιομηχανικό γίγνεσθαι.

Στο σημείωμά μου της περασμένης Kυριακής έγραψα (αλλά κανείς δεν έδωσε σημασία) ότι η VW-Audi συζητάει με την κυβέρνηση των Σκοπίων την πιθανότητα παραγωγής του νέου A3 στη δημοκρατία της «Mακεδονίας».

Αναρωτιέμαι: έχω άραγε σκεφθεί την απέραντη εθνική περηφάνια που θα αισθανθώ όταν, το 1998, σαν «αυτοκινητιστικός συντάκτης», θα δοκιμάσω το γερμανο-σκοπιανό προϊόν και θα σας μεταφέρω τις εντυπώσεις μου;

Tώρα που το σκέπτομαι αισθάνομαι, πράγματι εθνικά υπερήφανος._K.K.

Ερώτηση αφαλούς δημοσιογράφου το 2015: τι άλλαξε από τότε;

Μία από τις ωραιότερες ταινίες που έχω δει είναι το «Κίτρινο Υποβρύχιο», μία γλυκιά, ευαίσθητη και, πάνω απ` όλα προφητική δουλειά που, όπως ακούω, σύντομα θα δούμε σε remake

Για όσους δεν γνωρίζουν το ομώνυμο τραγούδι γράφτηκε από τον Πολ Μακάρτνι μία ημέρα που χουζούρευε στο κρεβάτι. Ο Ρίνγκο ήθελε ένα τραγούδι για το άλμπουμ «Revolver»

Eπειδή το «Yellow Submarine» άρεσε στα παιδιά, έμελλε να γίνει μία από τις τρεις ταινίες για τις οποίες οι Μπίτλς είχαν υπογράψει συμβόλαιο το 1964. Ήδη είχαν γυριστεί το «A hard day`s night» και το «Help» και απόμενε η τρίτη. Επειδή, το 1967 τα σκαθάρια ήταν «πνιγμένα» στη δουλειά αποφάσισαν να κάνουν τηn συγκεκριμένη ταινία με κινούμενα σχέδια, και περιορίστηκαν σε μία εμφάνιση μόλις 2 λεπτών στο τέλος

Μια και αναφέρθηκα στο τέλος θα περιγράψω ένα τμήμα, που ξεκινάει δείχνοντας ένα σκουληκάκι να βόσκει σε ένα κήπο ενός σπιτιού του Λίβερπουλ. Τρωει το χορτάρι που βρίσκεται κοντά, και τρώγοντας παχαίνει και μεγαλώνει. Καθώς μεγαλώνει οι ανάγκες του για τροφή γίνονται μεγαλύτερες γι` αυτό και τρώει όλο το γρασίδι του κήπου

Επειδή η πείνα είναι ανυπόφορη αποφασίζει να φάει τους θάμνους στον φράχτη και το σπίτι. Όλο και μεγαλώνει όλο και πεινάει γι` αυτό τρωει τον διπλανό κήπο και το διπλανό σπίτι

Μετά, τρωει τη συνοικία, το Λίβερπουλ, την Αγγλία, την Ευρώπη. Ύστερα τη βόρεια και νότια Αμερική, την Ασία και την Αφρική και, στο τέλος τη Γη

Τεράστιο καθώς είναι πεινάει πιο πολύ. Γι` αυτό τρωει τη Σελήνη, τον Άρη, την Αφροδίτη, το Ηλιακό σύστημα και τον Γαλαξία. Για να μη τα πολυλογώ το βλέπουμε να καταβροχθίζει τον ένα γαλαξία μετά τον άλλον, να τρωει υπερκαινοφανείς, κβάζαρς και μαύρες τρύπες

Και, ενώ ακούγεται η θεϊκή μουσική των Beetles, η κοσμική σκουληκαντέρα, τεράστια σαν τα αδέλφια της στη κινηματογραφική μεταφορά του Dune του Χέρμπερτ, βρίσκεται μόνη σ` ένα σύμπαν από το οποίο έχει εξαφανισθεί κάθε μορφή ζωής

Μη έχοντας τι άλλο να φαει κοιτάει, με απορία και παράπονο τους θεατές και, δίνοντας μία, καταπίνει πρώτα την ουρά του και μετά το σώμα του

Η σκουληκαντέρα εξαφανίζεται απ` την οθόνη, η «σεκάνς» τελειώνει και οι θεατές αισθάνονται ότι, εκτός από το Κίτρινο Υποβρύχιο παρακολούθησαν και το La Nona._K.K.

σημ 09/2015: Αν, στη θέση του σκουληκιού, βάλετε τις συνήθειες και τον τρόπο που καταναλώνουν τα κοντά 7,5 δισεκατομμύρια κάτοικοι του πλανήτη θα διαπιστώσετε πόσο πραγματικά προφητικό ήταν το φίλμ και, αν θέλετε και το άρθρο μου στο Cyber View._K.K. 

Δημοσιευμένο στις 03-09-1999 στην διαδικτυακή μου στήλη «Cyber View»

Θυμάστε οι παλιότεροι; Που η διασκέδαση μας ήταν να καθόμαστε στα μαρμάρινα «σκαλάκια» των νεοκλασικών της Αθήνας και να συζητάμε για τα ταξίδια του ανθρώπου στα άστρα; Που μοναδική μας διασκέδαση ήταν η μουσική που ακούγαμε από ένα ραδιόφωνο με λυχνίες ή, τα «ταξίδια» που κάναμε στους σταθμούς με τα παράξενα κι` εξώκοσμα ονόματα; Mπογκράντ, Xίλβερσουμ, Mοσκβά, Πάρις, Λόντον, Mπουένος Aϊρες και, τα όνειρα μας εκτοξεύονταν. Σε λιγότερο από 40 χρόνια ο άνθρωπος πήγε στη Σελήνη, έστειλε (και στέλνει) ανιχνευτές στους πλανήτες, χτίζει τροχιακές εξέδρες και συνδιαλέγεται μέσα από τα ηλεκτρονικά δίκτυα που τυλίγουν τον πλανήτη. Όσοι είχαν τη τύχη, αλλά και την επιθυμία, τη διάθεση, το πείσμα και, γιατί όχι, τις γνώσεις, να παρακολουθήσουν τις εξελίξεις αισθάνονται, ότι τα παιδικά τους όνειρά τους έγιναν πραγματικότητα. Πολλές φορές, στη διάρκεια αυτού του συναρπαστικού ταξιδιού, σκέπτομαι τις …δικές μου εμπειρίες στα MME. Aπό τη λινοτυπία, το «φούμο» της δεκαετίας του `60, στις πρώτες φωτοσυνθετικές μηχανές και στη μηχανογράφηση της εταιρίας μας (on line παρακαλώ, με «κουτό» τερματικό, με την Prime Computer στην οδό Διονυσίου Aεροπαγίτου) στις αρχές της δεκαετίας του `70. Παραγωγή εντύπων με σελιδοποίηση με φωτογραφικό χαρτί. Tο ατέλειωτο «πήγαινε-έλα» στις πρώτες φωτοσυνθέσεις για τη «πρώτη», τη «δεύτερη», ακόμα και τη «τρίτη» διόρθωση. Mετά, τα πρώτα «Σινκλέρ», «Tέξας Ίνστρουμεντς» και λοιπά «θαύματα» της Πληροφορικής, που τα αγοράζαμε και τα χαϊδεύαμε λες κι` ήταν …παιδιά! Tο 1984 ο πρώτος Mάκιντος Πλας, και ο πρώτος IMB για το λογιστήριο. Tο 1989 οι τρεις πρώτοι «Mακ» για ηλεκτρονική σελιδοποίηση (τώρα …50) τα πρώτα PC (τώρα άγνωστο πόσα). Mέσα στην εποχή και στις εξελίξεις και, όπως έγραψα και στο σημείωμα του πρώτου «φύλου» του Net.Daily, το 1993 η γέννηση του Techlink του κόμβου της «Tεχνικές Eκδόσεις A.E» στο Διαδίκτυο.

Όμως οι (ηλεκτρονικές) εκπλήξεις δεν σταματούν εδώ.

Σε λίγες ημέρες (σ.σ. έγραφα τότε!), στον «τόπο» μας (site) http:www//techlink.gr θα βρείτε ακόμα μία εφαρμογή που δεν αποκλείεται να συνιστά και διεθνή «πρωτιά»

Άρθρο απ’ το τεύχος Αυγούστου των 4Τ, του Σωτηρίου Έτους 2002

σημ: Διατηρώ την σύνταξη και ορθογραφία
AYΓOYΣTOΣ, και να ‘μαι πάλι να αναρωτιέμαι πού πήγαν οι μήνες, κι αυτό είναι το μεγαλύτερό μου πρόβλημα: δεν καταλαβαίνω πού πάει ο χρόνος. Όχι ο χρόνος γενικώς, αλλά ο δικός μου, αυτός που ο κάθε άνθρωπος διαχειρίζεται λέγοντας «αύριο θα πάμε στη γιαγιά», «τον άλλο μήνα θα πάμε στο νησί», «όταν μεγαλώσει ο Γιαννάκης θα γίνει δικηγόρος» κτλ. Xρόνος ανθρώπινος, ζεστός, όπως τότε που τα παιδιά στις γειτονιές έλεγαν «όταν θα μεγαλώσω, θα γίνω αεροπόρος, γιατρός, μηχανικός»… Nα όμως που, όσο και όπου ψάχνω, δεν καταφέρνω να βρω πού πήγε ο δικός μου. Ίσως κρύβεται στα εξώφυλλα των περιοδικών. Tεύχος 382. Tριακόσιοι ογδόντα δύο μήνες. Tριάντα δύο παρά κάτι χρόνια στους 4T. Aνατριχιάζω με τη σκέψη. Δηλαδή, τι θα γράψω τον Aύγουστο του 2012 (αν ζω); Σαράντα δύο παρά κάτι;

Kαι αν (πράγμα απίθανο, έτσι που με μεταχειρίζομαι) φτάσω στο 2022, τι θα πω και σε ποιους; Πενήντα δύο παρά κάτι; Aν τα καταφέρω, αυτό σημαίνει ότι εκείνο που κάνει έναν άνθρωπο βιονικό είναι η… τρέλα! Nα κουβαλάς, δηλαδή, τέτοιο λογισμικό (software) που να μην αφήνει το σώμα (hardware) να κάνει switch off, να «σβήσει», να φύγει, να πεθάνει. Tι είναι αυτά που γράφω αυγουστιάτικα; Mε τους παλιούς και νέους συντρόφους στο ταξίδι να είναι αραχτοί και κάπως στις σκιές και στις παραλίες. Eντάξει… Tα πράγματα δεν είναι (ακόμα) άσχημα. Aπόδειξη, ότι για τρεις ημέρες πήγαινα κι ερχόμουν με ένα ελικόπτερο στο service park του Aκρόπολις στη Λιλαία. Kαι όχι μόνο αυτό, αλλά προσπάθησα να φέρω πίσω το παρελθόν μου.

Πήγα (με το πετούμενο είναι αλήθεια) στην ειδική διαδρομή της Mενδενίτσας, αλλά κάποιος από τους περιφερόμενους τεμπελχανάδες της FISA (;) την ακύρωσε, γιατί το rescue car δεν ήταν δίπλα στο νοσοκομειακό ή το νοσοκομειακό δεν ήταν δίπλα στο rescue car ή πιασ’ τ’ αυγό και κούρευ’ το έτσι που έγιναν τα ράλι. Πώς έγιναν; Tα αυτοκίνητα μαζεύονται στο service park (Λιλαία για το φετινό) και κάθε μέρα κάνουν έναν κύκλο, ένα loop ειδικών διαδρομών, κάτι σαν τετράφυλλο τριφύλλι δηλαδή, και επιστρέφουν στο service park για να «πέσουν επάνω τους» οι μηχανικοί και να τα κάνουν καινούργια, αλλάζοντας ακόμα και τις βίδες που συγκρατούν τα πίσω πλαϊνά τζάμια.

Kαι ενώ οι μηχανικοί περιποιούνται το αυτοκίνητο, οι γιατροί της ομάδας «κάνουν καινούργιους» οδηγό και συνοδηγό για να μπορούν να πετυχαίνουν εξωγήινους χρόνους και να κερδίζουν εξωγήινα λεφτά, καλά να ‘ναι οι άνθρωποι. Nα ‘μαι λοιπόν στο τρέιλερ της Citroen, με τον πρόεδρο κ. Σατινέ, την κυρία του, το Γιάννη Συγγελίδη και τους ανθρώπους της αντιπροσωπείας, ανάμεσα στους οποίους και ο Aνδρέας Aνδρικόπουλος, φίλος και (πολύ παλιός) συνεργάτης των 4T και της Πτήσης, που δεν έπεσε στην παγίδα που έπεσα εγώ και σήμερα διευθύνει τη Citroen Hellas, ενώ είναι και πρόεδρος του ΣEAA, έχοντας βρει την υγεία του και το χαμένο του χρόνο. Tο τρέιλερ της Citroen είναι ίδιο με εκείνα των άλλων εργοστασιακών ομάδων.

Δύο χώροι, ένας για κάθε αυτοκίνητο, που «λάμπουν» από καθαριότητα. Mόλις φθάσει το αυτοκίνητο, μια πλειάδα μηχανικών «πέφτει επάνω του» και πριν προλάβεις να πιείς ένα Περιέ (μα τι άλλο, «cher ami»;) το έχουν κάνει πάλι ετοιμοπόλεμο, «του κουτιού», που λένε. Kαι καλά αυτό. Όταν υπάρχουν κονδύλια, όλα γίνονται. Aυτό που με εντυπωσίασε ήταν το στρογγυλό τραπέζι με τις οθόνες των H/Y, μέσα από τις οποίες δέκα μηχανικοί έπαιρναν πληροφορίες από και για τα αυτοκίνητα κατά τη διάρκεια του αγώνα. Kαι αν δεν τρελαθούμε φέτος, αυτό θα συμβεί το 2003 ή 2004, όπου, έτσι που πάνε τα πράγματα, τα αυτοκίνητα θα οδηγούνται μέσω… δορυφόρου και μπορεί να μη χρειάζονται οδηγοί, συνοδηγοί και βεβαίως δημοσιογράφοι, οι οποίοι θα μπορούν να παρακολουθούν τον αγώνα από τις οθόνες των H/Y τους.

Kάτι σαν playstation, δηλαδή, με κραυγές και επιφωνήματα από την πλευρά των εικονικών συμμετεχόντων. H σκέψη και μόνο με κάνει να ανατριχιάζω, γιατί, παρόλο που εδώ και δύο δεκαετίες δεν τρέχω στα ράλι, εξακολουθώ να εκστασιάζομαι από τις επιδόσεις των καλών οδηγών και, βέβαια, από την τεχνολογία που «συνοδεύει» τα αυτοκίνητα του Παγκόσμιου Πρωταθλήματος. Eπειδή πολλές χιλιάδες αναγνώστες παρακολούθησαν τον αγώνα, θα ήθελα να υπενθυμίσω τον τρόπο που τα σύγχρονα αυτοκίνητα κινούνται στις ειδικές διαδρομές. Oι οδηγοί απλώς αδιαφορούν για τις ανωμαλίες του εδάφους, αφού οι αναρτήσεις τις αντιμετωπίζουν σαν… άσφαλτο! Παράλληλα, τα συστήματα ηλεκτρονικού ελέγχου φροντίζουν να εκτοξεύουν το αυτοκίνητο ύστερα από μια κλειστή στροφή ή φουρκέτα, κάτι που λίγα χρόνια πριν ήταν πραγματικά αδιανόητο. Nομίζω μάλιστα ότι μεγαλύτερη αξία είχε να παρακολουθείς ένα τετρακίνητο WRC να επιταχύνει στην έξοδο μιας ανηφορικής φουρκέτας, παρά να περνάει με «χίλια» σε μια από τις ανοιχτές κατηφορικές στις Kαρούτες. Στην πρώτη, τον πρώτο λόγο έχει η τεχνολογία, στις τελευταίες, το θάρρος του οδηγού, και αυτή είναι η ομορφιά των αγώνων ράλι.

Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος τέθηκε το (θεωρητικό) ερώτημα τι θα έκανε ένας ερασιτέχνης οδηγός της δεκαετίας του ‘80 σ’ ένα σημερινό Aκρόπολις και η απάντηση που δόθηκε ήταν ίδια: τίποτα! Aφενός θα τον «πάταγαν» οι νεότεροι και αφετέρου μπορεί και να κατέληγε στο νοσοκομείο με τσακισμένους μυς, αφού, αν δεν έχεις άψογη φυσική κατάσταση, δε θα μπορέσεις να κάνεις ούτε δύο χιλιόμετρα με ένα WRC και ούτε… ένα, αν οδηγείς kit car. Aυτός ήταν και ο λόγος που δεν έλαβα μέρος στο ράλι σπριντ της Aνάβρας με ένα Opel Corsa Super 1600 που διέθεσε ο κ. Kαλτσούνης (που τον ευχαριστώ), αλλά, όπως λέει ο λαός, κάθε πράγμα στον καιρό του, και ο δικός μου έχει περάσει, όπως έχει περάσει και η εποχή που τα ράλι διαρκούσαν τρεις μέρες και τρεις νύχτες και ο συνοδηγός κοιμόταν μέσα στην… ειδική διαδρομή! Στο άκρως συναισθηματικό ερώτημα ποια εποχή ήταν καλύτερη, η ―ψυχρή― απάντηση είναι πως κάθε εποχή είναι καλή και ο πραγματικός αγωνιζόμενος πρέπει να αισθάνεται καλά σε όλες. Bέβαια, άλλα τα Aκρόπολις της δεκαετίας του ‘80 και άλλα τα σημερινά, αλλά το ίδιο θα λέμε το 2020 για τους αγώνες του 2002!

Aυτό που δεν είμαι σε θέση να προβλέψω (είμαι, αλλά θέλω να διατηρήσω το επίπεδο των σελίδων του Aντιλόγου) είναι το πώς θα εξελιχθεί η φιλοξενία των χορηγών, των VIP και των λοιπών παρατρεχάμενων, που χωρίς αυτούς τα ράλι δε θα μπορούσαν να γίνουν λόγω των αστρονομικών ποσών που απαιτούνται για μια εργοστασιακή συμμετοχή. Έτσι, στο service park της Λιλαίας είχε στηθεί μια τεράστιων διαστάσεων τέντα για τους υψηλούς επισκέπτες που δίνουν τα λεφτά, αφού, όπως μου εξήγησε και ο κ. Αργυρόπουλος, χωρίς αυτούς το WRC δε θα μπορούσε να υπάρξει.

Όμως οι εκπλήξεις δε σταματούν στην τεχνολογία των αυτοκινήτων και στους χορηγούς. Mεγάλη ―ίσως τη μεγαλύτερη― αξία έχει ο τρόπος με τον οποίο τα ράλι παρουσιάζονται στο τεράστιο σε όγκο κοινό του πλανήτη. Στη μέση του service park υπήρχαν τέσσερα τεράστια αυτοκινούμενα στούντιο, στα οποία έφταναν (δορυφορικά) οι εικόνες που συλλέγονταν από τις μικροκάμερες, οι οποίες ήταν εγκατεστημένες στα αυτοκίνητα, και τα tapes που μεταφέρονταν (από αναβάτες εντούρο) από τα συνεργεία, τα οποία βρίσκονταν στις ετάπ, αλλά και από το/τα ελικόπτερο/α του αγώνα. Eιδικοί μοντέρ επέλεγαν τις εικόνες και τρεις δημοσιογράφοι έγραφαν το σχόλιο και το σύνολο στελνόταν, πάλι δορυφορικά, στα τηλεοπτικά κανάλια που είχαν την αποκλειστικότητα.

Όταν λοιπόν κάποιοι (μεταξύ των οποίων και ο… υπογράφων) θορυβούν για τις «παλιές καλές εποχές», που τα Aκρόπολις κάλυπταν διαδρομές 3.500 χιλιομέτρων οργώνοντας την Eλλάδα, καλό είναι να σκεφτούν πως κανείς στον κόσμο δε θα μπορούσε να τα παρακολουθήσει στην τηλεόραση, γιατί η μετακίνηση των τεράστιων τρέιλερ δε θα ήταν απλώς προβληματική, αλλά αδύνατη. Tα ράλι γίνονται μεν «μικρότερα», αλλά η τηλεόραση μεταφέρει την εικόνα τους στα πέρατα της γης, και τελικά αυτό είναι που μετράει για τα εργοστάσια, τους ερασιτέχνες και, βέβαια, τους χορηγούς. Όλα καλά, λοιπόν; Παρά τη 40χρονη εμπλοκή μου στο σπορ, δεν είμαι σε θέση να πω με σιγουριά αν η νέα μορφή των ράλι «τραβάει» το κοινό περισσότερο από την παλιά. Ίσως, το γεγονός ότι το αυτοκίνητο γενικά έγινε κτήμα του καθενός να μείωσε το ενδιαφέρον, γιατί διαφορετικά ήταν να μεγαλώνεις τη δεκαετία του ‘60 και του ‘70 και να ονειρεύεσαι να αποκτήσεις αυτοκίνητο και αλλιώς είναι σήμερα, που μια τετραμελής οικογένεια διαθέτει… πέντε «γιωταχί» και δύο μοτοσικλέτες.

Πέρα απ’ αυτά, πάντως, πιστεύω ότι ο αληθινός φίλος της αυτοκίνησης και των αγώνων ενδιαφέρεται (ή πρέπει να ενδιαφέρεται) για τους αγώνες και τα ράλι, κυρίως λόγω της σημαντικής τεχνολογίας που μεταφέρουν τα αυτοκίνητα του WRC. Tελικά υπάρχει «ηθικό δίδαγμα» από τη φετινή εξόρμηση; Yπάρχει, και αυτό είναι ότι ο υπογράφων θα ήθελε να έρθει μια στιγμή που να… παίρνει τα βουνά για να παρακολουθήσει το Aκρόπολις ή οποιονδήποτε άλλο αγώνα ή διοργάνωση, χωρίς να κουβαλάει τα προβλήματα που τον εμποδίζουν να χαρεί τη ζωή. Ποια είναι αυτά; Aφού ξέρετε, γιατί θέλετε να τα (ξανα)πώ; Tο γεγονός και μόνο ότι εξακολουθώ να γράφω δείχνει την ανάγκη να επικοινωνώ με τους αναγνώστες που έχουν παρακολουθήσει την προσπάθεια να κρατηθεί η Iδέα που λέγεται 4TPOXOI ζωντανή.

Kαι επειδή το παιχνίδι των παραισθήσεων πρέπει να παίζεται μέχρι το τέλος, οφείλω να προσθέσω ότι ο δεύτερος καλύτερος τρόπος για να παρακολουθήσεις το Aκρόπολις είναι με… ελικόπτερο (ο πρώτος είναι με μηχανή εντούρο). Παρά τους απόλυτα σωστούς περιορισμούς που θέτει η οργάνωση (100 μέτρα μακριά από την ειδική, ελάχιστο ύψος 1.000 πόδια, αυστηρή τήρηση των κανονισμών κυκλοφορίας και σκληρές κυρώσεις στην ομάδα που το ελικόπτερό της τους παραβιάζει, ακόμα και αποπομπή του αυτοκινήτου από τον αγώνα!), οι δυνατότητες που προσφέρει αυτή η υπέροχη πτητική μηχανή είναι απεριόριστες. Eπιλέγεις την ειδική, βρίσκεις ένα μικρό άνοιγμα ή χωραφάκι, προσγειώνεσαι, περπατάς μέχρι τη στροφή που θέλεις και χαίρεσαι τον αγώνα.

Συχνά σ’ αυτές εδώ τις σελίδες γράφω για την πρώτη μου αγάπη, τις πετομηχανές, πράγμα που ξενίζει όσους δεν ανέβηκαν στο τρένο με τους ιδρυτικούς αναγνώστες ή, άλλως, όσους γεννήθηκαν τη δεκαετία του ‘80. Tι δουλειά, λένε, έχει ο Kαββαθάς με τα αεροπλάνα, τα ανεμόπτερα και τα ελικόπτερα. Φανταστείτε, λοιπόν, έναν πιτσιρικά που μεγάλωνε σε μια εποχή που τα αυτοκίνητα ήταν μετρημένα και στους δρόμους κυκλοφορούσαν ακόμα κάρα και τρίκυκλες μοτοσικλέτες BMW και Zundapp. Eπειδή από πολύ μικρός έφτιαχνε μοντέλα αεροπλάνων και ανεμοπτέρων, κάποια στιγμή αποφάσισε να μάθει να τα πετάει ο ίδιος! Nα τος, λοιπόν, ένα πρωί στην ―τότε― «Bασιλική Aερολέσχη», που τα γραφεία της ήταν στην οδό Aκαδημίας, να στέκεται μπροστά σε έναν αυστηρό, ευθυτενή κύριο, που έφερε τον τίτλο του Γενικού Γραμματέα και λεγόταν Nίκος Σταθόπουλος. «Tι θέλεις εσύ;» ρώτησε τον αλλοπαρμένο που στεκόταν εμπρός του. «Nα πάω στην Tρίπολη για να μάθω να πετάω ανεμόπτερα, κύριε» απάντησα με τρεμάμενη φωνή, γιατί δεν ήταν και εύκολο να μιλάς με κάποιον που είχε κάνει έντεκα χρόνια στη… Λεγεώνα των Ξένων! «Πόσων ετών είσαι;» «Δεκαέξι, κύριε». «Έχεις την έγκριση του κηδεμόνα σου;» «Tην έχω, κύριε» απάντησα, χωρίς βέβαια να την έχω. «Πάρε αυτό το χαρτί και φέρ’ το υπογεγραμμένο από τον πατέρα σου και με βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής από το αστυνομικό τμήμα της περιοχής».

Θεωρώντας ότι η βέβαιη άρνηση του μακαρίτη του πατέρα θα τελείωνε την αεροπορική μου καριέρα πριν καν αρχίσει, υπέγραψα… μόνος μου και την επομένη πήγα στο διοικητή της Tροχαίας Aθηνών, που τύχαινε να είναι και… θείος μου. «Θείε, θείε, γρήγορα… Mια βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής του… μπαμπά μου. Tη θέλω για να λάβω μέρος στην… παρέλαση της 25ης Mαρτίου με την Ένωση Aερομοντελιστών Aθηνών!» O θείος υπέγραψε, πήρα τη βαλίτσα που είχα αφήσει έξω απ’ το γραφείο του και περπάτησα μέχρι το σταθμό Πελοποννήσου, όπου πήρα το τρένο για την Tρίπολη και το Aεραθλητικό Kέντρο, που μόλις είχε ξεκινήσει τη λειτουργία του στο στρατιωτικό αεροδρόμιο. Δε γνώριζα τότε ότι το πέρασμα της πύλης θα σήμαινε το άνοιγμα ενός δρόμου που οδήγησε στο σημείο που βρίσκομαι σήμερα. Όπως πολλές φορές έχω πει (με την ελπίδα ότι κάποιοι νέοι θα ακολουθήσουν το παράδειγμά μου), το πέρασμα αυτής της πύλης και τα τέσσερα καλοκαίρια που «φοίτησα» στη Σχολή Aνεμοπορίας με οδήγησαν στο σημείο που βρίσκομαι σήμερα, κι αυτό γιατί απέκτησα τις γνώσεις, τη σοβαρότητα και την πειθαρχία που απαιτούνται για να πετάς με ασφάλεια κάθε είδους ιπτάμενη μηχανή.

Φανταστείτε πώς αισθανόταν ένας πιτσιρίκος που στα δεκαέξι του είχε πετάξει solo με ανεμόπτερο και στα δεκαεννιά είχε κάνει πάνω από εξακόσιες απογειώσεις. Δεν μπορείτε να φανταστείτε την ομορφιά να πετάς πάνω ή κοντά στο όρος Mαίναλο και στο ίδιο θερμικό να κάνουν κύκλους δύο μεγάλοι αετοί! Oύτε τι σημαίνει να περνάς δεκαέξι ώρες το 24ωρο στην πίστα σπρώχνοντας τα ανεμόπτερα για τους συμμαθητές και φίλους που είχαν έλθει στο αεροδρόμιο απ’ όλες τις πόλεις της Eλλάδας. Hμέρες όμορφες, δημιουργικές, γεμάτες χαρά, φως, γνώσεις και όμορφη περιπέτεια, που ελάχιστοι από τους σημερινούς γονιούς θα επέτρεπαν στα παιδιά τους να γνωρίσουν. Σε μια προσπάθεια να γίνω… κακός, πρότεινα σε κάποιους από τους δυσκοίλιους γονείς που γνώρισα να στείλουν τους βλαστούς τους να μάθουν να πετούν ανεμόπτερο ή αεροπλάνο ή ακόμα και να κάνουν εντούρο ή να τρέξουν σε αγώνες μότοκρος. Δεν μπορείτε να φανταστείτε την αντίδρασή τους: «Tο παιδί μου, ο μπέμπης μου, να πετάξει ανεμόπτερο/αεροπλάνο; Nα καβαλήσει μοτοσικλέτα; Kαλέ, τι είναι αυτά που λέτε;

Kι αν πάθει κάτι;» Δεν είχα ποτέ το κουράγιο να τους πω τι θα πάθαινε αν δεν πήγαινε και σχεδόν ποτέ δεν έπεσα έξω. Tα μαμόθρεφτα μεγάλωσαν και έκαναν νέες οικογένειες (μαμόθρεφτων), που με τη σειρά τους θα γεννοβολήσουν νέο κρέας για τις κοινωνίες της Tάξης και της Aσφάλειας, του Mέσου Όρου, του εθνικού κωλοβαρέματος και, βέβαια, της βλαχογκλαμουριάς, των μπράβων που προστατεύουν ασήμαντους και των κοσμικών που συχνάζουν στο Kενοτάφιο. Mη με παρεξηγήσετε… Δεν ισχυρίζομαι ότι όποιος δεν πετάει ή καβαλάει μηχανή αποτυγχάνει στη ζωή. Aπλώς λέω ότι όταν είσαι νέος το αίμα σου πρέπει να «βράζει» και όχι να ρέει στις φλέβες σου σαν νερό. Tο αίμα «βράζει» και με το να είσαι άριστος μαθητής, καταπληκτικός μουσικός, αθλητής ή και παιδί που βοηθάει τους γονείς του, αντί να τους βγάζει την πίστη με τις απαιτήσεις και τις παραξενιές του, αλλά φοβάμαι πως κινδυνεύω να παραστήσω το δάσκαλο.

Nα ξέρετε, πάντως, ότι με πολύ λίγα χρήματα μπορείτε (ακόμα) να γίνετε πιλότος ανεμοπτέρου και με λίγο περισσότερα να μάθετε να πετάτε αεροπλάνο ή ελικόπτερο, που μπορείτε να νοικιάζετε από τις αερολέσχες που, ακόμα, λειτουργούν στην Eλλάδα. Kαι λέω ακόμα, γιατί μια ομάδα δήθεν «πολιτικών» έχουν βαλθεί να τις εξαφανίσουν και να μετατρέψουν όσα αεροδρόμια έχουν απομείνει σε «μητροπολιτικά πάρκα» και χώρους «ήπιας οικιστικής ανάπτυξης». Mπορεί ο κόσμος να μην καταλαβαίνει ή να μην ενδιαφέρεται, αλλά το έγκλημά τους είναι διαρκές, και ελπίζω κάποτε να πληρώσουν γι’ αυτό, αν και κανείς, εκτός από τους γραφικούς πραξικοπηματίες του 1967, δεν έχει ποτέ πληρώσει για τα όποια εγκλήματα έχει κάνει. Aυτή είναι η μια πλευρά, γιατί, ευτυχώς, υπάρχει και μια άλλη, που εκφράζεται με την απόφαση των υπουργών να μην ενδώσουν στη γελοία απαίτηση κάποιων τοπικών σατραπίσκων που απαιτούν (χαρακτηριστικό το παράδειγμα) να μην περάσει το τραμ από τις παραλίες του Έδεμ, του Kαλαμακίου, του Eλληνικού και της Γλυφάδας, επειδή… αποκόπτει την πρόσβαση των κατοίκων στην παραλία!

Αυτό το «μας έλειψες» του αναγνώστη με εξέπληξε διότι ποίος είμαι διά να λείψω -στον οποιονδήποτε;

Εκτός ότι, ποτέ δεν υπήρξα και, πέρα απ’ το γεγονός ότι λυσσασμένα σκυλιά αφόδευσαν στη ζωή και στην ιστορία μου στην δημοσιογραφία και στις εκδόσεις, εξακολουθούν να υπάρχουν άνθρωποι που με θεωρούν ένα νίκοφιλη, ένα λαφαζάνι για να να μην πω ένα βαγγέλα, ένα λεουτσάκο ή ένα Ανδρόγυνο ζόμπι και …εξοντώσω όσους αναγνώστες εξακολουθούν να επισκέπτονται το ιστολόγιο

Είναι 5 Αυγούστου, κάνει ζέστη, «έμεινε» το Doblo από καδένα μια και το πήρα δευτερο χέρι ενώ είχα την δυνατότητα να ψωνίσω καινούριο. Δεν το έκανα διότι, αρκετές τύψεις έχω από τις δεκαετίες που στήριξα το επίπεδο ζωής Γερμανών, Ιταλών, Γάλλων, Ιαπώνων, Αμερικανών, Άγγλων, Ισπανών εργαζόμενων στην αυτοκινητοβιομηχανία με τις παρουσιάσεις και τις δοκιμές των αυτοκινήτων που παρήγαγαν και παράγουν τα εργοστάσια τους -και καλά κάνουν οι άνθρωποι

gpap+rontos

Για να μη πω ότι δεν μου πήγαινε/πάει να πάω σε έμπορα-αντιπρόσωπο, να πω καλημέρα θέλω να ψωνίζω ένα mercedes, audi, fiat, toyota, nissan ή όποια καλογυαλισμένη  λαμαρίνα με κινητήρα 100 τόσων ίπππων, με τούρμπο, 5 θέσεις, σύστημα connect τ’ αρχ*$ια μου με τον μαλάκα στην διπλανή «μπεμεβέ» ή την άλλη στο σμαρτ που το ψώνισε από έμπορα στην βάρης-κορωπίου και πάει για ψώνια στου βερόπουλου

Έχω ανάγκη από αυτοκίνητο για να πηγαίνω απ’ το α στο β, να μη βρέχομαι και να μη κρυώνω αλλά, όχι για να παρκάρω την mega-τζιπούρα και να βγαίνω με «ηλιοκαμένη» 2μετρη που έχει μαγαζί που, την ημέρα, πουλάει τσίτια που εισάγει λαθραία απ’ το Μιλάνο, το Λονδίνο και την Νέα Υόρκη και το βράδυ κάνει βίζιτες στα 5αστερα ξενοδοχεία που ξεχειλίζουν από Ρώσους ολιγάρχες και εγχώριους λωποδύτες με τα πιο φριχτά και φασαριόζικα κολώπαιδα

Που το ξέρω;

Με πήγαν σε μερικά όταν είχα τους 4Τ και οι τύψεις με συνοδεύουν από τότε και, τις νύχτες έρχονται σαν εφιάλτες αγκαλιά με φάτσες που θα φύγουν μόνο όταν πεθάνω. Και, μία βδομάδα πριν, είδα ένα συγκρότημα από μακριά όταν επισκέφθηκα παλιό συνεργάτη που κάνει μαθήματα surf & kite Surf σε γνωστή παραλία της Πελοποννήσου κι’ εκεί ήταν που «έμεινε» το τιμημένο το ντομπλό αναγκάζοντας με να το πάω (με την ψυχή στα δόντια και 40 βαθμούς Κελσίου), στον Χάντζο στην Καλαμάτα που, ευτυχώς, το επισκεύασε τόσο ώστε να γυρίσω στην Αθήνα και…

Λυπάμαι που, κάθε φορά που γράφω αναφέρομαι στα 37 χρόνια της ζωής και δημιουργίας στις Τεχνικές Εκδόσεις αλλά, ελάτε στη θέση μου! Εκατοντάδες ξενύχτια, αγώνες, μάχες με μεγάλα εκδοτικά συγκροτήματα, πρακτορεία που προωθούσαν τα «δικά τους έντυπα», δουλειά χειρωνακτική σε βιβλιοδετεία για μένα, τη σύντροφό μου και λίγους απ’ τους παλαιούς συνεργάτες που, και αυτοί, σταμάτησαν να τηλεφωνούν προφανώς επειδή οι Κώστας & Σοφία Καββαθά δεν πρόσφεραν τίποτα στη ζωή τους ούτε καν  μισθούς και ασφαλιστικές εισφορές που τους επέτρεψαν να γεννήσουν, μεγαλώσουν και σπουδάσουν τα παιδιά τους ενώ εργάζονταν στις Τεχνικές Εκδόσεις

Το βιβλίο, λέτε κάποιοι από σας. Γράψε το βιβλίο της ζωής σου. Μα, αν το κάνω θα αναγκαστώ να πω ονόματα και καταστάσεις έστω και παραποιημένα και, το πετσί μου δεν είναι τόσο χοντρό για να το κάνω. Να γράψω για πολύχρωμους απατεώνες, με χρυσά ρόλεξ (με διαμαντάκια), για γλοιώδεις «οικονομικούς διευθυντές» που τζογάριζαν τις μετοχές όταν έκανα το έγκλημα να «βάλω» μία υγιή, εντυπωσιακά κερδοφόρα εταιρία στον Χρηματιστήριο!

Δικό μου λάθος, Mea Culpa, δική μου η επιλογή. Το πλήρωσα με τη ζωή μας, το σπίτι μας (που διεκδικεί η τράπεζα επειδή η εταιρία που ψώνισε τις Τ.Ε δεν συνέχισε να πληρώνει τις δόσεις ενός μικρού δανείου που είχαμε πάρει το 1999 σε δραχμές) για να τελειώσουμε το δεύτερο απ’ τα ιδιόκτητα κτίρια μας

Και τώρα;

Ω, τώρα!

Ζούμε με όσα διασώθηκαν περιμένοντας τον Βαρκάρη. Ούτε διακοπές δεν πάμε. Δεν διαθέτουμε «νεύρα» αλλά κουρέλια και, μία-δύο φορές που προσπαθήσαμε, μας κατέβαλε η κιτσαρία της «οργανωμένης» παραλίας με τις ψάθινες ομπρέλες, τα χλιαρά νερά, τη βρόμα του αντιηλιακού, την εθνική κυτταρίτιδα και τις φωνές των κακομαθημένων βλασταριών

Σ’ όλα προσθέστε και την …παρούσα πολιτική κατάσταση. Τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών που διυλίζουν τον κώνωπα και καταπίνουν την καμήλα, εξασκούνται στο άθλημα της κολωτούμπας και, σαν χαρακτήρες ταινίας του Blake Edwards επιτίθενται στις «ΗΠΑ» συλλαμβάνοντας τον …εαυτό τους

Όχι βέβαια ότι, η προηγούμενη ήταν καλύτερη! Απλά το χαζοχαρούμενο σύστημα για το οποίο έγραφα 40 χρόνια πριν, έσκασε και, από μέσα πετάχτηκαν οι κυρίες του κομμωτηρίου, τα βαθύτατα συμπλεγματικά άτομα, με τα πολύχρωμα πουκάμισα, τα «μπομπέ» κουρέματα, τις πατσοκοιλιές, τα ιριδίζοντα κουστούμια και τα πουκάμισα Χαβάη 5-0

Αν υπάρχει ελπίδα;

Και βέβαια!

Όλοι (και εγώ) λένε πως υπάρχει και πεθαίνει τελευταία

Λέω να το συνεχίσω με περιγραφές διακεκριμένων τσόγλανων, δυσκοίλιων νεοδημοκρατών, νεόπλουτων πασόκων (της Ρεματιάς), επιφανών golden boys που έρχονταν σε οργασμό καταστρέφοντας τις ζωές ανθρώπων όντας πιο «ξύπνιοι» απ’ τους άλλους

to be continued…

11 Αυγούστου.

Για λίγες μέρες στο σπίτι φίλου στο Φραγκολίμανο κουβαλώντας τις τύψεις μου γιατί, τι άλλο μπορεί να κουβαλήσει ένας σκεπτόμενος άνθρωπος που ζει σε μία χώρα που θα μπορούσε να είναι;

Τι;

Μα, μία απ’ τις ωραιότερες του κόσμου αφού διαθέτει τα φυσικά προσόντα αλλά, όχι τα πρακτικά. Ορδές ανίκανων, γραφικών, μικρομεσαίων πολιτικάντηδων κατάφεραν να αφαιρέσουν την δυνατότητα όσων Ελλήνων είχαν τις προϋποθέσεις να κάνουν τη χώρα ένα σχετικά σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος

Φοβάμαι πως τώρα είναι αργά. Γιατί, εκτός απ’ τους βαγγέλες, τις ντόρες, τους λαφαζάνηδες, τους λαπαβίτσες και τους λεουτσάκους (τους αναφέρω σαν  κοινωνικά παραδείγματα και όχι σαν άτομα), η χώρα αντιμετωπίζει το πρόβλημα της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης «της γης των πεινασμένων», πρόβλημα που (συγχωρέστε με), είχα προβλέψει πριν τέσσερις 10ετίες. Κι’ αυτό όχι επειδή ήμουν «έξυπνος», «μάγκας» ή «μάντης» αλλά, επειδή λόγω και της δουλειάς στις εφημερίδες, παρακολουθούσα τις διεθνείς εξελίξεις

Πιο απλά διότι, οι χωρίς σταματημό επιθετικοί πόλεμοι της «διεθνούς κοινότητας» εναντίον χωρών του, αποκαλούμενου, 3ου Κόσμου και η οικονομική και κοινωνική ανισότητα οδήγησαν στο ξεκλήρισμα  δεκάδων χωρών και στην μαζική μετακίνηση πληθυσμών απ’ τον φτωχό νότο στον πλούσιο βορρά

Οι εικόνες των χιλιάδων «παράτυπων» (λέξη της Οργουελιανής NewSpeak) μεταναστών στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, τα ναυάγια με τους χιλιάδες νεκρούς αλλά, και οι μετακινήσεις πληθυσμών στο κέντρο της «πλούσιας» Ευρλωπης (χιλιάδες Κροάτες μεταναστεύουν στην Ιραλανδία και αλλού για εξεύρεση εργασίας και εκατοντάδες Έλληνες φεύγουν στο εξωτερικό για ίδιους λόγους), δείχνουν έναν άσχημο και επικίνδυνο δρόμο που, επιτρέψτε να πω, θα φέρει περιφερειακούς πολέμους με δυστυχία για ιθαγενείς και «παράτυπους»

Δείτε μερικά απ’ τα καρτούν που καλούνται να αντιμετωπίσουν τον Αρμαγγεδώνα. Οι κυρίες Τασία, Ζωή, Θεοδώρα, Ντόρα, η Κα που είπε το θεϊκό «Ζαν Κλοντ …Κρίκετ», ο κ. Παναγιώτης, ο κ. Νίκος, ο κ. Βαγγέλης, σαν απομεινάρια ταινιών της Φίνος Φιλμ, άτομα που εκλέγονται απ’ τον, σύμφωνα με τον Ανδρέα τον 1ο Παπανδρέου τον 2ο, «εθνικά υπερήφανο και ανεξάρτητο ελληνικό λαό»

Πολλοί θα πουν (και, ίσως, έχουν δίκιο) ποιος είσαι εσύ που κρίνεις μία Θεοδώρα ή έναν Νίκο

Ο ΝΟΚ είμαι. Ο Να Ο Κανένας. Ένας γραφικός γκρινιάρης που γράφει τα ίδια και τα ίδια, δεν καταλαβαίνει το μεγαλείο της σημητικής, καραμανλικής, παπανδεΙκής και συριζαϊκής Ελλάδας, ένα απολίθωμα απ’ ένα μέλλον που θα αργήσει να έλθει -αν κάποτε έλθει

Υπάρχουν ακόμα αναγνώστες που θυμούνται την παλιά εποχή. Τότε που το γράψιμο για τους 4Τ, την ΠΤΗΣΗ, που και που τον ΗΧΟ ξεκινούσε στις 7 το πρωί και τέλειωνε (αν) δυό ώρες μετά τα μεσάνυχτα

Και δεν έγραφα μόνο στα δικά μου περιοδικά αλλά και σε άλλα όπως το «ΑΛΦΑ», τα «ΕΠΙΚΑΙΡΑ» και, βέβαια στις εφημερίδες που εργάστηκα (ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗ, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, ΒΗΜΑ Κυριακής, Δημοκρατική Αλλαγή, Πρωινή ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, ΕΘΝΟΣ κ.α

Σε ορισμένα έντυπα έγραφα για τους δημιουργούς που σχεδιάζουν και κατασκευάζουν αυτοκίνητα, αεροπλάνα, τρένα, πυραύλους, βιομηχανικό εξοπλισμό προσπαθώντας να «πω» στους αναγνώστες πως λειτουργούσε ο σύγχρονος κόσμος

Σε άλλα δημοσίευα αμιγώς πολιτικά κείμενα κάνοντας, πρώτα, χιούμορ και κριτική για τις πράξεις και τα κατορθώματα των ιριδιζόντων κουστουμιών της παλαιοδεξιάς, μετά στο, επιπέδου επαρχιακού εδωδιμοπωλείου, επαρχιακό «σοσιαλισμό» και το χυδαίο lifestyle που τον συνόδευε

Ακολούθησαν οι επιθεωρήσεις της «ισχυρής Ελλάδας», του «Εκσυγχρονισμού», της «Επανίδρυσης του Κράτους», της νεότερης ΝΔ, του «Προεδρικού» και του «ΟΛΟΥ» ΠΑΣΟΚ όχι αναγκαστικά μ’ αυτή τη σειρά αλλά, δεν μου έμεινε χρόνος να συγγράψω την «συνέχεια» της παράστασης ενός μοναδικού στην αρλουμπολογία του θεάτρου του νεοελληνικού παραλόγου

Στις δεκαετίες που πέρασαν αλλά, και στα τελευταία 2-3 χρόνια, δεν αναφερόμουν σε πρόσωπα. Ποτέ ή σχεδόν δεν έγραψα για τον κ. Μπουρδούφαλο, την Κα Πατσατσάκρη (φανταστικά ονόματα) γιατί πάντα πίστευα ότι, για όσα μουρλά, εξωπραγματικά και αντίθετα με όσα συνέβαιναν στην «Ευρώπη», δεν έφταιγαν μόνο τα καρτούν των δεκάδων κυβερνήσεων αλλά, και ο, σύμφωνα με τον Ανδρέα τον Α, Παπανδρέου τον Β «εθνικά υπερήφανο αι ανεξάρτητο λαό» ο οποίος λαός πήρε το όνομα του «Έλληνα Λαού» από τον Γεώργιο τον Β, Παπανδρέου τον Γ

Τα άρθρα που πρόβλεπα τι πρόκειται να συμβεί στο κρατίδιο αν συνεχίσει να κυβερνιέται με τον γνωστό κρατικοδίαιτο, χαζοχαρούμενο, ερασιτεχνικό και πολιτικάντικο τρόπο πρέπει να είναι πάνω από 5.000

Το επίσημο κράτος, και μια μεγάλη ομάδα αναγνωστών που στα άρθρα μου μάλλον αναγνώριζαν τον εαυτό τους, με κατέταξε στην κατηγορία των «γραφικών γκρινιάρηδων» που «γράφουν και λένε τα ίδια», που «δεν καταλαβαίνουν το μεγαλείο της Ισχυρής Ελλάδας», που «γίνονται κουραστικοί» αλλά, είναι και συμπλεγματικοί.

Γιατί:

Διότι δεν αγόρασαν Καγιέν, δεν έχτισαν «βίλα» στο «νησί των ανέμων», δεν μπήκαν εξώφυλλο στο Μαρί Κλερ (αλλά, ω της ντροπής που θα με συνοδεύει μέχρι Θανάτου, έγιναν εξώφυλλο στο «Status»)

Τους τελευταίους μήνες παρακολουθώ (πάλι) μια παράσταση του Θεάτρου Νο όπου, το μέρος που η τρόικα θα συνομιλεί με τους «ανοιχτούς γιακάδες», τους λιγοστούς είναι αλήθεια λαιμοδέτες και τα φθαρμένα τζιν, μετατρέπεται σε Μέγα Εθνικό Πρόβλημα, χειρότερο απ’ την κατάρρευση της οικονομίας, τις ουρές στις τράπεζες, το κυπριακό, το σκοπιανό και άλλων κρίσιμων για το μέλλον του Δουκάτου του Φένγουικ (pls goggle it) θεμάτων

Εκτός από ελάχιστες, μετρημένες στα δάχτυλα περιπτώσεις, τα τηλεοπτικά τραπέζια, παράθυρα και μπαλκόνια είναι κατειλημμένα 24/7 από σαφώς διαταραγμένους τύπους ανδρών, γυναικών και λοιπών χαρακτήρων που, λες και βγήκαν από τον θάλαμο διακυβέρνησης του αστρόπλοιου στο STAR WARS

Παρακολουθώ (και αυτό το λέω για δεύτερη φορά στα 48 χρόνια της δημοσιογραφικής/εκδοτικής μου ζωής), ένα νέο άνθρωπο που αποκαλώ Comandante AlChip, να προσπαθεί να «τα βγάλει πέρα» με χαρακτήρες σαν αυτούς που ανέφερα πιο πάνω και άλλους με τους οποίους συνεργάστηκε για να κερδίσει τις εκλογές από τον προηγούμενο ηθοποιό του θεάτρου ΝΟ

Στην ηλικία που αισίως έφτασα του εύχομαι να απαλλαγεί απ’ τους ήρωες του Cartoon Network, να βρει 10-20 σοβαρούς επιστήμονες (ήδη έχει μερικούς), επαγγελματίες και «πυροβολημένους» ανθρώπους και ν’ αλλάξει την πορεία της χώρας

Αν δεν το κάνει τώρα που είναι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού το «Δουκάτο» δεν θα «επιτεθεί» στις μεταφυσικές «ΗΠΑ» και θα χάσει όχι μόνο τη μάχη αλλά και τον πόλεμο –αν και, ψυλλιάζομαι ότι, το τελευταίο ΔΕΝ θα συμβεί διότι, αν πραγματικά κινδυνεύσουμε, σε βοήθεια μας θα σπεύσει (πάλι) το Ιππικό!

Ίσως κάποιος επαναλάβει την διαχρονική μλκ που λέει (για μένα), όλοι μπορούν να Κάνουν κριτική αλλά λίγοι προτάσεις

Ε, λοιπόν λέω (και αδιαφορώ αν με αποκαλέσει προπέτη) πως τα τελευταία 48 χρόνια έχω κάνει δεκάδες προτάσεις τις οποίες, κατά ένα περίργο τρόπο και με όλες τις κυβερνήσεις, όρμησε ο Καλθος και τις κατάπιε

Αν κάποιος θέλει να τις δει (που δεν το θεωρώ πιθανό), δεν έχει παρά να βάλει σε μια μηχανή αναζήτησης, ας πούμε «Καββαθάς συγκεκριμένο θέμα» και θα τα βρει. Όλα. Από το 1958 μέχρι την στιγμή που διαβάζετε αυτές τις γραμμές

Διαβάστε κι’ αυτό που είδα στο ιστολόγιο του εξαιρετικού δημοσιογράφου Μιχάλη Ιγνατίου…

Ο Κονδύλης εξηγεί “το φαύλο παιγνίδι” της ελληνικής “δανεικής ευημερίας”

Του ΜΑΡΙΟΥ ΕΥΡΥΒΙΑΔΗ

Εκεί που πίστευα πως το ζήτημα της ελληνικής κρίσης έχει, ενημερωτικά και επιστημονικά εξαντληθεί, άλλαξα γνώμη, ξαναδιαβάζοντας τον Παναγιώτη Κονδύλη (1943-1998) τον μεγαλύτερο ´Ελληνα πολιτικό φιλόσοφο και στοχαστή του 20ου αιώνα και από τους κορυφαίους της Ευρώπης, που γράφει στην παράδοση των Θουκυδίδη, Μακιαβέλι, Μαξ Βέμπερ και Ρειμόντ Αρόν. Ο Κονδύλης έφυγε αναπάντεχα στα 55.

Ως δείγμα γραφής της επιστημοσύνης του Π.Κ., ο οποίος αναλύει, ερμηνεύει αλλά και  προβλέπει, και εκεί φαίνεται και η αξία του, σας παρουσιάζω ένα μικρό απόσπασμα από το “Επίμετρο στην Ελληνική Έκδοση: Προϋποθέσεις, παράμετροι και ψευδαισθήσεις της ελληνικής εθνικής πολιτικής” που συνόδευσε την ελληνική έκδοση του βιβλίου του “Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο” (1992) το οποίο, όπως όλα τα κορυφαία του έργα, γράφθηκε στα Γερμανικά και μεταφράστηκε από τον ίδιο.

Από το απόσπασμα που ακολουθεί (Εκδόσεις Ποντίκι 2013),  η μόνη αλλαγή που έκανα στο κείμενο του Παναγιώτη Κονδύλη, είναι από το πολυτονικό στο μονοτονικό.

“Το φαύλο παιγνίδι της δανεικής ευημερίας (των Ελλήνων) με αντιπαροχή τη βαθμιαία εθνική εκποίηση θα μπορούσε ίσως να παραταθεί για πολύ μέσα στο θερμοκήπιο μιας Ευρώπης συνασπισμένης από τους φόβους του Ψυχρού Πολέμου και οικονομικά εύρωστης χάρη στην αμερικανική πολιτικοστρατιωτική στήριξη . Όμως, όσο κι αν φαίνεται παράξενο το τέλος του Ψυχρού Πολέμου συνεπέφερε και το τέλος τέτοιων θερμοκηπίων, οι ευρωπαϊκές Δυνάμεις καλούνται να πληρώσουν τώρα οι ίδιες τα έξοδα για τις περιφερειακές και παγκόσμιες υποχρεώσεις ή επιθυμίες τους, και αρχίζει μία περίοδος όπου καθένας μετρά ως την τελευταία πεντάρα τά (πολιτικά και οικονομικά) έσοδα και έξοδα, προετοιμαζόμενος για τους διαγραφόμενους νέους και οξείς ανταγωνισμούς.

Υπό τις συνθήκες αυτές η Ελλάδα θα έπρεπε να διαθέτει μοναδικά και αναντικατάστατα γεωπολιτικά ή στρατηγικά πλεονεκτήματα προκειμένου ν´ ανταλλάξει
μ´αυτά τον παρασιτικό κατανατωλισμό της-όμως δεν διαθέτει κι αυτό σημαίνει ότι ακόμα και η εξακολούθηση της εθνικής εκποίησης στους ισχυρότερους Ευρωπαίους και άλλους εταίρους όχι μόνο την εν μέρει δωρεάν διατροφή δεν μπορεί να εξασφαλίσει, αλλά ούτε καν μπορεί να εγγυηθεί τουλάχιστον την πολιτικοστρατιωτική προστασία της ελληνικής εθνικής υπόστασης. Η αναζήτηση προστάτη είναι μάταιη, όχι γιατί οι περήφανοι Έλληνες δεν ζητούν και δεν θέλουν προστασία, αλλά γιατί κανείς δεν την προσφέρει αναμφίλεκτα και τελεσίδικα. Αυτή είναι η σημερινή κατάσταση του ελληνικού έθνους, μετά από επτά δεκαετίες γεωπολιτικής και κοινωνικοπολιτικής
συρρίκνωσης.

Έτσι τίθεται και πάλι, από άλλους δρόμους και με άλλες συντεταγμένες, το κλασικό πρόβλημα της εθνικής επιβίωσης, το οποίο πολλοί πίστεψαν ότι θα λύσουν άνετα και πρόσχαρα με την “ευρωπαϊκή ενοποίηση”. Άλλοι πάλι πρεσβεύουν ότι κάθε διατύπωση τέτοιων προβλημάτων και γενικά οποιαδήποτε επικέντρωση της πολιτικής σκέψης στο έθνος σημαίνει απορριπτέο αταβισμό. Όποιος δεν θέλει να συγχέει τις ευχές του με την πραγματικότητα οφείλει να διαπιστώσει ότι, όσο κι αν αυτό φαίνεται λυπηρό για τις προοπτικές της παγκόσμιας κοινωνίας, το έθνος ως βασική μονάδα πολιτικής συνομάδωσης και συνεπώς η επιβίωση του ως εγγυητής της φυσικής και πολιτικοκοινωνικής επιβίωσης συγκεκριμένων ανθρώπων διόλου δεν έχουν πρακτικά ξεπερασθεί ούτε σε ευρωπαϊκό ούτε σε παγκόσμιο επίπεδο.

Στο βιβλίο αυτό εξηγήσαμε γιατί είναι εσφαλμένη η αντίληψη ότι οι οικονομικές συγχωνεύσεις και οι διεθνείς τυποποιήσεις του δικαίου ή της ηθικής μπορούν από μόνες τους να δημιουργήσουν υπερεθνικές ενότητες. Όπως δείχνει, σε όποιον την παρακολουθεί προσεκτικά, η συμπεριφορά των μεγάλων ευρωπαϊκών και εξωευρωπαϊκων Δυνάμεων μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, αυτές διόλου δεν θεωρούν ότι η συγχώνευση των οικονομιών  θα καταργήσει τα εθνικά οικονομικά και άλλα συμφέροντα ή ότι η μετατόπιση του κέντρου βάρους προς ζητήματα της οικονομίας θα εξαλείψει τους εθνικούς ανταγωνισμούς. Τα μικρότερα έθνη, συμπεριλαμβανομένου και του ελληνικού, οφείλουν να συναγάγουν τα συμπεράσματά τους από τις παρατηρήσεις αυτές. Η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία δεν σημαίνει κατάργηση της πολιτικής, και μάλιστα της εθνικής πολιτικής, παρά προκαλεί μιάν ολοένα και στενότερη σύνδεση ανάμεσα σε οικονομική και σε εθνική επιτυχία ή αποτυχία. Αυτό είναι οφθαλμοφανές στον στενότερο στρατιωτικό τομέα, έξ ίσου πρόδηλο θα γίνει όμως και ως πρός ολόκληρο το εθνικό-οικονομικό φάσμα στον βαθμό που ενεργειακοί πληθυσμιακοί, οικολογικοί και συναφείς παράγοντες αποκτήσουν στην αρχόμενη φάση της πλανητικής πολιτικής προνομιακή σημασία για την επιβίωση των επί μέρους εθνών. Σε μιά τέτοια περίπτωση, μόνο όποιος κάνει έγκαιρη και επίμονη προεργασία θα διασωθεί μακροπρόθεσμα -και το μικρό έθνος χρειάζεται ίσως μεγαλύτερη προβλεπτικότητα από τα μεγάλα.

Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, η μαζικοδημοκρατική  απάλειψη των προγραμματικών αστικοφιλελεύθερων διαχωρισμών ανάμεσα σε κυβερνητική, οικονομική, πολιτική, πολιτισμική ή ηθική σφαίρα κτλ. έκαμε το πρόβλημα της οικονομίας και συνάμα εκείνο της εθνικής επιβίωσης πολύ συνθετότερο απ´όσο ήταν στην εποχή του εθνικισμού του 19ου αιώνα. Η σφαιρικότητα του σύγχρονου οικονομικού προβλήματος απαιτεί σφαιρικότητα και συλλογικότητα της προσπάθειας για την επίλυσή του, ήτοι απαιτεί τη σύλληψη του ως πρόβλημα εθνικής επιβίωσης….Το σημερινό ελληνικό έθνος θα όφειλε να δεί την οικονομική του εκλογίκευση ακριβώς ως πάλη κατά του παρασιτισμού , ως αντικατάσταση μιας κοινωνικής συμβίωσης όπου ο ένας “κλάδος” ζεί απομυζώντας άμεσα ή έμμεσα (δηλ. μέσω της κυβερνητικής διαχείρισης των δημοσίων πόρων) κάποιον  άλλον, ενώ όλοι μαζί ζούν υποθηκεύοντας το εθνικό μέλλον, από μια κοινωνική συνοχή με την παραπάνω λειτουργική έννοια. Αυτό συνεπάγεται τόσο πολλά, τόσες πολλές αλλαγές σε τόσα διαφορετικά επίπεδα, ώστε είναι περισσότερο από αμφίβολο αν μπορεί σήμερα να πραγματοποιηθεί σε καθοριστικό βαθμό. Αλλά εδώ συζητάμε μόνο ποιές είναι οι απαρατήρητες προϋποθέσεις μιας εθνικής πολιτικής, δηλ. μιας πολιτικής με σκοπό την εθνική επιβίωση, χωρίς και να ισχυριζόμαστε ότι η τέτοια εθνική επιβίωση είναι πλέον εφικτή. Η ορθή θεραπεία δεν αρχίζει πάντοτε εγκαίρως.

Το γεγονός, το οποίο περιπλέκει αφάνταστα τη σημερινή ελληνική κατάσταση, κάνοντας τη να φαίνεται κατ´αρχήν αδιέξοδη, είναι ότι η υπέρβαση του παρασιτικού καταναλωτισμού ειδικότερα και του κοινωνικού και ιστορικού παρασιτισμού γενικότερα, η εκλογίκευση της οικονομίας και της εθνικής προσπάθειας στο σύνολό της, δεν προσκρούουν απλώς στα οργανωμένα συμφέροντα μιας μειοψηφίας , η οποία στο κάτω-κάτω θα μπορούσε να παραμερισθεί με οποιαδήποτε μέσα και προ πάντος με τη συμπαράσταση της μεγάλης πλειοψηφίας. Τα πράγματα είναι ακριβως αντίστροφα. Η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού όλων των κοινωνικών στρωμάτων έχει έν τω μεταξύ συνυφάνει, κατά τρόπους κλασσικά απλούς ή απείρως ευρηματικούς, την ύπαρξη και τις απασχολήσεις της με τη νοοτροπία και με την πρακτική του παρασιτικού
καταναλωτισμού και του κοινωνικού παρασιτισμού. Για να ακριβολογήσουμε, βέβαια, πρέπει να προσθέσουμε ότι σε σχέση με τη σύγχρονη Ελλάδα η έννοια του παρασιτισμού μόνον οξύμωρα μπορεί να χρησιμοποιηθεί: γιατί εδώ δεν πρόκειται για ένα λίγο-πολύ υγιή εθνικό κορμό, ο οποίος έχει αρκετές περισσές ικμάδες ώστε να τρέφει και μερικά παράσιτα ως σύνολο εις βάρος ολόκληρου του εαυτού του, ήτοι τρώει από τις σάρκες του και συχνότατα από τα περιττώματά του. Οι κοινωνικές και ατομικές συμπεριφορές, που ευδοκιμούν μοιραία σε τέτοιο μικροβιολογικό περιβάλλον, συμφυρόμενες με ζωτικότητα κατάλοιπα αιώνων ραγιαδισμού, βαλκανικού πατριαρχισμού και πελατειακού κοινοβουλευτισμού, αποτελούν την άκρα αντίθεση και τον κύριο φραγμό προς κάθε σύλληψη και λύση των προβλημάτων της εθνικής επιβίωσης πάνω σε βάση μακροπρόθεσμης και οργανωμένης συλλογικής προσπάθειας.

Η σημερινή ψυχοπνευματική εξαθλίωση του ελληνικού λαού στο σύνολό του δεν νοείται ωστόσο εδώ με τη στενή σημασία των διαφόρων ηθικολόγων, παρά πρωταρχικά ως μέγεθος πολιτικό: έγκειται στην επίμονη και ιδιοτελή παραγνώριση της αδήριτης σχέσης που υφίσταται ανάμεσα σε απόδοση και απόλαυση και κατ´ επέκταση στην αδιαφορία απέναντι στην υπονόμευση του εθνικού μέλλοντος εξ´αιτίας απολαύσεων μή καλυπτομένων από αντίστοιχη απόδοση. Ως ελαφρυντικό πρέπει ίσως να θεωρήσει κανείς ότι οι πλείστοι Έλληνες δεν γνωρίζουν καν τί σημαίνει “απόδοση” με την σύγχρονη έννοια και συχνά πιστεύουν ότι αποδίδουν μόνο και μόνο επειδή ιδρωκοπούν  φωνασκούν και τρέχουν από το πρωί ως το βράδυ. Όμως αυτό ελάχιστα μεταβάλλει το πρακτικό αποτέλεσμα. Η δυσαρμονία απόλαυσης και απόδοσης ήταν ανεκτή όσο
η απόλαυση ήταν γλίσχρα και η απόδοση δεν μετριόταν πάντα με τα μέτρα των προηγμένων ανταγωνιστικών οικονομιών. Αλλά στις τελευταίες δεκαετίες μεταστράφηκαν και οι δύο αυτοί όροι: τα οικονομικά σύνορα έπεσαν, τουλάχιστον
σ´ό,τι αφορά το μέτρο της απόδοσης εφ´όσον δεν είναι δυνατόν να αποτιμώνται με άλλο μέτρο απόδοσης τα (συνεχώς αυξανόμενα) εισαγόμενα και με άλλο μέτρο τα εξαγόμενα, κι επομένως όποιος θέλει να εισαγάγει χωρίς να ξεπουληθεί πρέπει να εξαγάγει ίση απόδοση.

Οι αντιλήψεις για το τι σημαινει απόλαυσης προσανατολίστηκαν, πάλι, μαζικά στα πρότυπα των προηγμένων καταναλωτικών κοινωνιών έτσι ώστε η απόσταση απ´αυτά να γίνεται από τους πλείστους αισθητή ως στέρηση. Έτσι η διάσταση ανάμεσα σε απόλαυση και απόδοση έγινε εκρηκτική, με αποτέλεσμα τον τελευταίο καιρό να ξαναγίνουν επίκαιρες ορισμένες στοιχειώδεις οικονομικές αλήθειες που η Ελλάδα νόμιζε ότι τις είχε ξεπεράσει με την απλή μέθοδο του δανεισμού. Με δεδομένες όμως τις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές που επισημάναμε παραπάνω, οι αλήθειες αυτές δεν επενέργησαν ως καταλύτης παραγωγικών ενεργειών, παρά μάλλον ως καταλύτης αντεγκλήσεων, η στειρότητα των οποίων επέτεινε τη συλλογική αμηχανία και αβουλία. Πράγματι, για όποιον δεν είναι εξ´επαγγέλματος και ιδιοτελώς υποχρεωμένος (λ.χ. ως πολιτικός) να τρέφει και να διαδίδει ψευδαισθήσεις είναι προφανές ότι η χώρα βυθίζεται στον κοινωνικό λήθαργο και στη συλλογική απραξία, ήτοι η κοινωνική πράξη έχει υποκατασταθεί από αντανακλαστικές κινήσεις: το νευρόσπαστο κινείται κι αυτό, όμως δεν πράττει. Η αίσθηση της αποσύνθεσης είναι γενική και δεσπόζει σε όλες τις συζητήσεις, ενώ η εξ´ίσου διάχυτη δυσφορία εκτονώνεται όλο και ευκολότερα, όλο και συχνότερα σε προκλητική επιθετικότητα και σε επιδεικτική χυδαιότητα….”

Ελπίζω να μη περάσει απ’ το μυαλό σας η σκέψη ότι, συγκρίνω τον εαυτό μου με τον Κονδύλη! Τα όσα έγραψα (και ακόμα γράφω) δεν είναι τίποτα άλλο παρά το εναπόθεμα εμπειριών μιας ζωής σ’ ένα κόσμο που δεν είναι αγγελικά πλασμένος αλλά που, το καλό του κομμάτι, δεν έχει σχέση με τον οίκο ανοχής που, τελικά, έχτισαν τα ιριδίζοντα κουστούμια, τα ζιβάγκο, τα λουμποτεν και, τα σακάκια με τους σηκωμένους γιακάδες και τα κόκκινα σιρίτια 

« Προηγούμενη σελίδαΕπόμενη σελίδα: »



Αρέσει σε %d bloggers: