Archive for the ‘Διεθνής Οικονομία’ Category

Ενδιαφέρον άρθρο από το e-fsw.gr

Πέμπτη, 26 Απρίλιος 2012 08:38

2410Του Peter Tchir (MW)

Μία μεγάλη πληθώρα πολύ μικρών πραγμάτων φαίνεται ότι συμβάλλουν στην αντοχή της αγοράς, αλλά υπάρχει επίσης η πεποίθηση πως τελικά η Γερμανία «έχει λάβει το μήνυμα».

Η Γερμανία τελικά πρόκειται να υπαναχωρήσει των απαιτήσεών της για επιπρόσθετη λιτότητα.

Το πρώτο ερώτημα είναι: Ποιός είναι ο ορισμός της λιτότητας; Προγράμματα που παρέχουν σήμερα χρήματα τα οποία επανακυκλοφορούν ταχέως στην οικονομία επειδή απευθύνονται σε κόσμο για να καλύψει τις βασικές ανάγκες διαβίωσής του, δεν πρέπει να κόβονται. Όταν περικόπτονται, μιλάμε για μία κακή λιτότητα.

Σε γενικές γραμμές η αύξηση των φόρων είναι ενδεχομένως επίσης μία μορφή κακής λιτότητας, αλλά τι γίνεται στην πραγματικότητα όταν προσπαθεί το κράτος να εισπράξει φόρους από εκείνους που αποφεύγουν να τους πληρώσουν; Τα σχέδια για τη μείωση των μακροπρόθεσμων ωφελειών πρέπει να μην σταματήσουν καθώς είναι και το ελάχιστο κόστος για την οικονομία αλλά ταυτόχρονα είναι και απαραίτητα για οποιαδήποτε μακροπρόθεσμη λύση. Έτσι, ενώ η «λιτότητα» αν και δεν έχει αποφέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, ορισμένες εκφάνσεις της πρέπει να διατηρηθεί για να υπάρξει και η παραμικρή ελπίδα ότι η κατάσταση μπορεί να αντιστραφεί στο μέλλον.

Το δεύτερο, και πιο σημαντικό ερώτημα είναι: Γιατί κάθε λογικός άνθρωπος πιστεύει πως οι δαπάνες που αποσκοπούν στην ανάπτυξη θα τελεσφορήσουν; Ας κάνουμε έστω για λίγο μία παύση και να σκεφτούμε. Πώς δημιουργήθηκαν μαζικά όλα αυτά τα ελλείμματα; Όλες οι δαπάνες έγιναν επιπόλαια; Δε νομίζω. Ένα μέρος αυτών των δαπανών είχε ως στόχο τη δημιουργία ανάπτυξης σε ορισμένους τομείς. Απλά, είναι πολύ δύσκολο να πετύχουμε την ανάπτυξη.

Εάν ο σκοπός της οποιασδήποτε δαπάνης σε παγκόσμια κλίμακα ήταν η ανάπτυξη, η αμερικανική οικονομία που θεωρείται ο «βασιλιάς» του καταναλωτισμού και άρα των μαζικών δαπανών θα βίωνε μία αύξηση του ΑΕΠ παρόμοια – αν όχι ίση – με την αντίστοιχη της Κίνας. Δεν είναι τόσο εύκολη η μετάβαση στην ανάπτυξη. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι τα χρήματα που διοχετεύτηκαν για το “Solyndra”, διατέθηκαν επειδή υπήρχε μία πραγματική πεποίθηση ότι ενδεχομένως ήταν μια καλή επένδυση που θα έφερνε ανάπτυξη ανάπτυξη. Η περίπτωση της General Motors θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως παράδειγμα, αλλά δεν είμαι πεπεισμένος ότι οι κρατικές δαπάνες πέτυχαν περισσότερο από ό,τι θα πετύχαιναν τα ιδιωτικά κεφάλαια στην εκδοχή μίας πραγματικής πτώχευσης .

Ο ενθουσιασμός για «τις δαπάνες που προκαλούν ανάπτυξη» συνεπαίρνουν σχεδόν το ανθρώπινο μυαλό, επειδή εναντιώνονται στην προϊστορία που θέλει τις κυβερνήσεις να αδυνατούν να επιτύχουν την πραγματική ανάπτυξη. Αλλά, υπάρχει και μία πλευρά του όλου ζητήματος που φαίνεται ότι βγάζει κάποιο νόημα τουλάχιστον από πλευράς Wall Street.

Έτσι, το τελικό ερώτημα είναι: Ποιος θα χρηματοδοτήσει όλες αυτές τις δαπάνες; Και αυτός είναι και ο πραγματικός λόγος που η Wall Street ενθουσιάζεται με τις δαπάνες που αφορούν την ανάπτυξη.

Εάν η Ισπανία ανακοίνωνε μια νέα μεγάλη εκστρατεία δαπανών, θα πίστευε πραγματικά κανείς ότι θα μπορούσε να «λειτουργήσει»; Τι θα έκαναν οι Ισπανοί; Θα έφτιαχναν και άλλα σπίτια για να τονώσουν την αγορά της οικοδομής; Πώς θα βοηθούσε κάτι τέτοιο όταν η διαφαινόμενη φούσκα στην αγορά των ακινήτων είναι μέρος του προβλήματος; (στην πραγματικότητα έχει σκάσει η φούσκα, απλά δεν έχει ανακοινωθεί επίσημα και από τις τράπεζες).

Οι απογοητευμένοι επενδυτές – καθώς θα λάβουν επιτόκιο μόνο 4,75% από τον πενταετή δανεισμό τους προς το κράτος – θα στηνόντουσαν στην γραμμή για να πάρουν σειρά προκειμένου να αγοράσουν όλο το κρατικό χρέος σκεπτόμενοι τα κίνητρα που απορρέουν από τις δαπάνες; Και πάλι δε νομίζω.

Αγοράζοντας νέο χρέος σε ένα περιβάλλον όπου οι χώρες αισθάνονται ελεύθερες να δαπανούν χρήματα και να έχουν ελλείμματα, επειδή η λιτότητα που εφαρμόζεται είναι αναποτελεσματική, θα αποτρέψουν μόνο την είσοδο των ιδιωτικών κεφαλαίων. Έτσι, οι παγκόσμιες κεντρικές τράπεζες του κόσμου θα πρέπει να πρωτοστατήσουν εκ νέου και να προβούν σε νέες χρηματοδοτήσεις. Δεν νομίζω ότι κάτι τέτοιο είναι καλό, αλλά μπορώ να καταλάβω γιατί μερικοί το κάνουν, καθώς οι στόχοι τους από οικονομικής άποψης είναι εντελώς ιδιοτελείς.

Η πραγματικότητα είναι ότι οι δαπάνες δεν λύνουν κανένα πρόβλημα. Απεναντίας όσο περισσότερες είναι οι κρατικές δαπάνες τόσο μεγαλύτερο θα είναι και το χρέος της χώρας χωρίς να υπάρξει βελτίωση της οικονομίας. Το να αρθούν τα – μακροπρόθεσμου χαρακτήρα – μέτρα λιτότητας, ο δείκτης του δημοσίου χρέους ως προς το ΑΕΠ θα φαντάζει όλο και πιο τρομακτικός. Η αναδιάρθρωση θα πρέπει τελικά να γίνει μαζικά.

Δεν είναι τυχαίο ότι στις ΗΠΑ το δημόσιο χρέος χρηματοδοτείται από θεσμικούς παράγοντες. Το σχέδιο είναι να εγκαταλείψουν πιο εύκολα οιεπενδυτές το ευρώ.

Για παράδειγμα, ένα ιταλικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα έχει τόσο το ενεργητικό του όσο και το παθητικό του στην Ιταλία. Η επιστροφή της χώρας στη λιρέτα, καθιστά τη διαχείριση του χρέους – ιδιαίτερα σε μία κατάσταση όπως η σημερινή – εφικτή. Όντως, τα ιταλικά ομόλογα μετατρέψιμα σε λιρέτες μπορούν να μεταθέσουν την εμπορευσιμότητά τους σε χαμηλότερα επίπεδα λόγω της υποτίμησης του εθνικού νομίσματος. Ωστόσο, την ίδια στιγμή οι αποδόσεις αυτών των προγραμμάτων στη λήξη τους θα είναι λιγότερης αξίας λόγω και πάλι της εν λόγω υποτίμησης.

Το ίδιο ισχύει και στον τραπεζικό τομέα. Οι επιχειρήσεις που δεν θα έχουν αυτήν την πολυτέλεια, καθώς οι πιο πολλές εμφανίζουν δραστηριότητα σε παγκόσμια εμβέλεια έχοντας τις έδρες τους σε όλο τον κόσμο. Παρ’ όλα αυτά, η τελευταία διαπίστωση μπορεί να εξηγήσει γιατί οι ιταλικές και οι ισπανικές επιχειρήσεις το μόνο που παρήγαγαν ήταν το χρέους. Έτσι, η επιστροφή των χωρών στα εθνικά τους νομίσματα θα έχει την μικρότερη επίδραση στην ευρωζώνη ειδικότερα στην περίπτωση που το δημοσιονομικό χρέος στο εσωτερικό της βρεθεί σε ακόμα υψηλότερα σημεία από τα τωρινά. Αυτή είναι η κατεύθυνση στις οποίες φαίνεται ότι κινούνται τόσο οι χώρες του ευρώ όσο και η ΕΚΤ. Μία κατεύθυνση η οποία δείχνει να είναι και η μοναδική πιθανή πραγματική λύση.

Η αναδιάρθρωση του χρέους από την άποψη της μείωσης των τοκομεριδίων, της πλασματικής μείωσης, και της επέκτασης του χρονικού σημείου ωρίμανσής του είναι επίσης κάτι το εφικτό. Αν οι χώρες έμαθαν κάτι από την Ελλάδα, αυτό είναι το να περιμένεις εδώ και πάρα πολύ καιρό περισσότερα χρήματα από την τρόικα παρά από τον ιδιωτικό τομέα για να σου διαγραφεί το χρέος, έτσι δε λύνεις το πρόβλημά σου ως χώρα.

Ένας λόγος που η ΕΚΤ δεν έχει ενεργοποιήσει το πρόγραμμά της μέσω της δευτερογενούς αγοράς, είναι ότι οι χώρες-μέλη της δεν είναι σίγουρες πόσα της χρωστάνε. Η ΕΚΤ έχει αποδείξει ότι δεν βοηθάει σε τίποτα για την αλλαγή της δυσμενούς δημοσιονομικής κατάστασης των κρατών της περιοχής της.

Έτσι, η εφαρμογή της πολιτικής «λιτότητα τώρα» αν και δείχνει πως πνέει τα λοίσθια, τουλάχιστον δεν δίνει και δείχνει και το δρόμο της οριστικής εξόδου από την κρίση. Η επιστροφή στα εθνικά νομίσματα ή η αναδιάρθρωση του χρέους θα είναι οι τελευταίες πράξεις του έργου.

από το Marketbeast.gr
«…Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ιταλία, και Ισπανία εκτός ευρώ» προτείνει σε άρθρο του στους Financial Times ο οικονομολόγος Nouriel Roubini, ο οποίος προβλέπει »Ένα συναινετικό διαζύγιο στην ευρωζώνη» για να αποφευχθεί η καταστροφή.

Διαβάστε παρακάτω όλο το άρθρο:

»Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα απέτρεψε την καταστροφή, προκαλώντας δυναμικό ράλι ανακούφισης, αλλά τίποτα δεν έχει λυθεί κατά βάθος. Η Ελλάδα μπορεί να χρειαστεί κι άλλη αναδιάρθρωση, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία επίσης ίσως χρειαστούν αναδιάρθρωση. Η Ισπανία και η Ιταλία κινδυνεύουν ακόμη να βρεθούν με το όπλο στον κρόταφο. Οι τραπεζικές κρίσεις είναι πάντα πολύ δύσκολο να επιλυθουν αν δεν αφαιρεθούν τα τοξικά ενεργητικά ή δεν γίνουν ανακεφαλαιοποιήσεις.

Η ευρωζώνη εξακολουθεί να πάσχει από έλλειψη στα ουσιώδη στοιχεία μιας νομισματικής ένωσης που αντέχουν στον χρόνο. Και οι προγραμματισμένες μεταρρυθμίσεις μάλλον θα διογκώσουν τις κρυμμένες δημοσιονομικές, τραπεζικές κι εξωτερικές ανισορροπίες, αφήνοντάς την ακόμη λιγότερο ανθεκτική στα σοκ.

Ο χωρισμός μπορεί να είναι δύσκολος, αλλά είναι καλύτερος από το να μένεις κολλημένος σε έναν κακό γάμο. Η κρίση χρεών της περιφέρειας απειλεί να ρίξει τον πυρήνα σε τεράστιες τραπεζικές ελλείψεις κεφαλαίων και υποχρεώσεις, παρασύροντας όλους σε παρατεταμένη στασιμότητα. Αυτό καθρεφτίζει πιθανόν δισεπίλυτα σχεδιαστικά σφάλματα στην ευρωζώνη. Οπότε, αυτό που προτείνουμε είναι ένα φιλικό συναινετικό διαζύγιο.

Οι χώρες που θα εξέλθουν από την ευρωζώνη θα πρέπει να επανισορροπήσουν φεύγοντας από μια ανάπτυξη δημιουργημένη από χρέη και πηγαίνοντας προς ανάπτυξης οδηγούμενη από εξαγωγές και εισόδημα. Τα μέλη της εναπομένουσας ευρωζώνης θα επανισορροπήσουν προς την εσωτερική ζήτηση. Η συμφωνία ελευθέρων εμπορικών συναλλαγών της Ε.Ε. θα παίξει κρίσιμο ρόλο σε αυτό το σημείο. Στην ιδανική περίπτωση, οι πέντε προβληματικές χώρες της περιφέρειας, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ιταλία, Ελλάδα και Ισπανία, θα εξέλθουν διαπραγματευόμενες χρηματοδοτήσεις με «γεφύρωμα».

Η νομισματική ευθυγράμμιση θα βοηθήσει την προσαρμογή. Είναι πολύ καλύτερο να αποκατασταθεί η ανταγωνιστικότητα μεσω υποτιμησης παρά να αλλάξουν οι σχετικές τιμές με μια σταθερή ονομαστική συναλλαγματική ισοτιμία, που θα προκαλούσε παρατεταμένο αποπληθωρισμό χρέους και θα κατέληγε πιθανόν σε άτακτες χρεοκοπίες και εξόδους ή παρατεταμένο πληθωρισμό πάνω από τον στόχο για τις πλεονασματικές χώρες. Οπωσδήποτε θα υπήρχε αναταραχή ακόμη και σε μια συνεργατική, μερική διάλυση της νομισματικής ένωσης, αλλά θα ήταν προς το συμφέρον όλων να ελαχιστοποιηθεί η ζημιά με υπαγωγή σε μια συμφωνημένη στρατηγική εξόδου.

Αυτή η στρατηγική θα πρέπει να διασφαλίζει την βιωσιμότητα των χωρών που θα εξέλθουν και την αξιοπιστία του ευρώ. Θα διατηρήσει την τελωνειακή ένωση της ΕΕ προς όφελος όλων των μελών. Και θα δημιουργήσει ένα νομισματικό πλαίσιο για την υπόλοιπη ΕΚΤ και τις εξερχόμενες εθνικές κεντρικές τράπεζες.

Ένα μεταβατικό νομισματικό πλαίσιο θα αναστρέψει τον μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών που είχε καταλήξει στο ευρώ: Στόχοι forex για τις εξερχόμενες εθνικές τράπεζες με την ΕΚΤ να δίνει στήριξη αποτρέποντας νομισματική κατάρρευση, εξόδους κεφαλαίων και συνεπαγόμενη εκτίναξη πληθωρισμού. Τα νέα περιθώρια διακύμανσης forex θα διευρύνονται βήμα – βήμα καθώς ο πληθωρισμός και οι προμήθειες συναλλαγματικού κινδύνου θα επιστρέφουν σε ομαλά επίπεδα.

Μετά την μετάβαση, οι εθνικές κεντρικές τράπεζες και η ΕΚΤ θα εφαρμόσουν συμφωνημένους στόχους πληθωρισμού, αποτρέποντας τον προστατευτισμό στην ευρύτερη ΕΕ με περιορισμό των ανταγωνιστικών υποτιμήσεων. Οι χώρες που εξέρχονται θα είναι μικρές, ανοιχτές οικονομίες σε σχέση με την εναπομένουσα ευρωζώνη, όπου οι συναλλαγματικές κινήσεις θα μεταφραστούν γρήγορα σε πληθωρισμό, προκαλώντας τες έτσι να αποφύγουν μεγάλες υποτιμήσεις που θα προκαλούσαν σπιράλ μισθολογικού πληθωρισμού.

Σε αντίθεση με άλλες μεταβολές συναλλαγματικών καθεστώτων, οι κλίμακες διακύμανσης FX δεν θα απειλούνται από ανεπαρκή συναλλαγματικά αποθέματα των εξερχόμενων κρατών. Η ΕΚΤ θα αγοράζει τα νέα νομίσματα στο κατώτερο σημείο της κλίμακας διακύμανσης για να μετριάσει τις απώλειες από συναλλαγματικές καταρρεύσεις και άτακτες χρεοκοπίες.

Αυτό το στοιχείο του σχεδίου θα βάλει τα βάρη της χρηματοδότησης της προσαρμογής και της εξόδου στην ΕΚΤ και στα εναπομένοντα μέλη της ευρωζώνης. Όμως η μεταβατική κηδεμονία ή οι εφάπαξ συμβιβασμοί είναι συχνά το κλειδί των συναινετικών διαζυγίων. Η μεταβατική επίσημη χρηματοδότηση θα μετριάσει ζημίες και στάσεις πληρωμών, όπως γίνεται σε πολλές μεταβολές συναλλαγματικών καθεστώτων, και θα διευκολύνει την επιβίωση και ενότητα της ΕΕ, βοηθώντας να αποτραπεί η από-παγκοσμιοποίηση που συχνά ακολουθεί τις δημοσιονομικές κρίσεις.

Είναι πάρα πολύ σημαντικό να υπάρχει ένα ξεκάθαρο, κατανοητό νομικό πλαίσιο για την έξοδο. Θα μετονομαστικοποιήσουμε όλα τα συμβόλαια που υπόκεινται στον εσωτερικό δίκαιο στο νέο νόμισμα κατά την περίοδο της εξόδου. Θα κρατήσουμε την ονομαστικοποίηση σε ευρώ των συμβολαίων του διεθνούς δικαίου.

Οι τράπεζες και οι αγορές αποτελούν την πιο σοβαρή άμεση απειλή στην στρατηγική εξόδου. Η νομισματική στήριξη από τα ην ΕΚΤ θα δώσει τον χρόνο για κάλυψη από τον κίνδυνο και αποπληρωμή των υποχρεώσεων σε ευρώ. Αυτές οι στρατηγικές θα μετριάσουν την ζημιά στο τραπεζικό σύστημα και θα στηρίξουν την οικονομική δραστηριότητα και επενδυσεις. Ωστόσο, οι αμφιβολίες για την στρατηγική μπορεί να προκαλέσουν έξοδο κεφαλαίων, απαιτώντας προσωρινές εθνικοποιήσεις τραπεζών, περιορισμούς στις αναλήψεις καταθέσεων και μεγαλύτερη χρήση των πληρωμών χωρίς ρευστό, καθώς και προσωρινούς ελέγχους κεφαλαίων.

Οι νόμοι για τα διαζύγια υπάρχουν γιατί τα συναινετικά διαζύγια είναι καλύτερα για όλους, σε σύγκριση με την χρόνια κατάθλιψη που συνεπάγεται ένας κακός γάμος. Η ευρωζώνη θα πρέπει να μηχανευτεί το σχέδιο της συγκροτημένης εξόδου όσο γρηγορότερα τόσο καλύτερα, γιατί η ολιγωρία συχνά αυξάνει το κόστος της διάλυσης».

το είδαμε εδώ

Η Βόρεια Κορέα αποτελεί, αυτό που λέμε, τη χαρά των μυστικών υπηρεσιών, των ινστιτούτων εξωτερικής πολιτικής, των διαφόρων think tanks, και τον πονοκέφαλο των ΗΠΑ και της Ν. Κορέας. Και της Κίνας φυσικά, αλλά για άλλους λόγους. Προσφέρει ελάχιστο υλικό για τα τεκταινόμενα στο εσωτερικό της, (παρεμπιπτόντως, οι περισσότερες επικοινωνίες της διοίκησης γίνονται μέσω οπτικών ινών, που είναι αδύνατον να παγιδευτούν), αλλά άφθονες εικασίες και σενάρια, μαντέματα και προπαγάνδα, ειδικά τώρα, που το δαχτυλίδι πέρασε σ’ έναν άπειρο, αδοκίμαστο και άβγαλτο υιό για να αναλάβει τα ηνία μιας φτωχής και σχετικά απομονωμένης χώρας, με πάνω από ένα εκατομμύριο άριστα εκπαιδευμένο και αφοσιωμένο στρατό, με 10 πυρηνικές κεφαλές, με δυο περίπου χιλιάδες τελευταίας τεχνολογίας φυγοκεντρωτές για τον εμπλουτισμό ουρανίου, και με αδιευκρίνιστες διαθέσεις για το μέλλον της χώρας.

Αν αφήσουμε στην άκρη τις, ως επί το πλείστον, θεατρινίστικες κινήσεις των ΗΠΑ και της Ν. Κορέας, που με την αναγγελία του θανάτου του Kim Jong-il έσπευσαν να σημάνουν συναγερμό και να θέσουν σε επιφυλακή τις στρατιωτικές τους δυνάμεις, φοβούμενες τάχατες άμεση πυρηνική επίθεση, κι αυτό εν μέσω κλίματος πένθους και συντριβής, το μέλλον της Β. Κορέας θα μπορούσε να διαγραφεί ως εξής: 1) να παραμείνει ως έχει, εξασφαλίζοντας μια σταθερή διακυβέρνηση υπό την αιγίδα της τριάδας, θείος-θεία-ανιψιός και με τη σύμφωνη γνώμη του στρατού, 2) να διαλυθεί, αν ο στρατός αποφασίσει να αποσύρει τη στήριξή του, 3) να ανοίξει την οικονομία της υιοθετώντας μεταρρυθμίσεις τύπου Κίνας και 4) να επανενωθεί με τη Ν. Κορέα.

Απ’ όλα τα σενάρια, το τελευταίο φαντάζει και το πιο απίθανο, μιας ούτε πλέον η νέα γενιά των νοτιοκορεατών ενδιαφέρεται για κάτι τέτοιο, αλλά ούτε και η Κίνα, η οποία, χάνοντας το μαξιλάρι της Β. Κορέας, θα έχανε ταυτόχρονα και τον ύπνο της, αν έβλεπε αμερικανούς στρατιώτες να στρατοπεδεύουν έξω από τα νότια χερσαία σύνορά της. Επιπλέον, κάθε είδος επανένωσης με φτωχότερους συγγενείς αποτελεί ένα πολύ κοστοβόρο project, ειδικά αν ο φτωχός συγγενής είναι κατά πολύ φτωχότερος και οι υποδομές του ξεπερασμένες.

Η καλύτερη εξέλιξη, που θα βόλευε τόσο τους γείτονες όσο και τις ΗΠΑ θα ήταν προφανώς η τρίτη. Η Β. Κορέα δυνητικά, αποτελεί μεγάλη αγορά και επί πλέον διαθέτει ένα πολύ μορφωμένο και χαμηλού κόστους εργατικό δυναμικό, το οποίο ως ένα βαθμό ήδη εκμεταλλεύονται η Κίνα και Ν. Κορέα στις ελεύθερες οικονομικές ζώνες, δύο στο βορρά με την Κίνα και μια στο νότο με την Ν. Κορέα. Πόσο όμως ένα τέτοιο σενάριο είναι πιθανό; Επικαλούμενη την ασυλία που παρέχεται στους μάντεις, να κάνουν, δηλαδή, και λάθος προβλέψεις, θα έλεγα ότι είναι και το πλέον πιθανό. Και τούτο για διάφορους λόγους.

Η Β. Κορέα, εδώ και δυο σχεδόν δεκαετίες πειραματίζεται στο εσωτερικό της, σε ένα κυκλικό θαρρείς σχήμα, με τις ιδιωτικές αγορές, άλλοτε σαν «μαύρες», με ή χωρίς την ανοχή της ηγεσίας, κι άλλοτε σαν επίσημες και νόμιμες. Συγκεκριμένα, οι πρώτες άτυπες αγορές άρχισαν να εμφανίζονται δειλά-δειλά μετά το θάνατο του ηγέτη Kim il Sung το 1994, σαν φυσική αντίδραση στην αντιμετώπιση της μεγάλης πείνας που έπληξε τη χώρα, εξ αιτίας κύματος πλημμυρών που κατέστρεψαν την παραγωγή και τη διακοπή της βοήθειας από την πρώην Σοβιετική Ένωση. Η διάδοση και αποτελεσματικότητά τους ήταν τέτοια, ώστε αναγνωρίστηκαν και επισήμως το 2003 από τον διάδοχο Kim Jong-il, υπό προϋποθέσεις φυσικά, που αφορούσαν για παράδειγμα την ηλικία των μικρο-εμπόρων, το ωράριο λειτουργίας, το εύρος τιμών, κ.α. Στο απόγειό τους, μόνο στην Pyongyang λειτουργούσαν γύρω στις 500 και δεν εμπορεύονταν μόνο τρόφιμα και είδη οικοτεχνίας, αλλά και εισαγόμενα καλούδια από την Κίνα, όπως τηλεοράσεις, ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές, ποδήλατα, μέχρι και βιρμανέζικο ουίσκι.

Αυτά μέχρι το 2005. Το καθεστώς θορυβημένο από την έκταση που είχε πάρει το φαινόμενο, ήρε την υποστήριξή του, και επανέφερε το σύστημα της απ’ ευθείας διανομής αγαθών από το κράτος. Το 2006, μάλιστα προέβη και σε εκκαθαρίσεις της «εκσυγχρονιστικής» μερίδας του κόμματος.

Το εμπάργκο, όμως δεν κράτησε για πολύ, κυρίως λόγω της κοινωνικής αναταραχής που προκλήθηκε, καθότι, σύμφωνα με εκτιμήσεις των Ηνωμένων Εθνών, ένα 40% του αστικού πληθυσμού εξασφάλιζε τη διατροφή του από αυτές. Επειδή η λειτουργία των ιδιωτικών αγορών συνέτεινε, όπως ήταν φυσικό, στη δημιουργία μιας αρκετά εύπορης μεσαίας τάξης και στην εμφάνιση σημαντικών ανισοτήτων, ο Kim Jong-il σε μια αιφνιδιαστική κίνηση το 2009, ανατίμησε το νόμισμα won, κόβοντας δυο μηδενικά, και θέτοντας ταυτόχρονα ένα ανώτατο όριο ως προς το ύψος των χρημάτων που μπορούσαν να μετατραπούν. Μαζί με τα δυο μηδενικά λοιπόν, χάθηκε και το κομμάτι εκείνο της μεσαίας τάξης που δεν είχε τη διορατικότητα να αποταμιεύει σε ξένο συνάλλαγμα.

Το 2010, οι αγορές, σε πείσμα όλων ξαναεμφανίστηκαν, κυρίως λόγω του χάους που προκλήθηκε από τη νομισματική μεταρρύθμιση και τον συνακόλουθο πληθωρισμό.

Το ρεζουμέ λοιπόν, της προηγούμενης εξιστόρησης είναι ότι η βορειο-κορεατική ιδιωτική πρωτοβουλία, η οποία συν τοις άλλοις επιδίδεται και στο λαθρεμπόριο δια μέσου των ημι-περατών συνόρων με την Κίνα, έχει αποκτήσει ρίζες και «τεχνογνωσία», και είναι μάλλον απίθανο να εκριζωθεί. Τουναντίον, τη βλέπουμε να επεκτείνει τις δραστηριότητές της και σε συμπράξεις με το κράτος, όπως στη διαχείριση ορυχείων και μεταφορών, κυρίως με τη μέθοδο της δωροδοκίας των υπεύθυνων αξιωματούχων.

Ο θείος του νέου ηγέτη, Chang Sung-taek, ένθερμος οπαδός της ανάπτυξης εμπορικών και οικονομικών σχέσεων με τον έξω κόσμο, έχει ταξιδέψει αρκετές φορές στην Κίνα και σε άλλες ασιατικές χώρες, και επιπλέον φέρεται στενός σύμμαχος του πρώην πρωθυπουργού Pak Pong-ju, ο οποίος είχε πρωτοστατήσει στις οικονομικές μεταρρυθμίσεις του 2003, αλλά και τμημάτων της ελίτ που επιζητούν οικονομική αναδιάρθρωση.

Εν τω μεταξύ, ο ίδιος ο νεαρός διάδοχος, πολύγλωσσος και κοσμοπολίτης, ως μαθητής κάποια χρόνια στην Ελβετία, και με ιδιαίτερη αγάπη στους υπολογιστές, (λέγεται μάλιστα ότι ήταν αυτός που επέμενε για την είσοδο της κινητής τηλεφωνίας στη Β. Κορέα), είναι πιθανόν να συμπλεύσει με τον θείο του, ως προς το άνοιγμα της χώρας του προς τον έξω κόσμο.

Αν όλα τα προηγούμενα σημαίνουν κάτι, και εφ όσον ο στρατός λάβει τις απαραίτητες εγγυήσεις σχετικά με τη διατήρηση των προνομίων του, τότε η Β. Κορέα κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα ίσως βρεθεί στο ίδιο μονοπάτι που ακολούθησε η Κίνα πριν από καμιά δεκαριά χρόνια.

Εξαιρετικό -όπως πάντα άρθρο του Βασίλη Βιλλιάρδου από το: Σοφοκλεους 10

Δευτέρα, 03 Οκτώβριος 2011 00:05
 Η κλιμάκωση της πυρκαγιάς, η ουτοπία της κεντρικά κατευθυνόμενης οικονομίας, τα αδιέξοδα της ελεύθερης αγοράς, η απειλή του απολυταρχισμού, τα πλεονεκτήματα μίας μικτής οικονομίας και ο κίνδυνος διάλυσης των Η.Π.Α

Έχουμε μάθει ότι, παρά τις καλές προθέσεις, καθώς επίσης παρά μία σωστή λειτουργικά Οργάνωση, η ηθική εντιμότητα δεν μπορεί να διατηρηθεί εντός ενός συστήματος, το οποίο καταστρέφει την προσωπική ελευθερία και την ατομική υπευθυνότητα. Οι σοσιαλιστές πιστεύουν σε δύο πράγματα, τα οποία είναι εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους, πιθανότατα δε αντικρουόμενα: στην ελευθερία και στην οργάνωση ” (F.A.Hayek-E.Halevy).

Ανάλυση

Η χώρα μας είναι αντιμέτωπη με το χειρότερο εφιάλτη στην Ιστορία της, με την εισβολή του ΔΝΤ, του εντολοδόχου τηςχρηματοπιστωτικής μαφίας και του Καρτέλ δηλαδή, καθώς επίσης με τις απίστευτες επιθέσεις της Γερμανίας – κυρίως μέσω ενός άμετρου «γκεμπελικού» διασυρμού, με τη συμμετοχή κάποιων διατεταγμένων γερμανικών ΜΜΕ. Η Ελλάδα έχει ταυτόχρονα τεράστια προβλήματα ρευστότητας, δανεισμού και πολιτικής ανεπάρκειας, οπότε θεωρούμε ότι μόνο εμείς «υποφέρουμε» – ενώ ολόκληρος ο υπόλοιπος κόσμος υποφέρει ελάχιστα ή και καθόλου.

Μοναδική ίσως εξαίρεση υποθέτουμε ότι αποτελεί η αντίστοιχα υπερχρεωμένη Ιταλία (πολύ λιγότερο η Πορτογαλία, το Βέλγιο, η Ισπανία και η Ιρλανδία), η οποία ευρίσκεται επίσης στο στόχαστρο τόσο των αγορών, όσο και της Γερμανίας – γεγονός που μας υποχρεώνει να αναρωτηθούμε, μήπως η αλαζονική συμπεριφορά της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωζώνης οφείλεται στη δικαστική διαμάχη, σε σχέση με τις πολεμικές επανορθώσεις στη Χάγη – όπου «κατήγοροι» είναι από κοινού η Ιταλία και η Ελλάδα, κατηγορούμενος δε η Γερμανία.

Εν τούτοις, μάλλον δεν είναι η χώρα μας αυτή που αντιμετωπίζει τα μεγαλύτερα προβλήματα, αφού η κρίση χρέους φαίνεται να οδηγεί όχι μόνο στη διάλυση της Ευρωζώνης, μετά την άκρως επιτυχημένη απόβαση του ΔΝΤ, αλλά και σε μία αντίστοιχη των Η.Π.Α. – μέσα από εξεγέρσεις, «αποσκιρτήσεις» και επικίνδυνες επαναστάσεις, μεταξύ άλλων λόγω της πολυπολιτισμικής δομής της υπερδύναμης. Δηλαδή, αφενός μεν απομακρύνεται συνεχώς η ιδέα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, μέσα από τη δημιουργία των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης, αφετέρου φαίνεται όλο και πιο πιθανή μία «απόσχιση» ορισμένων υπερχρεωμένων Πολιτειών των Η.Π.Α. – με αποτελέσματα που είναι πολύ δύσκολο να προβλεφθούν, όπως θα αναλύσουμε στο τέλος του άρθρου μας.

Σε γενικές γραμμές λοιπόν, η Γερμανία γίνεται όλο και πιο «εθνικιστική» (αν και η ομοσπονδιακή δομή της μάλλον εμποδίζει την επάνοδο του εθνικοσοσιαλισμού), η Γαλλία παραπαίει, η Μ. Βρετανία επίσης, η Ευρωζώνη κινδυνεύει σοβαρά να «αποσυντεθεί» και οι Σκανδιναβικές δημοκρατίες αντιμετωπίζουν με τη σειρά τους τις εταιρείες αξιολόγησης (η Fitch, αδυνατώντας να προσβάλλει το δημόσιο χρέος τους, επειδή είναι σχετικά χαμηλό, προειδοποιεί για υπερχρέωση των νοικοκυριών) – ενώ η Ελβετία, η μοναδική φιλελεύθερη, άμεση δημοκρατία του πλανήτη, στην οποία το κράτος είναι πραγματικά στην υπηρεσία του πολίτη, κινδυνεύει από πάρα πολλές πλευρές (άρθρο).

Στην Ανατολική Ευρώπη, η οποία «βάλλεται» επίσης από το ΔΝΤ (στην πρώην Γιουγκοσλαβία είχε επιλεχθεί το «δόγμα του σοκ» – ή εισβολή του ΝΑΤΟ δηλαδή, όπως και στο Ιράκ), έχουν δημιουργηθεί νέες εστίες πυρκαγιάς, οι οποίες απειλούν τα μέγιστα τόσο το Αυστριακό όσο και το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα – ενώ τα μέταλλα, όπως ο χρυσός και το ασήμι, έχουν εισέλθει σε «πορεία χειραγώγησης».

Παράλληλα, ορισμένες μεγάλες Πολιτείες των Η.Π.Α. αυτονομούνται, στη Ρωσία αναπτύσσεται μία ιδιάζουσα μορφή εθνικοσοσιαλισμού, ενώ η καταχρεωμένη Ιαπωνία αλλάζει συνεχώς κυβερνήτες, χωρίς να μπορεί να διαφύγει από την κρίση -στην οποία οδηγήθηκε τη δεκαετία του ’80 από τις Η.Π.Α.  Η Βραζιλία προσπαθεί να αντιδράσει, η Νότια Αφρική επίσης, στηλεηλατημένη Τουρκία κυριαρχεί ένας «εθνικοθρησκευτικός απολυταρχισμός», ενώ στη Β. Αφρική, καθώς επίσης στη Μέση Ανατολή, έχουν ξεσπάσει ή/και κυοφορούνται αιματηρές επαναστάσεις, εμφύλιοι και λοιποί πόλεμοι. Τέλος, η απολυταρχική Κίνα επεμβαίνει κυριαρχικά σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη, ενώ ο συναλλαγματικός πόλεμος μαίνεται – γεγονότα και καταστάσεις που δεν μας προϊδεάζουν για ένα ειρηνικό μέλλον, αλλά μάλλον για συνθήκες αποκάλυψης.

 

Επομένως, απαιτούνται επειγόντως λύσεις, για την καταπολέμηση των συνεχώς κλιμακούμενων «δυσλειτουργιών» διεθνώς. Οι λύσεις αυτές δε ίσως προϋποθέτουν  ένα διαφορετικό πολιτικοοικονομικό σύστημα – αφού τα παλαιότερα έχουν μάλλον ολοκληρώσει τον «κύκλο» τους. Φυσικά είναι πολύ πιθανόν η αποτυχία των συστημάτων να οφείλεται στη μη συνειδητή αντίδραση των ανθρώπων απέναντι στους φραγμούς, στους περιορισμούς της ελευθερίας καλύτερα, τους οποίους προϋποθέτει ή απαιτεί η κοινωνική συμβίωση. Επίσης, στην έμφυτη τάση κάποιων ανθρώπων για δύναμη και εξουσία – χαρακτηριστικά τα οποία στερούν από τους υπόλοιπους τα βασικά μέσα διαβίωσης και την ελευθερία τους.

 

Στα πλαίσια αυτά θεωρούμε σκόπιμο να αναλύσουμε τα υφιστάμενα συστήματα, έχοντας τη γνώμη ότι, οι διαφορετικές πολιτικές απόψεις των ανθρώπων, δεν οφείλονται στον τελικό στόχο. Ο στόχος αυτός είναι για τη συντριπτική πλειοψηφία ο ίδιος: η κοινωνική δικαιοσύνη, η μεγαλύτερη δυνατή ισότητα και η ασφάλειαΟι «πολιτικές» διαφορές επικεντρώνονται κυρίως στο δρόμο που επιλέγεται, έτσι ώστε να φτάσουν κάποτε οι άνθρωποι στον ίδιο, εκ των προτέρων γνωστό τελικό στόχο, καθώς επίσης στην «ποσότητα/ποιότητα» της απαιτούμενης ελευθερίας.

Με απλούστερα λόγια, δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των ανθρώπων, όσον αφορά τους τελικούς στόχους της κοινωνικής οργάνωσης, του πολιτεύματος δηλαδή που επιδιώκουν – αφού σχεδόν για όλους το ζητούμενο είναι η εξασφάλιση της κοινωνικής δικαιοσύνης, της ισότητας και της ασφάλειας, σε συνθήκες ελευθερίας. Κάποιοι όμως θεωρούν ότι, για να επικρατήσουν τα κοινά για όλους «ιδανικά», θα πρέπει να ακολουθηθεί το σύστημα του σοσιαλισμού – ενώ κάποιοι άλλοι επιλέγουν τον καπιταλισμό, τον ολοκληρωτισμό ή ένα άλλο πολίτευμα. Ειδικότερα λοιπόν τα εξής:

Η ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΟΜΕΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ένας πολιτικός, ο οποίος θα είχε την ιδέα να επιβάλλει στους ιδιώτες τον τρόπο, με τον οποίο θα χρησιμοποιούσαν τα κεφάλαια τους, δεν θα αναλάμβανε μόνο μία άσκοπη φροντίδα, αλλά θα επιζητούσε μία εξουσία, την οποία δεν μπορεί κανείς να εμπιστευθεί σε κανένα κοινοβούλιο και σε καμία κυβέρνηση – πόσο μάλλον σε ένα και μοναδικό άτομο. Μία τέτοια εξουσία δεν θα μπορούσε πουθενά άλλού να είναι τόσο επικίνδυνη, όσο στα χέρια ενός ανθρώπου, ο οποίος θα ήταν τόσο ανόητος και τόσο εγωιστής, ώστε να θεωρήσει τον εαυτό του ικανό να την ασκήσει” (Adam Smith).

 

Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι (δεν επικεντρωνόμαστε στις πολιτικές παρατάξεις ή στους κομματικούς μηχανισμούς εξουσίας), οι οποίοι αυτοαποκαλούνται σοσιαλιστές – εννοώντας συνήθως ότι, πιστεύουν μέσα από την καρδιά τους στα ιδανικά του σοσιαλισμού. Οι άνθρωποι αυτοί δεν απασχολούν τις σκέψεις τους ή δεν θεωρούν ότι πρέπει να τις απασχολήσουν, σχετικά με ποιόν τρόπο είναι εφικτό να επιτύχουν πρακτικά την εφαρμογή ενός συστήματος, το οποίο θα τους εξασφαλίζει τα ιδανικά τους – δηλαδή, την κοινωνική δικαιοσύνη, τη μεγαλύτερη δυνατή ισότητα και την ασφάλεια. Αυτό που επιθυμούν, καθώς επίσης αυτό που γνωρίζουν είναι ότι, πρέπει με κάθε τρόπο να τα καταφέρουν.

Ένας περιορισμένος αριθμός τώρα αυτών των σοσιαλιστών δεν συνειδητοποιεί ότι, το βασικό «εργαλείο» για την επίτευξη της σοσιαλιστικής αλλαγής είναι η κεντρικά κατευθυνόμενη οικονομία – η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για άλλους σκοπούς, συχνά «μη συμβατούς» με τις επιθυμίες των ανθρώπων, όπως (παράδειγμα) για την καταπίεση ορισμένων ομάδων πολιτών, αντίθετων με το πολίτευμα. Η συγκεκριμένη μορφή οικονομικής οργάνωσης είναι λοιπόν ο στόχος όλων αυτών, οι οποίοι ουσιαστικά (συνήθως εν αγνοία τους) απαιτούν την αντικατάσταση της οικονομίας του κέρδους (ελεύθερη αγορά), από αυτήν της κάλυψης των ανθρωπίνων αναγκών (κεντρικός σχεδιασμός) – επομένως, των αγορών από το κράτος.

 

Αναλυτικότερα, στη σοσιαλιστική οικονομία το κράτος προσπαθεί να προβλέψει τις ανάγκες των πολιτών, προγραμματίζοντας την κάλυψη τους στα πλαίσια του εφικτού (χωρίς δάνεια) από πολίτες, οι οποίοι ουσιαστικά εργάζονται όπως οι δημόσιοι υπάλληλοι. Για παράδειγμα, εάν προβλέπει το κράτος ότι, οι πολίτες του θα χρειαστούν τον επόμενο χρόνο 1.000 τόνους πορτοκάλια και 500 τόνους μήλα, οργανώνει την παραγωγή και κατευθύνει τους αγρότες ανάλογα. Εάν όμως, όπως συνήθως συμβαίνει, οι πολίτες αλλάξουν ξαφνικά συνήθειες, τότε ο κεντρικός σχεδιασμός της παραγωγής αποδεικνύεται εντελώς λανθασμένος – κάτι που δεν συμβαίνει σε συνθήκες ελεύθερης αγοράς, ή, εάν συμβεί, τότε το ρίσκο αναλαμβάνεται εξ ολοκλήρου από τους ιδιώτες-επιχειρηματίες, οι οποίοι δεν προέβλεψαν σωστά και δεν προβληματίζει το κράτος.

 

Συνεχίζοντας οι Γάλλοι συγγραφείς, οι οποίοι μετά την γαλλική επανάσταση τοποθέτησαν τις βάσεις, επάνω στις οποίες στηρίχθηκε ο μοντέρνος σοσιαλισμός, γνώριζαν με απόλυτη βεβαιότητα ότι, οι ιδέες τους θα μπορούσαν να εφαρμοσθούν πρακτικά μόνο από ένα αυστηρό, δικτατορικό καθεστώς. Πολύ αργότερα, μετά την επανάσταση του 1848 δηλαδή, οι σοσιαλιστικές ιδέες υποχρεώθηκαν να ενωθούν με τις πανίσχυρες δυνάμεις της ελευθερίας – με στόχο την επίτευξη ενός «δημοκρατικού σοσιαλισμού», τον οποίο επιθυμούσαν οι περισσότεροι άνθρωποι.

 

Εν τούτοις, οι σημαντικότεροι θεωρητικοί ηγέτες, παρά το ότι δήλωναν οπαδοί του δημοκρατικού σοσιαλισμού, γνώριζαν ανέκαθεν πολύ καλά πως η Δημοκρατία και ο Σοσιαλισμός έχουν έναν και μοναδικό κοινό παρανομαστή: την ισότητα. Ενώ όμως η Δημοκρατία αναζητάει την ισότητα μέσα από το δρόμο της ελευθερίας, ο Σοσιαλισμός προκρίνει την καταναγκαστική επιβολή της – με τη βοήθεια της δικτατορίας του προλεταριάτου, η οποία φυσικά δεν επιβάλλεται μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες (εκλογές), αλλά με λαϊκές εξεγέρσεις και με αιματηρές επαναστάσεις.

Το ξεκίνημα της εφαρμογής του σοσιαλισμού στην πράξη, οδήγησε ουσιαστικά στη ρωσική επανάσταση, στον εθνικοσοσιαλισμό της Γερμανίας, στο σταλινισμό, στη μετέπειτα σοβιετική ένωση, στον κινεζικό κομμουνισμό, καθώς επίσης στις σημερινές εξελικτικές τους καταστάσεις: στον κατά κάποιον τρόπο «εθνικοσοσιαλιστικό» καπιταλισμό της Ρωσίας και στον απολυταρχικό καπιταλισμό της Κίνας. Παρά το ότι λοιπόν ο K.Marx θεωρούσε πως, η εξέλιξη της δικτατορίας του προλεταριάτου θα ήταν ο δημοκρατικός σοσιαλισμός, ο οποίος θα εξασφάλιζε σε όλους τους ανθρώπους κοινωνική δικαιοσύνη, ισότητα και πλήρη ασφάλεια, η σημερινή «κατάληξη» είναι εντελώς διαφορετική.

Ίσως οφείλουμε να υπενθυμίσουμε εδώ ότι, ο K.Marx δεν ήταν ο «αρχιτέκτονας» του υπαρκτού σοσιαλισμού – αφού το φοβερό αυτό έργο το ανέλαβε ο Lenin. Το σημαντικότερο βιβλίο του άλλωστε, το «Κεφάλαιο», είναι ουσιαστικά το βιβλίο της κρίσης του καπιταλισμού, ενώ σε ολόκληρο το έργο του δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα που να αναφέρεται στην επόμενη ημέρα – στο πως δηλαδή θα έπρεπε να οργανωθεί και να λειτουργήσει το κράτος, μετά την κατάκτηση της εξουσίας από το λαό. Είχε γράψει απλά ότι, κατά τη «μεταβατική» περίοδο του σοσιαλισμού θα υπήρχε η δικτατορία του προλεταριάτου – μετά από αυτήν, ο γνήσιος κομμουνισμός.

Ουσιαστικά είχε αναφερθεί σε ένα αταξικό σύστημα, το οποίο θα καταργούσε την ατομική ιδιοκτησία – οπότε η κοινωνία θα ήταν ο ιδιοκτήτης όλων των μέσων παραγωγής. Δεν είχε όμως αναλύσει καθόλου τις «λεπτομέρειες», όπως για παράδειγμα το πώς ακριβώς η «κοινωνία» θα ήταν ο ιδιοκτήτης των εργοστασίων, κατά πόσο θα υπήρχε ή μη έντονη διαμάχη μεταξύ διαχειριστών και υφισταμένων, εάν θα μπορούσαν να προβλεφθούν οι ανθρώπινες ανάγκες, έτσι ώστε να σχεδιάζεται κεντρικά η κάλυψη τους, εάν πράγματι θα δραστηριοποιούνταν δημιουργικά οι άνθρωποι, χωρίς ιδιοτελή και ανταγωνιστικά κίνητρα, πως θα συμπεριφέρονταν οι πολιτικοί προϊστάμενοι (κόμμα) απέναντι στα απλά μέλη της κοινωνίας κοκ.

Ανεξάρτητα πάντως από όλα αυτά, σήμερα, μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», καθώς επίσης μετά την άνοδο του απολυταρχικού καπιταλισμού, φαίνεται πως έχουμε λάβει όλες τις απαντήσεις, ενώ έχουν τεκμηριωθεί επαρκώς όλες οι δυσλειτουργίες αυτού του πολιτικού συστήματος – ειδικά η «ιδιάζουσα» σχέση του με την ελευθερία, καθώς επίσης η αδυναμία του να προετοιμάσει τον «γνήσιο κομμουνισμό» (ότι και αν εννοούσε ο χαρισματικός εμπνευστής του με αυτήν την έκφραση).

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

Με εξαίρεση τα απόρθητα μονοπώλια, τα κέρδη είναι ταυτόχρονα η «κορωνίδα» και η «αχίλλειος πτέρνα» του καπιταλισμού – επειδή καμία επιχείρηση δεν μπορεί να κρατήσει μόνιμα τις τιμές της, πολύ επάνω από το κόστος. Με έναν μόνο τρόπο μπορούν να διαιωνίζονται τα κέρδη: η επιχείρηση, ή ολόκληρη η οικονομία, πρέπει συνεχώς να επεκτείνονται” (K.Marx).

Αναμφίβολα, ένα από τα παρακλάδια της γαλλικής επανάστασης οδήγησε στην ιδιαίτερη οικονομία της ελεύθερης αγοράς, την οποία βίωσε με επιτυχία η δύση μέχρι σήμερα – μέσα από έναν «δημοκρατικό σοσιαλισμό», «κοινωνικό καπιταλισμό» κατά άλλους, ο οποίος, στηριζόμενος κυρίως στο νεωτεριστή επιχειρηματία, στον ανταγωνισμό, στην ανάπτυξη, στην ιδιοτέλεια, στη φορολογία και στο δανεισμό (παραγωγή χρημάτων από το πουθενά), σηματοδότησε μία εποχή τεράστιας υλικής προόδου, καθώς επίσης μεγάλης ευμάρειας για το μεγαλύτερο μέρος του δυτικού πληθυσμού.

Εν τούτοις, η κατωτέρω περιγραφή της εξέλιξης και του τέλους της ελεύθερης αγοράς (καπιταλισμού), με βάση την επιγραμματική παρουσίαση των αναλύσεων του K.Marx, φαίνεται να είναι σήμερα περισσότερο επίκαιρη από ποτέ:

 

Με βάση το νομικό καθεστώς της ατομικής ιδιοκτησίας, οι επιχειρηματίες είναι οι ιδιοκτήτες των θέσεων εργασίας, στο βαθμό που είναι οι κάτοχοι των μηχανών και του εξοπλισμού – χωρίς τα οποία οι άνθρωποι δεν μπορούν να εργασθούν. Εάν κάποιος δεν είναι διατεθειμένος να εργασθεί τις ώρες που απαιτεί ο επιχειρηματίας, ή με το μισθό που προσφέρει, δεν βρίσκει δουλειά. Όπως και κάθε άλλος μέσα στο «σύστημα», ο εργαζόμενος δεν έχει το δικαίωμα ή την ισχύ να ζητήσει περισσότερα, από όσο αξίζει ο χρόνος εργασίας του, σε συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού – ο οποίος έχει σήμερα δυστυχώς παγκοσμιοποιηθεί, με αποτέλεσμα ο Αμερικανός (για παράδειγμα) εργαζόμενος, να υποχρεωθεί κάποια στιγμή να ανταγωνισθεί τον Κινέζο «ομόλογο» του.

Το «σύστημα» είναι «δίκαιο», χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι, οι εργαζόμενοι δεν είναι θύματα εκμετάλλευσης – επειδή υποχρεώνονται να εργάζονται περισσότερες ώρες και με χαμηλότερους μισθούς, εάν θέλουν να διατηρηθεί η επιχείρηση, η οποία τους προσφέρει εργασία.

Από την άλλη πλευρά τώρα, όλοι οι επιχειρηματίες έχουν κέρδη – αλλά και όλοι ευρίσκονται σε μεταξύ τους διαρκή ανταγωνισμό. Προσπαθούν λοιπόν να «συσσωρεύσουν», να επεκτείνουν δηλαδή την κλίμακα παραγωγής τους, εις βάρος των ανταγωνιστών τους. Η επέκταση όμως δεν είναι καθόλου εύκολη – μεταξύ άλλων επειδή απαιτεί περισσότερους εργαζομένους,η απόκτηση των οποίων σημαίνει ότι, πρέπει να αυξηθούν οι προσφερόμενοι μισθοί (οι επιχειρηματίες δηλαδή αναγκάζονται να «πλειοδοτήσουν» μεταξύ τους, για τις υπηρεσίες του εργατικού δυναμικού).

Οι μισθοί λοιπόν τείνουν να αυξηθούν, η υπεραξία (κέρδος) ακολουθεί πτωτική πορεία (τα κέρδη διαβρώνονται από τους αυξανόμενους μισθούς), ο επιχειρηματίας εγκαθιστά στο εργοστάσιο του μηχανές, οι οποίες εξοικονομούν εργατικά χέρια και μειώνουν το κόστος, οι ανταγωνιστές του τον ακολουθούν και το ποσοστό κέρδους του συνεχίζει να μειώνεται – μέχρι το σημείο που η παραγωγή δεν είναι πλέον κερδοφόρα. Παράλληλα, η κατανάλωση περιορίζεται, αφού οι μηχανές αντικαθιστούν τους εργαζομένους και αυξάνεται η ανεργία ή μειώνονται οι μισθοί – οπότε η οικονομία εισέρχεται σε ύφεση (κρίση του καπιταλισμού), η οποία συνοδεύεται από χρεοκοπίες, με αποτέλεσμα να κλείνουν οι μικρότερες επιχειρήσεις.

Μία καπιταλιστική κρίση όμως δεν σημαίνει ότι το «παιχνίδι τελείωσε» – το αντίθετο μάλιστα. Καθώς οι εργαζόμενοι χάνουν τις δουλειές τους, αναγκάζονται να αποδεχθούν χαμηλότερους μισθούς. Επειδή οι μηχανές ή οι μικρές επιχειρήσεις πωλούνται σε χαμηλές τιμές, οι μεγαλύτερες εταιρείες μπορούν να τις αποκτήσουν, πληρώνοντας πολύ λιγότερα από την αξία τους. Επομένως, η κρίση εξυπηρετεί ουσιαστικά την ικανότητα του «συστήματος» να επεκτείνεται – οπότε, είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί και όχι ο τρόπος, με τον οποίο αποτυγχάνει. Εν τούτοις, κάποια στιγμή ολόκληρη η διαδικασία φτάνει στο τέλος της, το οποίο περιγράφεται πάρα πολύ καλά από τον K. Marx ως εξής:

Μαζί με την αδιάκοπη μείωση του αριθμού των μεγιστάνων του κεφαλαίου, οι οποίοι σφετερίζονται και μονοπωλούν όλα σχεδόν τα πλεονεκτήματα αυτής της διαδικασίας «μετασχηματισμού», μεγαλώνει και το πλήθος εκείνων που βιώνουν τη φτώχεια, την καταπίεση, τη δουλεία, την εξαχρείωση και την εκμετάλλευση. Η συγκέντρωση των μέσων παραγωγής και η κοινωνικοποίηση της εργασίας φθάνουν τελικά σε ένα σημείο, όπου είναι ασύμβατα με το καπιταλιστικό τους περίβλημα– με αποτέλεσμα να διαρρηγνύεται. Έτσι λοιπόν φθάνει το τέλος της καπιταλιστικής ατομικής ιδιοκτησίας, όπου οι απαλλοτριωτές απαλλοτριώνονται”.

Σε κάθε κρίση λοιπόν, οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις απορροφούν τις μικρότερες (ενδεχομένως αυτό να συμβεί και με τα κράτη, όπως παρατηρείται σήμερα), έως εκείνο το χρονικό σημείο, κατά το οποίο θα χρεοκοπήσουν τελικά ακόμη και οι βιομηχανικοί κολοσσοί – οπότε το σύστημα καταρρέει, αφού έχει εξαντλήσει την ίδια την πηγή της ενέργειας του: την υπεραξία(κέρδος). Αν και επιδρούν δε δυνάμεις, οι οποίες βοηθούν και παρατείνουν το τέλος του (όπως ίσως η διάσωση των τραπεζών σήμερα, από τους φορολογουμένους πολίτες των κρατών), ο «επιθανάτιος ρόγχος» είναι αναπόδραστος, ισχυρίζεται ο πνευματικός ηγέτης του σοσιαλισμού.  

ΕΝΔΙΑΜΕΣΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η άριστη μορφή κράτους ή πολιτεύματος, η πιο ευεργετική δηλαδή για την πλειονότητα του λαού και με το μικρότερο κίνδυνο να χρησιμοποιηθεί για εγωιστικούς σκοπούς, με βάση την αρχή της χρυσής μεσότητας, είναι ο συνδυασμός δημοκρατίας και ολιγαρχίας – όπου θα αποφεύγονται τόσο η φτώχεια, όσο και ο υπερβολικός πλούτος και όπου τα περισσότερα δικαιώματα θα εκχωρούνται στη μεσαία τάξη των πολιτών” (Αριστοτέλης)

Όπως διαπιστώσαμε αναλύοντας «επιγραμματικά» το σύστημα του κεντρικού οικονομικού σχεδιασμού (σοσιαλισμός), δεν υπάρχουν «καταρρεύσεις», αλλά μετεξελίξεις. Έτσι λοιπόν, ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» δεν οδήγησε τις οικονομίες, στις οποίες εφαρμόσθηκε (με όποιον τρόπο), στον «γνήσιο κομμουνισμό», αλλά στον απολυταρχικό καπιταλισμό: στην παντοδυναμία δηλαδή ενός κρατικού μηχανισμού, μίας ολιγαρχίας καλύτερα, η οποία θέλει να ελέγχει τα πάντα «δικτατορικά» – δυστυχώς όχι σε συνδυασμό με τη δημοκρατία, όπως πρότεινε ο Αριστοτέλης. Αποδείχθηκε λοιπόν ότι επρόκειτο για μία ουτοπία, για μία φαντασίωση καλύτερα ή για ένα αυθαίρετο ευχολόγιο του εμπνευστή του.

Από την άλλη πλευρά, η ελεύθερη αγορά, μέσα από υφέσεις, διαρκείς κρίσεις και πολιτικές ανακατατάξεις (με πρόσφατη τον εγκληματικό νεοφιλελευθερισμό, ο οποίος επιβάλλεται με τη βοήθεια του ΔΝΤ, του ΝΑΤΟ κλπ.), φαίνεται να οδηγείται στομονοπωλιακό καπιταλισμό: στην παντοδυναμία δηλαδή των αγορών (Καρτέλ, χρηματοπιστωτική μαφία), οι οποίες θέλουν επίσης να ελέγχουν τα πάντα δικτατορικά. Επομένως, ήταν επίσης μία ουτοπία του εμπνευστή της, του A.Smith, ο οποίος ισχυρίσθηκε εσφαλμένα πως, όταν οι άνθρωποι καλύπτουν τις ανάγκες τους, παύουν πια να συσσωρεύουν (άρθρο μας).

Οι δύο αυτές σύγχρονες μετεξελίξεις, οι καρκινογόνες μεταστάσεις καλύτερα κάποιων περισσότερο ή λιγότερο υγιών «κυττάρων», φαίνεται ότι θα βρεθούν στο μέλλον αντιμέτωπες μεταξύ τους: αφού τόσο η μία, όσο και η άλλη, δεν μπορούν να επιβιώσουν χωρίς να αναπτύσσονται και να επεκτείνονται.

Εμείς έχουμε την άποψη ότι, το καταστροφικό αυτό ενδεχόμενο ίσως μπορεί ακόμη να αποφευχθεί, εάν περιορισθεί ηασύμμετρη παγκοσμιοποίηση, καθώς επίσης εάν αποτραπεί ο πόλεμος μεταξύ των πλεονασματικών με τα ελλειμματικά κράτη – έτσι ώστε να μεσολαβήσει εκείνο το χρονικό διάστημα, το οποίο χρειάζονται οι όποιες υγιείς δυνάμεις έχουν απομείνει στο σύστημα, οι απλοί πολίτες ουσιαστικά, καθώς επίσης οι  μικρομεσαίες επιχειρήσεις, για να μπορέσουν να αντιστρέψουν την τάση.

 

Εάν δε απαιτηθεί η βραχυπρόθεσμη επιστροφή στα εθνικά κράτη, κάτι που μάλλον φαίνεται απαραίτητο, δεν θα πρέπει να υπάρξει κανένας δισταγμός – αφού η σύγκρουση των δύο σημερινών κυρίαρχων συστημάτων θα σήμαινε ίσως την «αμετάκλητη» κατάρρευση ολόκληρης της ανθρωπότητας.

Η ΜΙΚΤΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μεταξύ όλων των «εφαρμογών» της Δημοκρατίας, η ομοσπονδιακή οργάνωση ενός κράτους είναι η πλέον αποτελεσματική – καθώς επίσης η συγγενέστερη. Το ομοσπονδιακό σύστημα οριοθετεί και περιορίζει την απόλυτη κυριαρχία της κρατικής εξουσίας, επειδή την τεμαχίζει σε επί μέρους κομμάτια – παραχωρώντας στην κεντρική κυβέρνηση μόνο ορισμένα, ακριβώς προκαθορισμένα δικαιώματα. Είναι το μοναδικό μέσον, με το οποίο ελέγχεται όχι μόνο η εξουσία της πλειοψηφίας του λαού (κυβερνών κόμμα) αλλά, επίσης, η λαϊκή κυριαρχία” (Lord Acton).

 

Σύμφωνα με την παραπάνω «ρήση», η ομοσπονδιακή δομή ενός κράτους (όπως για παράδειγμα της Γερμανίας) είναι το πλέον εύφορο έδαφος για να ανθήσει η Άμεση Δημοκρατία. Στην περίπτωση δε της χώρας μας, θα μπορούσε να συμβεί, εάν οι περιφέρειες (Καλλικράτης) μετεξελίσσονταν σε ομοσπονδιακά κρατίδια – κάτι που δεν είναι πολύ δύσκολο στην εφαρμογή του, ενώ μπορεί να μας προφυλάξει από εσφαλμένες «λαϊκές ετυμηγορίες», οι οποίες παραδίδουν την απόλυτη εξουσία σε «κόμματα ενός ανδρός», τα οποία υπεξαιρούν την ψήφο με παραπλανητικές υποσχέσεις.

 

Περαιτέρω, διαπιστώνοντας ακόμη μία φορά την απίστευτη σοφία των προγόνων μας (παν μέτρον άριστον), έχουμε την άποψη ότι η μικτή οικονομία, στην οποία τόσο το κράτος, όσο και οι πολίτες, έχουν «μοιράσει» δίκαια, συνετά καλύτερα τις «εξουσίες» και τις δραστηριότητες μεταξύ τους, είναι η μοναδική ίσως λύση του προβλήματος. Παρά το ότι δε καταφέραμε να βαδίσουμε από τις φυλές στις πόλεις-κράτη, καθώς επίσης από τις πόλεις-κράτη στα εθνικά κράτη με απόλυτη επιτυχία, δεν μπορούμε να ισχυρισθούμε το ίδιο ούτε για τις διακρατικές ενώσεις, αλλά ούτε και για την παγκοσμιοποίηση – ενώ καμία νομισματική ένωση μέχρι σήμερα δεν κατάφερε να επιβιώσει.

Πολλοί από εμάς επιθυμούν πράγματι να γίνουν ευρωπαίοι πολίτες και στη συνέχεια πολίτες του κόσμου – αντί Έλληνες, Γερμανοί κλπ. Εν τούτοις, υπάρχει μεγάλη απόσταση μεταξύ των επιθυμιών μας, των υποσυνείδητων «ενστάσεων» μας, καθώς επίσης των δυνατοτήτων μας – μία απόσταση που απαιτεί πάρα πολύ χρόνο για να διανυθεί ομαλά.

Το σύστημα της μικτής οικονομίας τώρα, σε συνθήκες άμεσης δημοκρατίας, είναι ίσως το μόνο που δεν έχει αποτύχει ακόμη, αφού έχει μερικώς εφαρμοσθεί μόνο στην Ελβετία – σε κάποια άλλη μορφή και στην Καλιφόρνια. Εδώ υπενθυμίζουμε μία φράση του F.D.Roosevelt, ο οποίος είχε πει ότι “Το σύστημα της ελεύθερης αγοράς δεν έχει αποτύχει στην εποχή μας, αλλά απλά δεν έχει γίνει ακόμη η προσπάθεια σωστής εφαρμογής του”.

Στο συγκεκριμένο σύστημα, το κράτος πρέπει να έχει τη δυνατότητα να καθορίζει τους κανόνες λειτουργίας των επιχειρήσεων – ρυθμίζοντας την ελεύθερη αγορά, με κριτήριο το κοινό περί Δικαίου αίσθημα. Με τη βοήθεια επιτροπών ανταγωνισμού, οφείλει να διατηρεί το μέγεθος των επιχειρήσεων σε λογικά πλαίσια, καθώς επίσης να επιβλέπει με μεγάλη αυστηρότητα τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού τομέα – με τη βοήθεια μίας κεντρικής τράπεζας, η οποία είναι απαράδεκτο να ανήκει σε ιδιώτες (όπως δυστυχώς συμβαίνει με την Τράπεζα της Ελλάδας, τη Fed κλπ.).

Σε γενικές γραμμές λοιπόν, το κράτος πρέπει να απαγορεύει τη μόχλευση, τα παράγωγα επίσης, να υποχρεώνει τις τράπεζες να δανείζουν μόνο τις καταθέσεις τους, να τις διαχωρίζει σε εμπορικές-επενδυτικές (Glass-Steagall), τεμαχίζοντας τις υπερβολικά μεγάλες, να διώκει τη φοροαποφυγή των πολυεθνικών (κατάργηση των off shore εταιρειών, έλεγχος των υπερτιμολογήσεων κλπ.), καθώς επίσης όλα όσα ευρίσκονται προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση. Από την άλλη πλευρά βέβαια, θα πρέπει να έχει στην αποκλειστική ιδιοκτησία του όλες τις κοινωφελείς επιχειρήσεις (ενέργεια, ύδρευση), ορισμένες στρατηγικές (λιμάνια), καθώς επίσης κάποιες «εν δυνάμει» κερδοφόρες (τον ΟΠΑΠ για παράδειγμα) – έτσι ώστε να μην εξαρτάται από τους επιχειρηματίες και να μπορεί να αντιπαρατίθεται μαζί τους.

Επειδή όμως το δημόσιο είναι συνήθως «επιρρεπές» στη διαφθορά, στη διαπλοκή, στην κακοδιαχείριση κλπ., οφείλουν οι πολίτες να συμμετέχουν ενεργά στη λειτουργία του – ιδιαίτερα στον έλεγχο του. Στα πλαίσια αυτά, θεωρούμε ότι το πολίτευμα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας έχει πλέον ολοκληρώσει τον κύκλο του και πρέπει να αντικατασταθεί από ένα επόμενο: από τη Φιλελεύθερη, Άμεση Δημοκρατία, έτσι όπως αυτή εφαρμόζεται από την Ελβετία (άρθρο μας) και μάλλον προετοιμάζεται από τη Γερμανία – δυστυχώς δυσλειτουργεί στην Καλιφόρνια, από την οποία όμως οφείλουμε να αντλήσουμε διδάγματα (όπως και από κάποιες άλλες εξελίξεις στις Η.Π.Α., τις οποίες θα αναλύσουμε στη συνέχεια).

 

Πρώτη προτεραιότητα τώρα της φιλελεύθερης, άμεσης δημοκρατίας στη χώρα μας, οφείλει να είναι η δημιουργία εξειδικευμένων επιτροπών Πολιτών – οι οποίοι θα εκλέγονται σε ετήσια βάση με κλήρο, μεταξύ αυτών που θα υποβάλλουν αιτήματα επιλογής τους, ανάλογα με το γνωστικό πεδίο τους. Οι εθελοντικές αυτές επιτροπές, θα έχουν σκοπό τον έλεγχο όλων των δραστηριοτήτων του δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των λογιστικών καταστάσεων, καθώς επίσης των Ισολογισμών των πολιτικών κομμάτων – κυρίως βέβαια των κομμάτων εξουσίας.

Φυσικά, όλες οι καταστάσεις και οι Ισολογισμοί των κομμάτων, καθώς επίσης του στενότερου ή ευρύτερου δημοσίου, με τα ανάλογα ενημερωτικά (όπως συμβαίνει με τις εισηγμένες εταιρείες), οφείλουν να προετοιμάζονται και να αναρτώνται με διαφάνεια στο διαδίκτυο – έτσι ώστε να είναι «προσβάσιμες» όχι μόνο στις επιτροπές, αλλά σε όλους τους ενδιαφερομένους για τη χώρα τους Πολίτες, όπως και στα ΜΜΕ.

Περαιτέρω, άλλες επιτροπές Πολιτών πρέπει να ελέγχουν τους εκάστοτε νόμους που ψηφίζονται από το Κοινοβούλιο, με τους σημαντικότερους από αυτούς να προϋποθέτουν δημοψηφίσματα – όπως συμβαίνει στην Ελβετία. Για παράδειγμα, η προσφυγή της χώρας σε έναν διεθνή οργανισμό, όπως στο ΔΝΤ, όφειλε να είναι απόφαση του συνόλου των Πολιτών της – επίσης όλοι οι νόμοι, οι οποίοι αφορούν σοβαρά θέματα των βουλευτών της (ευθύνες υπουργών κλπ.). Φυσικά το ίδιο ισχύει και για τις επιτροπές ελέγχου οικονομικών σκανδάλων του δημοσίου, έτσι ώστε να μην είναι οι ίδιοι αυτοί που ελέγχονται και ελέγχουν.

Κλείνοντας, όπως έχουμε αναφέρει και στο παρελθόν η Φιλελεύθερη, Άμεση Δημοκρατία οφείλει να στηρίζεται:

(α)  Σε ένα σύνολο υγιών Θεσμών, οι οποίοι καθορίζουν επακριβώς το πλαίσιο, μέσα στο οποίο αναπτύσσονται όλοι οι Πολίτες, ανταγωνιζόμενοι με ίσους όρους.

(β)  Σε ένα σύνολο συνειδητών πολιτών, το οποίο να κατανοεί επαρκώς τις αρχές της Οικονομίας και της Δημοκρατίας ή, τουλάχιστον, να έχει διαμορφώσει ένα χαρακτήρα συνεπή προς το συγκεκριμένο «τρόπο ζωής» και, τέλος,

(γ)  Σε μία υψηλής ποιότητας ηγεσία, η οποία να μπορεί να κατευθύνει ορθολογικά το κράτος (όχι απλά να διαχειρίζεται το δημόσιο πλούτο), καθώς επίσης να διαφυλάσσει τη χώρα της, τουλάχιστον στις κρίσιμες στιγμές – χωρίς ποτέ να επιτρέπει σε τρίτους να την προσβάλλουν. Τα απολύτως απαραίτητα χαρίσματα που πρέπει να διαθέτει η ηγεσία αυτή δεν είναι άλλα από το να μπορεί να πείθει τεκμηριωμένα, να εμπνέει και να διδάσκει – να εκπαιδεύει δηλαδή τους κυβερνωμένους.

Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΣΤΙΣ Η.Π.Α.

Στο εσωτερικό της υπερδύναμης φαίνεται ότι «σιγοβράζει» μία εξέγερση – αρχικά εναντίον των μεγάλων τραπεζών και της WallStreet. Σε οκτώ Πολιτείες (μεταξύ των οποίων η Ουάσιγκτον, η Λουϊζιάνα, η Μασαχουσέτη και η Καλιφόρνια, στην οποία λειτουργεί η άμεση δημοκρατία), τα κοινοβούλια προετοιμάζουν την ίδρυση κρατικών εμπορικών τραπεζών. Με τις ενέργειες τους αυτές οι υπερχρεωμένες Πολιτείες θέλουν να επιτύχουν την παροχή περισσοτέρων δανείων για τις τοπικές οικονομίες τους (πραγματική αγορά) με χαμηλότερα επιτόκια – καθώς επίσης την εισροή των τραπεζικών κερδών στο δικό τους προϋπολογισμό.

Το γεγονός αυτό προκλήθηκε από τη δυσαρέσκεια των Πολιτειών απέναντι στις μεγάλες τράπεζες οι οποίες, παρά το ότι διασώθηκαν με τα χρήματα των φορολογουμένων, αφενός μεν συνέχισαν να προσφέρουν μεγάλες προμήθειες στα στελέχη τους, αφετέρου δε περιόρισαν τα δάνεια τους στην πραγματική οικονομία – επιλέγοντας την κερδοσκοπία και τις χρηματιστηριακές επενδύσεις. Η «εξέγερση» αυτή, η οποία δεν προέρχεται από τους δρόμους (διαδηλώσεις), αλλά από τους εφοριακούς, από τους λοιπούς ΔΥ, από τις επιχειρήσεις και από τους κυβερνήτες των επί μέρους Πολιτειών, κερδίζει συνεχώς έδαφος – κυρίως επειδή οι κυβερνήσεις τους ευρίσκονται αντιμέτωπες με μία κλιμακούμενη ανεργία, με τεράστιες ζημίες προϋπολογισμών, καθώς επίσης με μεγάλα ελλείμματα στα συνταξιοδοτικά ταμεία.

«Υπάρχει ένας και μοναδικός τρόπος για να σταθεροποιήσουμε ή/και να ισοσκελίσουμε τους προϋπολογισμούς μας: η ίδρυση κρατικών τραπεζών», αναφέρεται χαρακτηριστικά. «Η Καλιφόρνια είναι η μεγαλύτερη οικονομία των Η.Π.Α. Εν τούτοις, δεν είμαστε σε θέση να οδηγήσουμε τα δισεκατομμύρια των κρατικών μας εσόδων στην οικονομία της Πολιτείας μας, επειδή τα τοποθετούμε στις μεγάλες τράπεζες, οι οποίες κερδοσκοπούν ασύστολα με τα δικά μας χρήματα –στοιχηματίζοντας στο τέλος, με τη βοήθεια των παραγώγων, ακόμη και εναντίον των ομολόγων του δημοσίου μας».

Σημείο αναφοράς των παραπάνω εξελίξεων φαίνεται πως είναι η τράπεζα της Β. Ντακότας – η μια και μοναδική κρατική τράπεζα των Η.Π.Α., η οποία ιδρύθηκε το 1919 και λειτουργεί έκτοτε κερδοφόρα. Η Πολιτεία της Βόρειας Ντακότας καταθέτει στο ινστιτούτο αυτό τα φορολογικά έσοδα της, απαιτώντας σαν αντάλλαγμα να διατίθενται για όσο το δυνατόν περισσότερα δάνεια στις τοπικές επιχειρήσεις. Η τράπεζα ελέγχεται βέβαια αυστηρά, αφού οι ισολογισμοί της αναλύονται τόσο από ανεξάρτητους ελεγκτές, όσο και από την ίδια την κυβέρνηση της Πολιτείας.

Ένα ειδικό κρατικό πρόγραμμα καθορίζει τη συμμετοχή της δημόσιας τράπεζας στο δανεισμό τοπικών ταμιευτηρίων – τα οποία επίσης προωθούν την τοπική οικονομία. Η τράπεζα της Β. Ντακότας, η οποία λειτουργεί σαν συνεργάτης των υπολοίπων τραπεζών και όχι σαν ανταγωνιστής, αύξησε τον όγκο των δανείων της κατά 35% την περίοδο της κρίσης (2007-2010), όταν οι μεγάλες τράπεζες της Wall Street, την ίδια χρονική περίοδο, μείωσαν κατά 53% τα δάνεια τους.

Τα τελευταία δέκα χρόνια η κρατική τράπεζα έχει εμβάσει 300 εκ. $ κέρδη στο ταμείο της Πολιτείας, λειτουργώντας με απόδοση 19% επί των κατατεθειμένων κεφαλαίων της – όταν ο μέσος όρος του χρηματοπιστωτικού κλάδου των Η.Π.Α. απέδωσε μόλις 7,65%. Σαν αποτέλεσμα των δραστηριοτήτων της κεντρικής τράπεζας, η ανεργία στη Β. Ντακότα διατηρείται στο 3,5% – όταν η αντίστοιχη στην Αλάσκα, η οποία παράγει τη διπλή ποσότητα πετρελαίου, ευρίσκεται στο 7,7%.

 

Σύμφωνα τώρα με τοπικούς αναλυτές, “Οι πολιτικοί στην Ουάσιγκτον είναι έμμισθοι υπάλληλοι των τραπεζών. Οι πέντε μεγαλύτερες τράπεζες ελέγχουν περισσότερες καταθέσεις, από τις 45 επόμενες. Οι τέσσερις μεγαλύτερες τράπεζες των Η.Π.Α. μείωσαν, μεταξύ των ετών 2007 και 2010, τα δάνεια τους στην πραγματική οικονομία κατά 53%. Ο αριθμός των ταμιευτηρίων και των συνεταιριστικών τραπεζών μειώθηκε κατά 30% σε σχέση με το 1990 – στα 6.600 ιδρύματα.

 

Η Πολιτεία της Όρεγκον πρέπει, στο δυσκολότερο έτος από πλευράς ελλειμμάτων της ιστορίας της, να πληρώσει τόκους ύψους 13,5 εκ. $ στις Bank of America, Morgan Stanley και JP Morgan Chase για παράγωγα προϊόντα, με τα οποία χρηματοδοτήθηκαν κάποια έργα υποδομών. Εάν η Πολιτεία είχε μία κρατική τράπεζα, δεν θα υποχρεωνόταν να πληρώνει προμήθειες, ούτε τόσο υψηλά επιτόκια – επομένως, δεν θα επιβάρυνε τους πολίτες της με διαρκώς αυξανόμενους φόρους, οι οποίοι καταλήγουν ουσιαστικά στα ταμεία των τραπεζών”.

Για να κατανοήσουμε τη σημασία των κρατικών τραπεζών στο παράδειγμα της χώρας μας, αρκεί ίσως να αναφέρουμε ότι, οι τόκοι των δανείων που έχει λάβει η Ελλάδα υπολογίζονται σήμερα στα 17 δις € – 28 δις € το 2015, σύμφωνα με το μεσοπρόθεσμο. Οι ιδιωτικές τράπεζες, δανειζόμενες με 1,5% επιτόκιο από την ΕΚΤ, μας δανείζουν με μέσον όρο 6%, οπότε κερδίζουν, σε ύψος δανείων 350 δις €, περί τα 16 δις € εις βάρος μας – το οκταπλάσιο δηλαδή των εσόδων που θα αποφέρει ο νέος φόρος ακινήτων ή όσο σχεδόν οι μισθοί όλων των ΔΥ. Εάν όμως υπήρχε μία κρατική τράπεζα, ο προϋπολογισμός μας θα είχε κατά πολύ μικρότερα ελλείμματα – οπότε δεν θα απαιτούνταν νέοι φόροι ή απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων. Είναι όμως ποτέ δυνατόν να το επιτρέψει η σημερινή Ευρώπη των τραπεζών, η οποία λειτουργεί εις βάρος της Ευρώπης των Πολιτών της;

Επιστρέφοντας στις Η.Π.Α., από τη μία πλευρά οι πολίτες στους δρόμους διαδηλώνουν εναντίον των τραπεζών (Wall Street), ενώ από την άλλη οι Πολιτείες, στην πρωτεύουσα του καπιταλισμού, εξεγείρονται εναντίον της Ομοσπονδιακής κυβέρνησης και ιδρύουν δικές τους, κρατικές τράπεζες – έτσι ώστε να αποδεσμευθούν από τα νύχια της χρηματοπιστωτικής μαφίας, η οποία είναι «κατασκεύασμα» του μονοπωλιακού καπιταλισμού και της νεοφιλελεύθερης δικτατορίας.

Παράλληλα, με «ηγέτη» την Καλιφόρνια, συζητούνται σοβαρά αποσχίσεις και ανεξαρτητοποιήσεις αμερικανικών Πολιτειών – ένα ενδεχόμενο που θα μπορούσε να οδηγήσει στην πλήρη διάλυση των Η.Π.Α., μέσα από αιματηρές κοινωνικές εξεγέρσεις και επανάληψη των εμφυλίων πολέμων, ειδικά όταν το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο αποφασίσει να μεταναστεύσει μαζικά στις αγορές του μέλλοντος (Κίνα κλπ.).

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Όπως φαίνεται, η σταδιακή αλλαγή του συστήματος προς τηn κατεύθυνση της φιλελεύθερης, άμεσης Δημοκρατίας, σε καθεστώς μικτής οικονομίας, η οποία μπορεί να επιβιώσει χωρίς να απαιτείται αδιάκοπη ανάπτυξη, θα ήταν ένα σημαντικό βήμα προς ένα ασφαλές μέλλον – με μία «υποφερτά» περιορισμένη ελευθερία. Στα πλαίσια αυτά, όχι μόνο δεν θα έπρεπε να ιδιωτικοποιηθούν οι επιχειρήσεις αλλά, αντίθετα, να κρατικοποιηθούν οι κοινωφελείς, οι στρατηγικές και οι κερδοφόρες – ενώ υπάρχει μεγάλη ανάγκη ενίσχυσης της οικονομίας από κρατικές τράπεζες.

Ολοκληρώνοντας, εάν η κρίση χρέους της Δύσης δεν αντιμετωπισθεί από όλες τις χώρες μαζί, σε συνθήκες συνεργασίας και όχι ανταγωνισμού, χωρίς εθνικιστικές «οπισθοδρομήσεις» και επεκτατικές βλέψεις, ο κόσμος θα βιώσει πολύ δύσκολες ημέρες – ημέρες αποκάλυψης. Έχοντας την άποψη ότι, η Ελλάδα ήταν αυτή που «πυροδότησε» τις αλλαγές, «ταράζοντας τα νερά» όπως συνέβαινε ανέκαθεν στην Ιστορία, θεωρούμε πως η επίλυση της Ελληνικής κρίσης έχει απόλυτη προτεραιότητα – ενώ ο τρόπος που τελικά θα επιλεχθεί, θα καθορίσει παράλληλα το μέλλον ολόκληρου του πλανήτη.

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright)

Αθήνα, 02. Οκτωβρίου 2011

Λυπάμαι αλλά, ακόμα δεν κατάφερα να βρω ένα μεταφραστή που να αποδίδει τουλάχιστον κατά 80%. Ζήτησα και άλλη φορά από τους αναγνώστες που ξέρουν να με βοηθήσουν αλλά δεν πήρα απάντηση. Τόνισα με bold τα σημεία που μας ενδιοαφέρουν

ΣΗΜΕΙΙΩΣΗ: Θυμηθείτε τι έγραφα. Η «Ε.Ε θα ρίξει στην αγορά εκατοντάδες δισεκατομμύρια (πληθωρικά) ευρώ. Κανείς δεν έδωσε σημασία προφανώς επειδή δεν είμαι ειδικός… Δείτε τώρα πόσα δις θα πέσουν στο κεφάλι μας προκειμένου να μπορεί η Ελλάδα να ψωνίζει BMW, Mercedes και Renault Bice GT  και, τα τσογλάνια που τρέφονται με τις σάρκες των εργαζόμενων (ξέρω ένα από δαύτα για το οποίο θα σας μιλήσω), να μπορούν να συνεχίζουν το ¨θεάρεστο» έργο τους._Κ.Κ.

␣ A1 – What is the EFSF?
The European Financial Stability Facility (EFSF) is a company which was agreed by the 16 countries that share the euro on May 9th 2010 and incorporated in Luxembourg under Luxembourgish law on June 7th 20101. The EFSF’s objective is to preserve financial stability of Europe’s monetary union by providing temporary financial assistance to euro area Member States in difficulty. In order to reach its objective the EFSF can with the support of the German Debt Management Office (DMO) issue bonds or other debt instruments on the market to raise the funds needed to provide loans to countries in financial difficulties. Issues would be backed by guarantees given by euro area Member States of up to € 440 billion on a pro rata basis, in accordance with their share in the paid-up capital of the European Central Bank (ECB) (see table below).
Country
Kingdom of Belgium Federal Republic of Germany Ireland Kingdom of Spain French Republic Italian Republic Republic of Cyprus Grand Duchy of Luxembourg Republic of Malta Kingdom of the Netherlands Republic of Austria Portuguese Republic Republic of Slovenia Slovak Republic Republic of Finland Hellenic Republic Total Guarantee Commitments
Guarantee Commitments EUR (millions)
15,292.18 119,390.07 7,002.40 52,352.51 89,657.45 78,784.72 863.09 1,101.39 398.44 25,143.58 12,241.43 11,035.38 2,072.92 4,371.54 7,905.20 12,387.70 440,000.00
1 See http://www.consilium.europa.eu/uedocs/cms_Data/docs/pressdata/en/misc/114977.pdf
␣ A2 – Where is the EFSF headquartered? The EFSF is located at 43 Avenue John F. Kennedy, L-1855 Luxembourg.
␣ A3 – Will the EFSF be a big institution?
The EFSF is a very lean organisation. It will have a maximum staff of about a dozen people. The lean structure is possible because the German DMO (front office) and the European Investment Bank (back office) provide support to the EFSF. Additionally, the European Commission will ensure consistency between EFSF operations and other assistance to euro area Member States.
␣ A4 – Who manages the EFSF?
The Chief Executive Officer is Klaus Regling, a former Director General of the European Commission’s Directorate General for Economic and Financial Affairs who also worked at the International Monetary Fund (IMF) and the German Ministry of Finance and has professional experience of working in financial markets.
␣ A5 – Who will oversee the EFSF?
The board of the EFSF comprises high level representatives of the 16 euro area Member States i.e. Deputy Ministers or Secretaries of State or director generals of national treasuries. The European Commission and the European Central Bank (ECB) each have observers on the EFSF board. The EFSF board is headed by the Chairman of the EU’s Economic and Financial Committee.
␣ A6 – Does the European Parliament have an oversight role? Although there is no specific statutory requirement for accountability to the European
Parliament the EFSF will have a close relationship with the relevant committees.
␣ A7 – Is the EFSF a stand alone solution to support euro area countries?
The European Financial Stability Facility is part of a wider safety net to preserve financial stability within Europe. The means of the EFSF would be combined with loans of up to € 60 billion coming from the European Financial Stabilisation Mechanism (EFSM), i.e. funds raised by the European Commission and guaranteed by the EU budget, and up to € 250 billion from the International Monetary Fund for a financial safety net up to € 750 billion.
A8 – What makes potential EFSF support different from aid for Greece?
The EFSF would provide loans by issuing bonds or other debt instruments guaranteed by euro area Member States. In the Greek package euro area Member States provide bilateral loans which are pooled by the European Commission and then paid out in
tranches to the Greek government. Together with financial aid from the IMF the support for Greece reaches €110 billion.
␣ A9 – Is the EFSF operational?
Yes. All euro area Member States have signed the EFSF Framework Agreement2. Furthermore the EFSF has received 13 commitment confirmations from euro area Member States. Excluding Greece, such confirmations represent 94.9 % of the total guarantee commitments (minimum necessary 90 %). Therefore, according to the Framework Agreement, the obligation of euro area Member States to issue guarantees entered into force on August 4th 20103.
␣ A10 – Will the EFSF be a preferred creditor?
No. Unlike the IMF the EFSF will have the same standing as any other sovereign claim on the country (pari passu). Private investors would be reluctant to provide loans to the country concerned if there were too many preferred creditors.
␣ A11 – Will EFSF bonds be eligible for ECB repo facilities? Yes, in case of issuance EFSF bonds would be eligible as collateral to the ECB.
␣ A12 – What rating does the EFSF have?
All three major credit rating agencies assigned the best possible credit rating – Standard & Poor’s “AAA”; Moody’s “Aaa”; Fitch Ratings “AAA” – to the EFSF. According to the CRAs, the long-term issuer rating as well as the top rating for EFSF’s possible future individual debt issues reflect the strong shareholder support and credit enhancements such as an over-guarantee of the amount borrowed by 120 % and cash buffer which will be deducted from the cash amount remitted to a borrower from each loan. The rating outlook was qualified as stable.
␣ A13 – How would a downgrade of a member country affect EFSF?
There are various credit enhancements used under the Framework Agreement which constitutes the EFSF. Therefore a downgrade of a member country would not necessarily lead to a downgrade of EFSF securities.
2 See http://www.efsf.europa.eu/documents/efsf-framework-agreement.htm 3 See http://www.efsf.europa.eu/press/2010/2010-002-efsf-becomes-fully-operational.htm
␣ A14 – Would the EFSF default if one of its member countries defaults?
The credit enhancement mechanisms under the Framework Agreement are designed to avoid such a situation. If a country were to default on its payments, guarantees would be called in from the guarantors and payments could be made from the cash buffer. If a guarantor did not live up to its obligations, guarantees from others could be called in to cover the shortfall.
␣ A15 – What will happen if several countries ask for assistance? The volume of the EFSF, together with the EFSM and the IMF, is large enough to provide temporary liquidity assistance to several Member States of the euro area.

␣ A16 – Will the EFSF bail out banks?
The EFSF provides loans to countries in financial difficulties. But it could be agreed with a Member State that receives funds to use them partially for financial support to banks in accordance with the agreed country programme.
␣ A17 – What happens if there is no financial operation by the EFSF?
Then the EFSF would close down after three years, on June 30th 2013. If there is a financial operation then the EFSF would exist until its last obligation has been fully repaid.
Section B – questions related to funding
␣ B1 – Will the EFSF do its own funding?
No, the funding will be done by the German DMO (Bundesrepublik Deutschland – Finanzagentur GmbH), but the EFSF is the issuer. The funding strategy is still under discussion and will be decided soon. Funding instruments shall however have in general the same profile as the related loans to the country in difficulty.
␣ B2 – Can EFSF and EFSM be in the market at the same time?
The funding strategy will be closely coordinated between EFSF and EFSM under each country programme which will be agreed upfront by finance ministers. While it is accepted that the EFSM will be in the market first, both mechanisms could raise money at the same time
␣ B3 – Will the EFSF only issue in euro?
Unlike the EFSM which only issues in euro the EFSF does not have any currency limitation for its funding activities. However, it is expected that the majority of funds would be raised in euro.
␣ B4 – Can the EFSF pre-fund? There has been a clear political decision by finance ministers not to access markets
until a euro member has submitted a request for support.
␣ B5 – Will EFSF’s funding reduce liquidity for other borrowers? No. If the EFSF borrows, the country that receives the funds will borrow less. Therefore, net funding needs in the euro area would not go up.

␣ B6 – Can the EFSF invest proceeds to manage excess liquidity?
Funds raised by the EFSF will be provided as loans to the euro area Member States which requested financial support. However the cash buffer, which is retained by the EFSF, will be invested in very safe and liquid assets. Some asset-liability management will therefore be necessary and will be conducted by the German Debt Management Office.
Section C – questions related to lending
␣ C1 – What will activate the lending by EFSF?
The facility can only act after a support request is made by a euro area Member State and a country programme has been negotiated with the European Commission and the IMF and after such a programme has been accepted by the euro area finance ministers and a Memorandum of Understanding (MoU) is signed. This would only occur when the country is unable to borrow on markets at acceptable rates.
␣ C2 – How fast can the EFSF provide financial support?
If there is a request from a euro area Member State for financial assistance, it will take three to four weeks to draw up a support programme including sending experts from the Commission, the IMF and the ECB to the country in difficulty. Once euro area finance ministers have approved the country programme, the EFSF would need several working days to raise the necessary funds and disburse the loan.
␣ C3 – Will EFSF’s support be linked to conditions?
Yes, any financial assistance to a country in need would be linked to very strict policy conditions which would be set out in a Memorandum of Understanding (MoU) between the country in need and the European Commission. Decisions about the maximum amount of a loan, its price and duration, and the number of instalments to be disbursed would have to be taken by the finance ministers of the 16 euro area Member States unanimously.
␣ C4 – What happens if a country in difficulty fails to meet the conditions?
The loan disbursements and the country programme could be interrupted until the review of the country programme and the MoU is renegotiated. In such cases the conditionality still exists.
␣ C5 – What will be the lending capacity of the EFSF?
The EFSF has received the best possible credit rating off all major rating agencies (Standard & Poor’s “AAA”; Moody’s “Aaa”; Fitch Ratings “AAA”). This was achieved through credit enhancements foreseen in the agreement between the participants (framework agreement): an over-guarantee of 120 per cent on each bond. an up-front cash reserve which equals the net present value of the margin of the EFSF loan. a loan specific cash buffer
Together these credit enhancements ensure that all loans provided by the EFSF are backed by guarantees of the highest quality and sufficient liquid resource buffers. The available liquidity will be invested in securities of the best quality.
The extent to which such credit enhancements affect the maximum lending capacity depends on a number of variables, and cannot be exactly calculated up front. The structure of guarantors, interest rates, maturities and other loan conditions will determine the lending capacity. Further options of credit enhancement, which could expand the margin of available lending, are currently discussed and could be specified for individual loans. Calculations of lending capacity and specific credit enhancements will be fully transparent to investors and markets once a country programme is concluded and loan terms and conditions for each country will be defined.
Euro area Member States will provide guarantees for EFSF issuances up to a total of € 440 billion allocated pro rata according to their participation in the capital of the ECB. The available amounts under the EFSF will be complemented by those of the European Financial Stability Mechanism (€ 60 billion) and of the IMF. They are sufficient to deal with possible needs.
␣ C6 – What will be the maturity of EFSF loans and bonds?
The Framework Agreement does not contain any maturity limitations for the loans nor for the funding instruments. However, in line with the experience under the Greek program, loans and bonds are envisaged to have an average maturity of three to five years.
␣ C7 – What would be the interest rate of EFSF loans?
The blueprint for EFSF support – although not binding – is the financial aid package to Greece where, for variable-rate loans, the basis is three-month Euribor, while fixed- rate loans are based upon the rates corresponding to swap rates for the relevant maturities. In addition there is a charge of 300 basis points for maturities up to three years and an extra 100 basis points per year for loans longer than three years. A one time service fee of 50 basis points is charged to cover operational costs.
␣ C8 – Will non-euro area Member States participate in EFSF support activities?
There is no binding agreement with Member States outside the euro area. However two non-euro Member States, Poland and Sweden, have indicated that they are prepared to consider to contribute additional financial resources on a voluntary basis, in parallel to the EFSF.
␣ C9 – Will the EFSF support countries outside the euro area?
No. For Member States outside the euro area other European Union support mechanisms exist. For Member States that are not members of the euro area there is the Balance of Payments facility4; for countries outside the EU there is the Macro- Financial Assistance programme5. Furthermore, the EFSM could support all European Union Member States.
␣ C10 – Can the EFSF enter into precautionary standby arrangements?
No. The concept of precautionary credit lines does not fit with the approach of the EFSF. Finance ministers decided that the EFSF will only provide financial support if a euro area member loses access to markets.
␣ C11 – Would Greece be eligible to draw money from the EFSF? Greece has its own rescue package. Therefore it is not envisaged that Greece could expect support by the EFSF.
4 See http://ec.europa.eu/economy_finance/financial_operations/balance/index_en.htm. 5 See http://ec.europa.eu/economy_finance/financial_operations/market/third_countries/index_en.htm.

Για καλύτερη ενημέρεωση
του Βασίλη Βιλλιάρδου, «Σοφοκλέους 10»
Τετάρτη, 24 Αύγουστος 2011 00:59
Η επιστροφή στον κανόνα του χρυσού φαίνεται να είναι μία από τις λύσεις για την καταπολέμηση των μανιοκαταθλιπτικών αγορών, της υπερχρέωσης, των κρίσεων, του υπερπληθωρισμού και της δικτατορίας των τραπεζών – κυρίως όμως, για τη διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης

Ανάλυση και ιστορική αναδρομή

«Με εξαίρεση εκείνες τις εποχές, στις οποίες ίσχυε ο κανόνας του χρυσού, έχουν χρησιμοποιήσει πρακτικά όλες οι κυβερνήσεις στην Ιστορία το αποκλειστικό δικαίωμα τους να εκδίδουν χρήματα, για να λεηλατήσουν και να εξαπατήσουν τους Πολίτες-υπηκόους τους» (F.A. von Hayek).

«Χωρίς την ύπαρξη του κανόνα του χρυσού, δεν υπάρχει καμία δυνατότητα προστασίας των αποταμιεύσεων από τον περιορισμό της αγοραστικής τους αξίας, σαν αποτέλεσμα του υπερπληθωρισμού» (A.Greenspan – το 1966, πριν ακόμη γίνει μέλος της άρχουσας τάξης).

«Ο χρυσός είναι χρήμα και τίποτα άλλο….Ο χρυσός είναι το πραγματικά μοναδικό χρήμα – με εξαίρεση το ασήμι» (J.P. Morgan).

«Η Utah είναι η πρώτη Πολιτεία των Η.Π.Α., η οποία αναγνώρισε πρόσφατα τόσο τα χρυσά, όσο και τα ασημένια νομίσματα, σαν επίσημα μέσα συναλλαγών – αρκετές άλλες ομοσπονδιακές Πολιτείες έχουν ήδη ανακοινώσει ότι θα ακολουθήσουν το παράδειγμα της. Μήπως θα έπρεπε να τις μιμηθεί και η Ελλάδα; Μπορεί κανείς να ισχυρισθεί τεκμηριωμένα ότι, η κατάσταση δεν θα γίνει αισθητά χειρότερη, εάν δεν συμβεί κάτι ριζικά διαφορετικό;».

 

Κατά τη διάρκεια της Ιστορίας όλοι σχεδόν οι ηγεμόνες προσπαθούσαν, ξανά και ξανά, να προωθήσουν στους υπηκόους τους άχρηστα χαρτονομίσματα, αντί πραγματικών χρημάτων. Το γεγονός αυτό κατέληγε πάντοτε σε καταστροφικές αποτυχίες, αφού η συγκεκριμένη «τακτική» των κυβερνώντων προκαλούσε σταθερά υπερπληθωρισμό – ο οποίος οδηγούσε στη φτώχεια, στην παρακμή, στις κοινωνικές εξεγέρσεις και στους πολέμους.

Με βάση τις εμπειρίες αυτές οι περισσότεροι ηγεμόνες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, τόσο η διαρκής ασφάλεια των αποταμιεύσεων (η προστασία της αγοραστικής αξίας τους δηλαδή), όσο και η ειρήνη, ήταν τότε μόνο δυνατόν να υπάρξουν, εφόσον τα χαρτονομίσματα αντιπροσώπευαν πραγματικές αξίες – απλούστερα, εάν απέναντι σε ένα χαρτονόμισμα ή σε κάποιο άχρηστο μεταλλικό κέρμα, υπήρχε κάποια δεδομένη αξία. Έτσι λοιπόν υιοθετήθηκε ο κανόνας του χρυσού, σύμφωνα με τον οποίο κάθε χώρα μπορούσε να εκδώσει τόσα χρήματα (χαρτονομίσματα και κέρματα), όσο χρυσό διατηρούσε στα θησαυροφυλάκια της – με μία ορισμένη «ισοτιμία ανταλλαγής»

Μέχρι τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και συγκεκριμένα από το 1800 έως το 1914, μία από τις πιο «οικονομικά σταθερές» εποχές της Ιστορίας, όλα τα σημαντικά νομίσματα παγκοσμίως ήταν συνδεδεμένα με το χρυσό. Επειδή δε η ποσότητα του χρυσού ήταν περιορισμένη, δεν μπορούσαν να εκδοθούν περισσότερα χρήματα –  οπότε δεν ήταν δυνατόν να δημιουργηθούν οι υπερβολές (φούσκες), οι οποίες χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη εποχή (οφείλονται προφανώς στην αλόγιστη πιστωτική επέκταση, μέσα από τη δημιουργία χρημάτων από το πουθενά, την οποία προκαλεί/προωθεί σκόπιμα το αχόρταγο και ανεξέλεγκτο πλέον τραπεζικό σύστημα).

Όλες οι χώρες λοιπόν ήταν υποχρεωμένες να διαχειρίζονται με σύνεση τα οικονομικά τους, να διατηρούν ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς δηλαδή, ενώ τόσο οι τράπεζες, όσο και το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο εν γένει, ήταν αδύνατον να κερδοσκοπήσουν εις βάρος των υπολοίπων «συντελεστών παραγωγής» – πόσο μάλλον των ίδιων των κρατών και κατ’ επέκταση των φορολογουμένων Πολιτών τους, όπως δυστυχώς συμβαίνει σήμερα, σε μία έκταση άνευ προηγουμένου.

Περαιτέρω, το «ευγενές μέταλλο» διαχωρίστηκε από τα χρήματα, έπαψε δηλαδή να ισχύει ο κανόνας του χρυσού, το 1914 – επειδή ο εξοπλισμός για τη διεξαγωγή του πρώτου παγκοσμίου πολέμου απαιτούσε τεράστιες ποσότητες χρημάτων, για τις οποίες δεν υπήρχαν τα ανάλογα αποθέματα χρυσού. Εάν λοιπόν είχε διατηρήσει κανείς τον κανόνα, είναι προφανές ότι δεν θα μπορούσε να διεξαχθεί ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος – για τη χρηματοδότηση του οποίου, ειδικά η Fed (η οποία ιδρύθηκε το 1913), εκτύπωσε κατά πολύ περισσότερα χαρτονομίσματα, από όσα «δικαιούταν», πλημμυρίζοντας στην κυριολεξία τις αγορές.

Όπως συνέβη και πρόσφατα, έτσι και τότε (η υπερπαραγωγή άχρηστου χρήματος συνέχισε δυστυχώς μετά το τέλος του 1ου παγκοσμίου πολέμου), οι τράπεζες είχαν στη διάθεση τους υπερβολικά μεγάλες ποσότητες χρήματος από τις κεντρικές τους – χρήματα που προωθούσαν στους πελάτες τους με τη μορφή φθηνών (χαμηλού επιτοκίου) πιστώσεων. Οι πελάτες τους αυτοί με τη σειρά τους επένδυαν τα «άχρηστα» χαρτονομίσματα στις χρηματαγορές – με στόχο την αποκόμιση γρήγορων κερδών, τα οποία δεν μπορούσε να τους προσφέρει η πραγματική οικονομία.

Επειδή τώρα είχε καταργηθεί ο κανόνας του χρυσού, οι ποσότητες του χωρίς αντίκρισμα χρήματος συνέχισαν να αυξάνονται – ενώ κάθε χώρα είχε εντελώς διαφορετικούς κανόνες «εκτύπωσης», ανάλογους με τις δικές της ανάγκες. Κατ’ επέκταση, οι τιμές των μετοχών αυξάνονταν, τα ακίνητα ακολουθούσαν ανοδική πορεία και τα δάνεια εκτοξεύθηκαν στα ύψη – παρασύροντας ξανά όλες τις «αξίες» (μετοχές, εμπορεύματα κλπ.) σε μία παράλογα ανοδική τροχιά.

Έτσι λοιπόν, στα τέλη της δεκαετίας του 1920, η αγορά μετοχών των Η.Π.Α. ήταν τόσο υπερβολικά αποτιμημένη που ήταν αδύνατον να αποφευχθεί το «σπάσιμο της φούσκας» – συνέβη τη γνωστή «μαύρη Πέμπτη», στις 24. Οκτωβρίου του 1929. Εκατομμύρια Αμερικανοί έχασαν σε μία ημέρα όλα τους τα υπάρχοντα, ενώ τα αποτελέσματα του κραχ για ολόκληρο τον κόσμο ήταν καταστροφικά. Ακολούθησε φτώχεια, δυστυχία, πείνα και κοινωνικές αναταραχές, οι οποίες κατέληξαν στη Μεγάλη Ύφεση και στο φασισμό – όπου κυρίως ο Χίτλερ στη Γερμανία, αλλά και ο Μουσολίνι στην Ιταλία ή ο Φράνκο στην Ισπανία, θέλησαν να οδηγήσουν την Ευρώπη στην έξοδο από την κρίση.

Ο τελικός προορισμός ήταν ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, ο οποίος καταδίκασε εκατομμύρια ανθρώπους στο θάνατο – χρηματοδοτούμενος ξανά από τις ίδιες τράπεζες, οι οποίες είχαν προκαλέσει την καταστροφική χρηματοπιστωτική φούσκα, είχαν διευκολύνει το φασισμό και ήταν υπεύθυνες για όλα τα δεινά της μετέπειτα εποχής.

Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο επικράτησε η σύνεση στον πλανήτη, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα τη θέσπιση του κανόνα του χρυσού στο Bretton Woods των Η.Π.Α. – όπου όλα τα νομίσματα είχαν αντίκρισμα σε δολάρια και τα δολάρια σε χρυσό. Ακολούθησαν δεκαετίες ανάπτυξης και προόδου στη Δύση, οι οποίες όμως ουσιαστικά έφθασαν στο ζενίθ τους τη δεκαετία του 1970 – όπου καταργήθηκε ξανά ο κανόνας του χρυσού, λόγω των τεράστιων χρηματικών αναγκών των Η.Π.Α., οι οποίες δυστυχώς «επέλεξαν», ερήμην των Πολιτών τους, τη διεξαγωγή νέων πολέμων.

Έκτοτε, αργά αλλά σταθερά, οι τράπεζες άρχισαν να εκτυπώνουν ακόμη μία φορά χρήματα χωρίς αντίκρισμα, συνεχίζοντας τη λεηλασία των υπολοίπων συντελεστών παραγωγής – με αποτέλεσμα να χρεώνονται συνεχώς όλα τα κράτη, με αφετηρία το 1980, να εμφανιστούν ξανά οι κρίσεις, να γίνονται όλο και πιο μεγάλες, όλο και πιο συχνές, όλο και πιο «μανιοκαταθλιπτικές». Μία συνεχώς μικρότερη περίοδος ανάπτυξης εντάσεως ανεργίας, ακολουθείται έκτοτε από μία διαρκώς μεγαλύτερη περίοδο ύφεσης, με αποτελέσματα που δεν είναι καθόλου δύσκολο να προβλεφθούν.

Ο ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΥ ΚΑΙ Η ΥΠΕΡΧΡΕΩΣΗ

Όπως αναφέραμε ήδη, η κατάργηση του κανόνα του χρυσού οδηγεί αξιωματικά στην υπερχρέωση, αφού τα κράτη (αλλά και οι ιδιώτες) παύουν να διαχειρίζονται συνετά τα οικονομικά τους – εξοφλώντας τις συνεχώς αυξανόμενες υποχρεώσεις τους με φρεσκοτυπωμένα χρήματα χωρίς αντίκρισμα (οι ιδιώτες με δάνεια και «υποσχετικές πληρωμών»). Ο Πίνακας Ι αναφέρεται στις περιόδους χρέωσης των Η.Π.Α., οι οποίες ουσιαστικά δεν διαφέρουν σημαντικά από τις αντίστοιχες των υπολοίπων χωρών της Δύσης – με την Ιαπωνία να κρατάει τα «σκήπτρα» (δημόσιο χρέος στο 230% σχεδόν του ετήσιου ΑΕΠ της):

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Ιστορική κατανομή του δημοσίου χρέους των Η.Π.Α., συνολικού ύψους 14,3 τρις $

Περίοδος Πρόεδρος Ποσοστό επί του συν. χρέους *Χρέος
Έως το 1981 Προ Reagan 7,0% 1,01
1981-1989 Reagan 13,2% 1,89
1989-1993 Bush senior 10,5% 1,50
1993-2001 Clinton 9,8% 1,40
2001-2009 Bush junior 42,7% 6,11
2009-2010 **Obama 16,8% 2,39
Σύνολα   100% 14,3

* Αύξηση χρέους σε τρις $

** Εντός ενός μόνο έτους ξεπέρασε την οκταετία Reagan ενώ, εάν δεν συμβεί κάτι εξαιρετικό, θα ξεπεράσει ακόμη και τον Bush junior.

Σημείωση: Ο μεγαλύτερος πιστωτής των Η.Π.Α. είναι η Fed, αφού κατέχει το 11,6% του δημοσίου χρέους – ήτοι 1,66 τρις $. Ακολουθεί η Κίνα (1,20 τρις $) και η Ιαπωνία (0,91 τρις $).

Πηγή: New York Times

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Όπως συμπεραίνουμε από τον Πίνακα Ι οι Η.Π.Α., έως και το 1981, συσσώρευσαν χρέη ύψους μόλις 1,01 τρις $ – γεγονός που συνέβη και στις περισσότερες άλλες χώρες της Δύσης, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας. Από το 2001 όμως μέχρι το 2009 το δημόσιο χρέος έφτασε στα ύψη, αφού αυξήθηκε κατά 6,11 τρις $ – μία κατάσταση που συνεχίζει να υφίσταται, μετά την ανάληψη της προεδρίας από τον Obama. Το γεγονός αυτό δεν μας επιτρέπει μεγάλες ελπίδες για το μέλλον, όσο και αν ακούγεται το αντίθετο – αφού η αντιστροφή της τάσης είναι, κατά την άποψη μας, εξαιρετικά δύσκολη.

Ο Πίνακας ΙΙ που ακολουθεί, στον οποίο εμφανίζεται η αύξηση των δαπανών της υπερδύναμης μεταξύ 2001 και 2011 στους κυριότερους τομείς της οικονομίας της, τεκμηριώνει σε κάποιο βαθμό την άποψη μας:

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Αύξηση των δαπανών στις Η.Π.Α., μεταξύ 2001 και 2011, σε δις $

Τομείς 2000 2011 Ποσοστό αύξησης
Συντάξεις 409 748 +82%
Υγεία 352 882 +150%
Άμυνα 341 910 +167%

Πηγή: Κυβέρνηση των Η.Π.Α.

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Οι δαπάνες των Η.Π.Α. για τις συντάξεις (προϋπολογισμός 2011) αντιστοιχούν στο 20% των συνολικών ετησίων δαπανών ύψους 3,8 τρις $, για την Υγεία στο 23% και για την άμυνα στο 24% – με όλες τις υπόλοιπες να ανέρχονται στο 33% (η Παιδεία είναι ουσιαστικά σχεδόν εξ ολοκλήρου ιδιωτικοποιημένη). Απέναντι στις δαπάνες του προϋπολογισμού τώρα, τα ετήσια έσοδα είναι μόλις 2,2 τρις $ – εκ των οποίων το 53% προέρχεται από το φόρο εισοδήματος, το 37% από τα κοινωνικά ασφάλιστρα και το 10% από άλλες πηγές.

Το έλλειμμα λοιπόν προϋπολογίζεται για το 2011 στο 1,6 τρις $ – με αποτέλεσμα να αυξηθεί το χρέος στα 15,9 τρις $, ξεπερνώντας για πρώτη φορά το 100% του ΑΕΠ της υπερδύναμης (αν και κατά την άποψη μας είναι πολύ υψηλότερο, πόσο μάλλον εάν συνυπολογίσει κανείς τα χρέη των επί μέρους Πολιτειών).

Επομένως, η απόφαση της S&P να υποτιμήσει την πιστοληπτική ικανότητα των Η.Π.Α. ήταν απόλυτα σωστή – αν και υποθέτουμε ότι άνοιξε τον «Ασκό του Αιόλου», ιδιαίτερα όσον αφορά τη διατραπεζική αγορά, προκαλώντας εκ νέου μία άνευ προηγουμένου κρίση εμπιστοσύνης (πόσο μάλλον εάν αυξηθούν τα επιτόκια του δανεισμού των Η.Π.Α., τα οποία είναι σχετικά χαμηλά – της Ιαπωνίας επίσης, αφού ευρισκόμενα στο 1%,  είναι παραδόξως τα μικρότερα στον πλανήτη).        Συνεχίζοντας υπενθυμίζουμε ότι, η τελική κατάληξη του καπιταλισμού ήταν ανέκαθεν ο πληθωρισμός ή/και η χρεοκοπία – επειδή τα χρέη δεν μπορούν να μειωθούν με άλλον τρόπο, εκτός από την απαξίωση των χρημάτων. Η μοναδική σήμερα χώρα που δεν μπορεί να χρεοκοπήσει (οπότε ο πληθωρισμός είναι μονόδρομος) είναι οι Η.Π.Α. – αφού διαθέτουν το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα και πληρώνουν τις υποχρεώσεις τους διεθνώς σε δολάρια. Επομένως, μπορούν να πληρώνουν όλες τις οφειλές τους τυπώνοντας νέα χρήματα – γεγονός όμως που οδηγεί στην σταδιακή μείωση της αγοραστικής τους αξίας.

Ολοκληρώνοντας, η σημερινή κατάσταση στις Η.Π.Α. θυμίζει τις αρχές της δεκαετίας του 1980 – όπου όμως, σε αντίθεση με τις παρούσες συνθήκες, η υπερδύναμη δεν ήταν ακόμη χρεωμένη. Εκείνη την εποχή, από τον Ιανουάριο έως τον Ιούλιο, η οικονομία της συρρικνώθηκε (ύφεση, μείωση του ΑΕΠ) κατά 8% σε ετήσια βάση – ένα μάλλον τρομακτικό ποσοστό. Το κράτος τότε ανακοίνωσε μεγάλα προγράμματα στήριξης της οικονομίας, μείωσε τη φορολογία, περιόρισε τα βασικά επιτόκια και αγόρασε τα επισφαλή δάνεια πολλών προβληματικών τραπεζών – όπως ακριβώς συνέβη πρόσφατα.

Σαν αποτέλεσμα όλων αυτών των δημοσίων προγραμμάτων, το ΑΕΠ αυξήθηκε το 1981 κατά 8,4% – ταυτόχρονα όμως με τον πληθωρισμό, ο οποίος εξακοντίσθηκε στα ύψη. Έτσι η Fed (P.Volcker) αναγκάσθηκε να αυξήσει δραστικά τα επιτόκια, οδηγώντας την οικονομία ξανά σε ύφεση – από την οποία τελικά διασώθηκε μετά το ξεπούλημα όλων των δημοσίων επιχειρήσεων (ιδιωτικοποίηση των πάντων), με αποτέλεσμα αργότερα, μεταξύ άλλων, να μην έχει η κυβέρνηση σχεδόν καμία ουσιαστική εξουσία (αλλά ούτε και τα μέσα για να διαχειριστεί μία κρίση προς όφελος των πολλών ή να μειώσει το τεράστιο δημόσιο χρέος και τα ελλείμματα).

Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΤΙΜΗΣ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΥ

Όπως έχουμε αναφέρει στο παρελθόν (άρθρο μας), ο αμερικανικός όμιλος GATA (Gold Anti-Trust Action Committee), κατέθεσε το Φεβρουάριο του 2002 (λίγο αργότερα ξεκίνησε παραδόξως η άνοδος των τιμών του χρυσού, μετά από πάρα πολλά χρόνια σταθερής διατήρησης της ισοτιμίας του), στο δικαστήριο της Βοστόνης, αγωγή εναντίον του αμερικανικού αποθετηρίου, της κεντρικής τράπεζας των Η.Π.Α. (Fed), καθώς επίσης διαφόρων μεγάλων τραπεζών. Κατηγορούμενοι ήταν πολιτικοί, όπως ο πρώην Πρόεδρος B. Clinton και ο πρώην υπουργός οικονομικών L. Summers, ο διοικητής της Fed κ. A. Greenspan, καθώς επίσης οι πολυεθνικές τράπεζες, μεταξύ των οποίων η BIS, η J.P.Morgan, η Chase Manhattan, η Citigroup, η Goldman Sachs και η Deutsche Bank.

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, η κυβέρνηση των Η.Π.Α., σε συνεργασία με τις ηγετικές τράπεζες του κλάδου, είχε «χειραγωγήσει» από το 1994 και μετά την τιμή του χρυσού, με στόχο τη διατήρηση της σε χαμηλά επίπεδα. Ο στόχος των τραπεζών ήταν η επίτευξη μεγάλων κερδών, ενώ η κυβέρνηση των Η.Π.Α. αποσκοπούσε στην παραπλάνηση του υπολοίπου κόσμου, σε σχέση με την ισχύ του δολαρίου – το οποίο ουσιαστικά διατηρούταν τεχνητά υπερτιμημένο, έτσι ώστε να παραμένει παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, χωρίς τον ανταγωνισμό των υπολοίπων νομισμάτων. Ειδικότερα, η αγωγή αναφερόταν, μεταξύ άλλων, στα εξής:

(α)  Η τιμή του χρυσού δεν επιτρεπόταν να αυξηθεί, επειδή κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με «σήμα κινδύνου» προς τις διεθνείς αγορές, σε σχέση με τον πληθωρισμό του αμερικανικού νομίσματος.

(β)  Μία ενδεχόμενη αύξηση της τιμής του χρυσού, θα πρόδιδε τη διεθνή αδυναμία του δολαρίου.

(γ)  Θα έπρεπε να προστατευθούν από δυνητικές ζημίες τόσο οι τράπεζες, όσο και τα υπόλοιπα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τα οποία δανείζονταν με χαμηλότοκα ομόλογα χρυσού, διαθέτοντας εξ αυτού πολύ χαμηλά αποθέματα του κίτρινου μετάλλου – κάτι που θα συνέβαινε, θα ζημιώνονταν δηλαδή οι τράπεζες, εάν αυξανόταν η τιμή του χρυσού. Ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι, το ξεκίνημα της παρούσας χρηματοπιστωτικής κρίσης συνέπεσε με τη ραγδαία άνοδο της τιμής του χρυσού – ένα όχι και τόσο τυχαίο γεγονός.

Συνεχίζοντας, χωρίς καμία αμφιβολία, ο χρυσός αποτελεί ακόμη ένα αξιόπιστο βαρόμετρο του πληθωρισμού ενός νομίσματος («εκτύπωση» δυσανάλογων ποσοτήτων χρήματος, με αποτέλεσμα την υποτίμηση του), εάν δεν μπορεί κανείς να εξασφαλίσει τεχνητά τη διατήρηση του σε χαμηλή τιμή, σε σχέση με το συγκεκριμένο νόμισμα (εν προκειμένω, το δολάριο).

Αναμφίβολα λοιπόν, η αύξηση της τιμής του χρυσού σε σχέση με το δολάριο, «τεκμηριώνει» την αστάθεια του νομίσματος. Επομένως, εάν η αμερικανική κυβέρνηση ήταν σε θέση να ελέγξει την τιμή του χρυσού (σύμφωνα πάντα με το κατηγορητήριο που συνέταξαν οι δικηγόροι της GATA), μπορούσε να ελέγξει επίσης την ισοτιμία του δολαρίου – εξαπατώντας τον υπόλοιπο πλανήτη. Συνεπώς, ο χρυσός ήταν ανέκαθεν, ενώ συνεχίζει να είναι, ένα «πολιτικό» μέταλλο.

Περαιτέρω, οι τράπεζες έλαβαν τότε μέρος στο, χωρίς καμία αμφιβολία εξαιρετικά πολύπλοκο αυτό παιχνίδι, με στόχο την αποκόμιση υπερκερδών. Η επεξήγηση αυτής της «υπόθεσης εργασίας» είναι η εξής:

(α)  Στα χαρτιά, δανείζονταν οι εμπορικές τράπεζες χρυσό, από την εκάστοτε κεντρική τράπεζα, με πολύ χαμηλό επιτόκιο (περί το 1%).

(β) Τον χρυσό αυτόν που δανείζονταν, τον πουλούσαν αργότερα «ανοιχτά» στις  αγορές, χωρίς την ανάληψη κανενός ρίσκου – αφού γνώριζαν ότι, η τιμή του θα διατηρούνταν σταθερή (κάτι που προφανώς δεν ισχύει για τίποτα στον κόσμο, εάν δεν «χειραγωγείται» η τιμή του).

(γ)  Στη συνέχεια, επένδυαν τα έσοδα από την «ανοιχτή» πώληση του χρυσού σε κρατικά ομόλογα (ανοιχτή θεωρείται μία πώληση ενός αντικειμένου, ακόμη και αν δεν είναι στην κατοχή σου, αλλά το αγοράζεις όταν πρέπει να το επιστρέψεις – πρόκειται λοιπόν για πραγματικό «αέρα») – ή συμμετείχαν στις κερδοσκοπικές αγορές των παραγώγων, οι οποίες υπόσχονταν τεράστια κέρδη, με χαμηλές επενδύσεις (μόνο το 2005, η J.P.Morgan κατείχε παράγωγα αξίας 25 τρις $).

Εάν λοιπόν δεν συνέβαινε κάτι απρόβλεπτο, οι τράπεζες που συμμετείχαν σε αυτό το παιχνίδι (Colpo Grosso) κέρδιζαν στην κυριολεξία τεράστια ποσά. Εάν όμως κατέρρεαν τα χρηματιστήρια ή εάν αυξανόταν η τιμή του χρυσού, τον οποίο είχαν δανεισθεί και όφειλαν να επιστρέψουν αργότερα, τότε οι τράπεζες θα έχαναν αντίστοιχα τεράστια ποσά, οδηγούμενες στη χρεοκοπία – πόσο μάλλον αφού, μαζί με την άνοδο της τιμής του χρυσού, θα αυξάνονταν και οι τόκοι που πλήρωναν για τις ποσότητες που είχαν δανεισθεί, σε επίπεδα που θα αδυνατούσαν να πληρώσουν.

Η GATA ανέφερε επίσης ότι, μεταξύ των ετών 1998 και 2001 η ζήτηση του χρυσού ήταν σημαντικά μεγαλύτερη από τις ετήσιες ποσότητες εξόρυξης, γεγονός που όφειλε να οδηγήσει στην αύξηση της τιμής του. Κατά την ίδια, το κέρδος του Καρτέλ των τραπεζών, με τη βοήθεια της χειραγώγησης της τιμής του χρυσού, ήταν της τάξης των 42 δις $.

Φυσικά η αγωγή απορρίφθηκε από το αμερικανικό δικαστήριο, το οποίο θεώρησε ότι ο κατήγορος δεν είχε έννομο συμφέρον! Εμείς βέβαια δεν μπορούμε να έχουμε σαφή άποψη, αν και οφείλουμε να προσθέσουμε εδώ ότι, τα τελευταία δέκα χρόνια η τιμή του χρυσού σχεδόν οκταπλασιάστηκε (από τα 250 $ στα 1.870 $) – κάτι που μάλλον θα πρέπει να μας προβληματίσει σοβαρά, σχετικά με την πραγματική ισοτιμία του δολαρίου και την μητέρα των κρίσεων που προβλέπεται.    

Όπως λοιπόν γράφαμε το 2010, “Εάν συνειδητοποιήσουμε ότι, η άνοδος της δύσης, η ανάπτυξη και η πρόοδος της, κυρίως εις βάρος άλλων λαών, στηρίχθηκε στο τραπεζικό σύστημα, στην πίστωση καλύτερα, με την ταχυδακτυλουργική δημιουργία νέων χρημάτων από το πουθενά, ενδεχομένως να καταλάβουμε ότι τα θεμέλια, επάνω στα οποία οικοδομούμε αδιάκοπα το μέλλον μας, δεν είναι τόσο σίγουρα, όσο νομίζουμε.

Ίσως λοιπόν κάποια στιγμή πάψει ο πλανήτης να ανταλλάσσει τα χωρίς αντίκρισμα χαρτονομίσματα, με τα «πραγματικά» προϊόντα της φύσης και με την εργασία, σε μη ισορροπημένες, «χειραγωγημένες» από το Καρτέλ, ισοτιμίες ανταλλαγής – πόσο μάλλον όταν οι συνολικοί τόκοι επί των συνεχώς αυξανομένων χρεών, για τους οποίους δεν «κατασκευάζονται» παραδόξως νέα χρήματα (ένα από τα μεγαλύτερα ελαττώματα της διαδικασίας), ξεπεράσουν τα συνολικά κεφάλαια, τα οποία ολόκληρη η ανθρωπότητα οφείλει στους, ελάχιστους σχετικά, κυρίαρχους του σύμπαντος.”

Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ

Η τιμή του χρυσού αυξάνεται συνεχώς από το 2001 και εντεύθεν, ενώ είναι πολύ πιθανόν να καταγράψει επίπεδα ρεκόρ, αφού πολλοί υποθέτουν πως εισερχόμαστε με μεγάλη ταχύτητα στη φάση του υπερπληθωρισμού – η οποία ενδεχομένως θα συνοδευθεί από την πλήρη απαξίωση των χαρτονομισμάτων, σε ένα χρονικό διάστημα που κανείς δεν μπορεί να υπολογίσει. Η τιμή μίας ουγγιάς χρυσού (31,1 γραμμάρια) έχει ανέλθει στα 1870 $ (περί τα 1.300 €), ενώ ακριβαίνει σχεδόν καθημερινά.

Η αιτία δεν είναι ουσιαστικά η άνοδος της αξίας του χρυσού, αλλά το ότι τα χρήματα (τόσο τα χαρτονομίσματα, όσο και τα πολλαπλάσια τους λογιστικά), με τα οποία πληρώνουμε το χρυσό, χάνουν συνεχώς σε αξία. Όπως λέγεται, στην αρχαία Ρώμη κόστιζε ένα ακριβό ένδυμα της εποχής, με τη ζώνη του και ένα ζευγάρι σαντάλια, μία ουγγιά χρυσού. Σήμερα, 2000 χρόνια αργότερα, κοστίζουν σχεδόν το ίδιο σε χρυσό, μία ουγγιά δηλαδή (1.870 $), ένα ακριβό κοστούμι, η ζώνη και ένα ζευγάρι παπούτσια.

Επομένως, ο χρυσός δεν μπορεί να θεωρηθεί ακριβός, παρά το ότι η τιμή του έχει οκτααπλασιαστεί σε δολάρια, μέσα στα δέκα τελευταία χρόνια (αν και σε ελβετικά φράγκα έχει «μόλις» τριπλασιαστεί – γεγονός που δημιουργεί ορισμένες μεγάλες, «διπλής ανάγνωσης» απορίες). Εάν δε σημειώσουμε ότι, τον Ιανουάριο του 1980 μία ουγγιά χρυσού κόστιζε περί τα 850 $ (αποπληθωρισμένα σήμερα 2.300 $), τότε δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι πρόκειται για μία ακόμη υπερβολή (φούσκα) της εποχής μας. Απλούστατα, η χειραγώγηση της τιμής του χρυσού ήταν η αιτία της μέχρι πρόσφατα χαμηλής ισοτιμίας του – κυρίως απέναντι στο δολάριο και δευτερευόντως απέναντι στο ευρώ.

Εάν δε υπολογίσει κανείς τι αγόραζε πριν από μερικά χρόνια με 340 δραχμές, με ένα μάρκο ή με ένα δολάριο, συγκρίνοντας το με τι αγοράζει σήμερα, θα κατανοήσει την τεράστια «υποτίμηση» των χαρτονομισμάτων – επομένως το πραγματικό μέγεθος του πληθωρισμού, το οποίο τοποθετείται σε αρκετά υψηλά επίπεδα στο χώρο του ευρώ (πολύ υψηλότερα στο χώρο του δολαρίου, πολύ χαμηλότερα στην Ελβετία ή στη Νορβηγία – τη μοναδική ευρωπαϊκή χώρα με θετικό προϋπολογισμό).

Εκτός αυτού, όσο δεν προβλέπεται άνοδος του ευρώ, λόγω της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης, επίσης όχι άνοδος του δολαρίου, λόγω των τεράστιων οικονομικών προβλημάτων των Η.Π.Α., δεν μπορεί λογικά να αναμένεται «φυσιολογική» (μη χειραγωγημένη) μείωση της τιμής του χρυσού (αν και ποτέ δεν πρέπει να κάνουμε προβλέψεις, για αξίες που διαπραγματεύονται σε μανιοκαταθλιπτικές, έντονα κερδοσκοπικές αγορές).

Περαιτέρω, χωρίς καμία αμφιβολία ο χρυσός αποτελεί ανέκαθεν τη βασική μονάδα μέτρησης της κατάστασης μίας Οικονομίας – επομένως, του συναλλάγματος (νομίσματος) της. Το Ευρώ, δέκα χρόνια μετά την εισαγωγή του, χάνει απέναντι στο χρυσό περί το 15% ετησίως – αν και οι μεταβολές αυτές μπορούν να υπολογιστούν μόνο σε ευρύτερα χρονικά διαστήματα, όπου η αγορά αφενός μεν ισορροπεί, αφετέρου δεν είναι δυνατόν να χειραγωγηθεί. Η συμπεριφορά του δολαρίου είναι κατά πολύ χειρότερη – γεγονός που τεκμηριώνει ακόμη μία φορά τη δυσμενέστερη οικονομική θέση των Η.Π.Α., σε σύγκριση με την Ευρωζώνη.

Η πτώση της αξίας του Ευρώ, η οποία ουσιαστικά οφείλεται στον πληθωρισμό, τοποθετείται επίσημα στο 2-3% ετησίως. Εν τούτοις, όπως αναφέραμε, με κριτήριο την τιμή του χρυσού, ο πληθωρισμός τα τελευταία δέκα έτη στην Ευρωζώνη ήταν κατά μέσον όρο 15% ετησίως – ποσοστό που εμείς τουλάχιστον, κρίνοντας από την αύξηση του κόστους ζωής, θεωρούμε πολύ πιο αντιπροσωπευτικό από τις μάλλον «ιδιοτελείς» μετρήσεις της Κομισιόν.

Συνεχίζοντας, μόλις πριν από μερικά έτη επιτρέπεται να αγοράζουν χρυσό και ασήμι οι Κινέζοι – κάτι που έχει οδηγήσει τους περισσότερους στην απόκτηση και αποταμίευση των δύο ευγενών μετάλλων. Έκτοτε δεν εξάγεται καθόλου κινεζικός χρυσός στο εξωτερικό, αφού δεν φθάνει για την κάλυψη των τοπικών αναγκών. Με δεδομένο λοιπόν ότι η Κίνα είναι ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς χρυσού παγκοσμίως, ο μηδενισμός των εξαγωγών της θα περιορίσει σημαντικά τις ποσότητες του χρυσού – πόσο μάλλον αφού η εξόρυξη χρυσού μειώνεται διεθνώς. Στον Πίνακα ΙΙΙ που ακολουθεί φαίνονται τα (επίσημα) αποθέματα χρυσού ορισμένων κρατών:

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙII: Αποθέματα χρυσού σε τόνους και ποσοστό του στα συνολικά συναλλαγματικά αποθέματα ορισμένων χωρών.

Χώρα 2000 2010 Μερίδιο σε %
 
Η.Π.Α. 8.137,9 8.133,5 72,1
Γερμανία 3.468,6 3.402,5 67,4
Ιταλία 2.451,8 2.451,8 66,2
Γαλλία 3.024,6 2.435,4 65,7
Κίνα 395,0 1.054,1 1,5
Ελβετία 2.419,4 1.040,1 15,1
Ιαπωνία 763,5 765,2 2,7
Ρωσία 384,4 726,0 5,7
Ινδία 357,8 557,7 7,4
Πορτογαλία 606,7 382,5 79,6
Μ. Βρετανία 487,5 310,3 15,6
Τουρκία 116,3 116,1 5,6
Ελλάδα 132,6 111,7 76,5

Πηγή: WP-IMF

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Σημείωση: Η ζήτηση του χρυσού, στο 2ο τετράμηνο του 2011, ανήλθε στους 919,8 τόνους (44,5 δις $). Η Κίνα και η Ινδία ήταν οι κυριότεροι αγοραστές, με συνολικά 52% της παγκόσμιας ζήτησης σε ράβδους χρυσού και νομίσματα – 55% για τη βιομηχανία κοσμημάτων.  Η ζήτηση εκ μέρους της Ινδίας αυξήθηκε κατά 38% σε σχέση με το αντίστοιχο τετράμηνο του προηγούμενου έτους (παρά την άνοδο της τιμής), ενώ της Κίνας κατά 25% – γεγονότα που δεν μπορεί να θεωρηθούν τυχαία.

Η Ελλάδα, με κριτήριο το ποσοστό χρυσού σε σχέση με τα συνολικά αποθέματα αξιών της, κατατάσσεται διεθνώς στην 2η θέση, μετά την Πορτογαλία (ενώ διαθέτει τα ίδια σχεδόν αποθέματα χρυσού, με την πολύ μεγαλύτερη της Τουρκία). Σε απόλυτα μεγέθη, είναι η 30η στην παγκόσμια κατάσταση – αν και ουσιαστικά η 27η μεταξύ κρατών, αφού στον κατάλογο συμπεριλαμβάνονται το ΔΝΤ (3ο), η ΕΚΤ (12η) και η BIS (28η). Ειδικά όσον αφορά το ΔΝΤ, κρίνοντας από τη συμπεριφορά της Ν. Κορέας (στην εποχή του ΔΝΤ, οι κάτοικοί της υποχρεώθηκαν να λιώσουν το χρυσό από τα κοσμήματα τους για να τον δώσουν στο κράτος, έτσι ώστε να αποφευχθεί η χρεοκοπία του), υποθέτουμε ότι ένα μεγάλο μέρος των αποθεμάτων χρυσού που διαθέτει προέρχεται από τις «επιδρομές» του.

Συνεχίζοντας στην Ελλάδα, ο χρυσός που έχει στην κατοχή της είναι ένα ακόμη θετικό στοιχείο, το οποίο επίσης συνηγορεί στο ότι, πρόκειται για μία πολύ πλούσια χώρα, την οποία πρέπει να προστατεύσουμε από τη λεηλασία που επιχειρείται (ελπίζοντας βέβαια ότι ο ελληνικός χρυσός δεν έχει πουληθεί από τις κυβερνήσεις εν αγνοία μας, δεν έχει δοθεί σαν εγγύηση στους τοκογλύφους-δανειστές μας και υπάρχει πράγματι στα θησαυροφυλάκια της, δυστυχώς μη κρατικής, ΤτΕ).   

Περαιτέρω, οι περισσότερες κεντρικές τράπεζες στον κόσμο πουλούσαν μέχρι το 2007 μεγάλες ποσότητες χρυσού – με στόχο να διατηρήσουν χαμηλή την τιμή του, όπως αναφέραμε παραπάνω. Εκτός αυτού, οι τράπεζες εμπόδιζαν ανέκαθεν την επιστροφή στον κανόνα του χρυσού, δημιουργώντας μυστικά Καρτέλ με επί πλέον στόχους αφενός μεν τη χειραγώγηση της τιμής του, αφετέρου να καταστήσουν μη ελκυστικό το χρυσό, σαν επενδυτικό προϊόν, στους ιδιώτες.

Μεταξύ άλλων, είχε απαγορευθεί στις Η.Π.Α. η κατοχή χρυσού για πολλές δεκαετίες – ενώ θεωρείται ότι τα αποθέματα του χρυσού (Πίνακας ΙΙΙ), έτσι όπως καταγράφονται από τις κεντρικές τράπεζες, δεν είναι σωστά. Υπάρχουν μάλιστα αρκετές ενδείξεις, σύμφωνα με τις οποίες τόσο οι Η.Π.Α., όσο και η Γερμανία ή άλλα κράτη, δεν διαθέτουν καθόλου αποθέματα σε χρυσό.

Τέλος, αρκετοί ειδικοί ισχυρίζονται ότι, σύντομα θα απαγορευθεί ξανά η κατοχή χρυσού – αφού διαφορετικά δεν μπορεί να εξηγηθεί η αυστηρότατη επίβλεψη του χρυσού που αγοράζεται από τους ιδιώτες, στα κράτη που διαμένουν. Ο Πίνακας ΙV καταγράφει την πρόσφατη εξέλιξη των τιμών των δύο βασικότερων μετάλλων, με ιστορική «ανταλλακτική» χρήση:

ΠΙΝΑΚΑΣ IV: Η εξέλιξη των τιμών του χρυσού και του ασημιού, σε δολάρια ανά ουγγιά

Μέταλλο* 20.08.2001 2006 2008 19.08.2011
Χρυσός** 250 500 1.000 1.853
Ασήμι*** 5 10 20 43

* Τιμές κατά προσέγγιση και στρογγυλοποιημένες, επειδή προέρχεται από διάγραμμα

** Ο χρυσός σχεδόν οκταπλασιάστηκε από το 2001 σε δολάρια, ενώ μόλις τριπλασιάστηκε σε ελβετικά φράγκα.

*** Ακολουθεί τις τιμές του χρυσού (ο αντιβασιλέας των νομισμάτων), ενώ έχει πολύ περισσότερες χρήσεις.

Πηγή: Ελβετία

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Κλείνοντας, ίσως οφείλουμε να συμπληρώσουμε ότι, εάν υπολογίσει κανείς τα δάνεια της Κίνας (1,2 τρις $) ή της Ιαπωνίας (0,91 τρις $) σε χρυσό, σε σχέση με τις 20.08.2001 (τιμή μίας ουγγιάς 250 $), θα συμπεράνει αβίαστα πόσα χρήματα έχουν χάσει οι δύο αυτές χώρες.

Σε όρους χρυσού λοιπόν τόσο η Κίνα, όσο και η Ιαπωνία, επίσης οι υπόλοιποι δανειστές των Η.Π.Α. (Μ. Βρετανία, Βραζιλία, Γερμανία, τράπεζες, επενδυτικά κεφάλαια, συνταξιοδοτικά ταμεία, Fed κλπ.) έχουν χάσει πάνω από το 80% των απαιτήσεων τους – αφού για παράδειγμα η Κίνα, με τα 1,2 τρις $ που έχει δανείσει στις Η.Π.Α., αγοράζει 7,5 φορές λιγότερο χρυσό, από αυτόν που θα αγόραζε το 2001 (μείον τους τόκους). Ενδεχομένως λοιπόν πρόκειται για τη μεγαλύτερη, νόμιμη ληστεία όλων των εποχών – μεγαλύτερη και από αυτήν της Lehman Brothers.

ΤΑ ΕΘΝΙΚΑ ΑΠΟΘΕΜΑΤΑ ΧΡΥΣΟΥ

Ο σκοπός των εθνικών αποθεμάτων χρυσού, αυτών δηλαδή που διατηρεί μία χώρα στα δικά της ή ξένα θησαυροφυλάκια, ήταν στο παρελθόν το αντίκρισμα απέναντι στα χαρτονομίσματα και στα κέρματα που έθετε σε κυκλοφορία (κανόνας του χρυσού). Σήμερα όμως, τα εθνικά αποθέματα χρυσού χρησιμοποιούνται αφενός μεν σαν ρεζέρβα για εποχές κρίσης, αφετέρου για την εξισορρόπηση του ρίσκου των διακυμάνσεων του δολαρίου.

Ακριβώς για το δεύτερο αυτό λόγο, η τιμή του χρυσού αυξάνεται αυτόματα, όταν μειώνεται η αξία του δολαρίου και το αντίθετο. Εκτός των παραπάνω λόγων, τα αποθέματα του χρυσού προσδίδουν σε μία χώρα μεγάλη ανεξαρτησία, αφού ο χρυσός μπορεί να χρησιμοποιηθεί ανά πάσα στιγμή σαν ανταλλακτικό μέσον – ενώ δεν «χρεοκοπεί» (πλήρης απαξίωση) ποτέ.

Τα τελευταία χρόνια, ο μεγαλύτερος αριθμός των κεντρικών τραπεζών παγκοσμίως μείωσε ριζικά τα αποθέματα του χρυσού που διατηρούσε, με στόχο των περιορισμό των δημοσίων χρεών. Κατά μέσον όρο λοιπόν, το μερίδιο του χρυσού στα συναλλαγματικά αποθέματα των κρατών μειώθηκε από 60% το 1980, στο 10% το 2006. Οι χώρες με τα μεγαλύτερα αποθέματα χρυσού, έχουν αποφασίσει να μην διαθέτουν στην αγορά το κίτρινο μέταλλο, χωρίς προηγουμένως να έχουν συμφωνήσει μεταξύ τους – έτσι ώστε να αποφεύγονται οι μεγάλες διακυμάνσεις στην τιμή του.

Στις 26. Σεπτεμβρίου του 1999, οι 15 ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες (μεταξύ των οποίων και η ΕΚΤ), ψήφισαν στην Ουάσιγκτον την ονομαζόμενη «Central Bank Gold Agreement» (CBGA 1), η οποία ρύθμιζε τον όγκο των πωλήσεων χρυσού για τα έτη 1999-2004. Με βάση τη συγκεκριμένη συμφωνία, οι 15 κεντρικές τράπεζες επιτρεπόταν να πουλούν ανά έτος χρήσης (άρχιζε στις 27.09 κάθε χρόνο), έως 400 τόνους χρυσού. Στα πλαίσια της επόμενης συμφωνίας (CBGA 2), η οποία αφορούσε την επίσης πενταετή περίοδο 2004-2009, οι ποσότητες αυξήθηκαν στους 500 τόνους ετήσια – ενώ αργότερα (CBGA 3, 2009-2014), συμφωνήθηκαν ξανά 400 τόνοι.

Περαιτέρω οι πλεονασματικές χώρες (ειδικά η Γερμανία φυσικά), αύξησαν τα αποθέματα τους σε χρυσό, μέσω της «μεταφοράς» (αγοράς) των αποθεμάτων χρυσού άλλων κρατών – τα οποία έτσι πλήρωναν για τις «ελλειμματικές» εισαγωγές τους. Στο παράδειγμα της Γερμανίας, επειδή η κεντρική τράπεζα της δεν ήθελε να δημιουργήσει νέους αποθηκευτικούς χώρους (θησαυροφυλάκια) ή/και να χρεωθεί με το μεταφορικό κόστος, ο χρυσός τοποθετήθηκε στις εγκαταστάσεις της Fed Νέας Υόρκης (εκεί φυλάσσονται, εκτός από το Fort Knox, 550.000 ράβδοι χρυσού, ιδιοκτησίας περίπου 60 κρατών – μία ράβδος ισοδυναμεί με 12,5 κιλά), στην Τράπεζα της Αγγλίας στο Λονδίνο και στην Τράπεζα της Γαλλίας στο Παρίσι.

Κατά την άποψη μας, πρόκειται για ένα αρκετά «αξιοσημείωτο» γεγονός με πολλές δυνητικές «μεταφράσεις», αφού οι τρεις τράπεζες ανήκουν στις πρώην δυνάμεις κατοχής της Γερμανίας – πόσο μάλλον αφού η κεντρική τράπεζα της Γερμανίας, η κρατική Bundesbank, αρνείται συστηματικά να δώσει συγκεκριμένες πληροφορίες, για τα πραγματικά αποθέματα της.

Ειδικά όσον αφορά την αποθήκευση του χρυσού τόσων πολλών χωρών στις Η.Π.Α., αξίζει να σημειώσουμε ότι, πολλοί θεωρούν πως «βάλλαμε το λύκο να φυλάει τα πρόβατα». Εκτός αυτού, το συγκεκριμένο γεγονός δημιουργεί αρκετούς προβληματισμούς, αφενός μεν όσον αφορά το μέγεθος της επιρροής της υπερδύναμης παγκοσμίως, μόνο και μόνο λόγω της αποθήκευσης του χρυσού, αφετέρου την «πλανητική» καταστροφή που θα μπορούσε να προκαλέσει μία ενδεχόμενη οικονομική κατάρρευση των Η.Π.Α. – μέσα από εσωτερικές κοινωνικές αναταραχές, εμφυλίους πολέμους, φυλετικές διαμάχες, εθνικιστικές εξάρσεις ή οτιδήποτε άλλο.

Συνεχίζοντας, τα αποθέματα χρυσού που διατηρούνται στις τράπεζες παγκοσμίως υπολογίζονται στους 30.000 τόνους – ενώ η μεγαλύτερη ποσότητα χρυσού που εξορύχθηκε εντός ενός έτους ήταν 165.000 τόνοι (2009). Τα περισσότερα αποθέματα χρυσού ανήκουν σε ιδιώτες – όπου μόνο στην Ινδία, για παράδειγμα, υπολογίζονται περίπου στους 20.000 τόνους.

Ολοκληρώνοντας, το 70% του χρυσού παγκοσμίως επεξεργάζεται από τους κοσμηματοπώλες, το 11% από τη βιομηχανία (ειδικά την ηλεκτρονική) και την ιατρική (θεραπεία δοντιών), ενώ μόλις το 13% από τις τράπεζες και τους ιδιώτες επενδυτές – για μονεταριστικούς λόγους, στη μορφή νομισμάτων και ράβδων.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Με κριτήριο την παραπάνω ιστορική αναδρομή και ανάλυση των ιδιαιτεροτήτων του κίτρινου μετάλλου, σε σχέση με τα κυκλοφορούντα νομίσματα (χάρτινα, μεταλλικά και ειδικά τα «ψεύτικα» λογιστικά, τα οποία πλησιάζουν στο 90% των συνολικών), δεν μπορεί παρά να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα ότι, η επιστροφή στον κανόνα του χρυσού θα μπορούσε να είναι ίσως η μοναδική λύση για την καταπολέμηση των μανιοκαταθλιπτικών αγορών, της υπερχρέωσης, των κρίσεων, του υπερπληθωρισμού και της δικτατορίας των τραπεζών – κυρίως όμως, για τη διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης.

Με την επιστροφή στον κανόνα του χρυσού είναι δυνατόν να αποφευχθούν οι συναλλαγματικοί και λοιποί πόλεμοι, στους οποίους μάλλον θα οδηγηθούμε πολύ πιο σύντομα από όσο φανταζόμαστε – αφού υποθέτουμε ότι χώρες, όπως η Κίνα για παράδειγμα, δεν θα υπομένουν για πολύ ακόμη την κλοπή των αποταμιεύσεων τους από τις Η.Π.Α. ή από οποιοδήποτε άλλο κράτος. Φυσικά η ισοτιμία δεν μπορεί να είναι η ίδια με αυτήν του Bretton Woods, αφού έκτοτε έχουν αυξηθεί κατά πολύ τόσο τα περιουσιακά στοιχεία, όσο οι ανάγκες σε χρήματα, αλλά και το ΑΕΠ πολλών κρατών.

Ειδικά όσον αφορά την Ευρωζώνη, η οποία κατά την υποκειμενική μας άποψη δεν πρόκειται να διατηρηθεί για πολλά χρόνια ακόμη (εκτός εάν ενωθεί άμεσα πολιτικά και δημοσιονομικά – κάτι που φυσικά ευχόμαστε, αλλά δεν το πιστεύουμε, όσο κυριαρχεί ο εχθρός της Ευρώπης), τυχόν επιστροφή της στα εθνικά νομίσματα, παράλληλα με την εισαγωγή του κανόνα του χρυσού για όλα, θα μπορούσε να διευκολύνει κάπως τη μετάβαση – η οποία είναι μάλλον ανέφικτη, χωρίς μία τέτοια σύνδεση και «ασφαλιστική δικλείδα».

Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος επείγει για τη Δύση, η οποία δεν θα αποφεύγει για πολύ ακόμη την καταστροφή (χρεοκοπίες επί μέρους κρατών, υπερπληθωρισμούς, αθετήσεις πληρωμών, πολέμους κλπ.) αφού, όπως φαίνεται από τον Πίνακα V («δυτικό χρέος» 27.999 δις €), οκτώ μόλις δυτικές χώρες είναι υπεύθυνες για το 75% σχεδόν των παγκοσμίων χρεών (υπολογίζονται στο 80% του συνολικού ΑΕΠ).

ΠΙΝΑΚΑΣ V: Πρωταθλητές δημοσίων χρεών σε δις €, για το έτος 2010 – συγκριτικά με το παγκόσμιο ΑΕΠ, συνολικού ύψους 47.081 δις €

Χώρα Δημόσιο Χρέος Ποσοστό στο παγκόσμιο ΑΕΠ
Η.Π.Α. 10.040 21,32%
Ιαπωνία 9.840 20,90%
Γερμανία 2.080 4,42%
Ιταλία 1.843 3,91%
Βραζιλία 1.822 3,87%
Γαλλία 1.591 3,38%
Μ. Βρετανία 1.351 2,87%
Ινδία 900 1,91%
Κίνα 799 1,70%
Ισπανία 639 1,36%
Καναδάς 615 1,30%
Σύνολα 31.520 66,37%

Πηγή: Κομισιόν, ΔΝΤ

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Σημείωση: Η θέση αρκετών δυτικών χωρών, όπως οι Η.Π.Α., η Γερμανία και η Μ. Βρετανία, είναι πολύ χειρότερη από τις υπόλοιπες, αφού αφενός μεν έχουν μεγάλο ιδιωτικό χρέος, αφετέρου μηδαμινή δημόσια περιουσία, έχοντας ιδιωτικοποιήσει τα πάντα.

Ολοκληρώνοντας, αντί ο περιπλανώμενος Ευρωθίασος να μας οδηγεί συνεχώς σε αδιέξοδους δρόμους, χωρίς προοπτική και τέρμα (άρθρο μας), επιτρέποντας στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο να κερδοσκοπεί εις βάρος όλων των Πολιτών της δύσης (οι οποίοι οδηγήθηκαν κυριολεκτικά στο ικρίωμα από μία σειρά ανεπαρκών κυβερνήσεων), θα ήταν καλύτερα να αναζητήσει, από κοινού με τις υπόλοιπες παγκόσμιες δυνάμεις, ένα καινούργιο χρηματοπιστωτικό σύστημα – ικανό και κατάλληλο να ανταπεξέλθει ειρηνικά με τις νέες συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί παγκοσμίως.

Εάν η επαναφορά του κανόνα του χρυσού θα συντελούσε πράγματι σε κάτι τέτοιο (δυστυχώς δεν θα είχε μόνο πλεονεκτήματα, αλλά και αρκετά μειονεκτήματα – ειδικά εάν ήταν «μονομερής», όπως στο παρελθόν), πριν ακόμη οι Πολίτες αναλάβουν μόνοι τους τα ηνία, επιλέγοντας οι ίδιοι το συγκεκριμένο ανταλλακτικό μέσον και χωρίς να ρωτήσουν κανέναν (επαναφέροντας παράλληλα τόσο τις αχόρταγες τράπεζες, όσο και τα «άπατρη» κερδοσκοπικά κεφάλαια, στην αρχική τους κατάσταση), δεν είμαστε προφανώς σε θέση να το γνωρίζουμε με σαφήνεια.

Αυτό όμως που πιστεύουμε απόλυτα, είναι η ανάγκη αλλαγής του υφιστάμενου χρηματοπιστωτικού συστήματος – η οποία πρέπει να είναι μεθοδική μεν αλλά ταυτόχρονα γρήγορη, ριζική και με γνώμονα το συμφέρον της συντριπτικής πλειοψηφίας των Πολιτών, το οποίο δυστυχώς δεν είναι ταυτόσημο με αυτό των κυβερνήσεων, της παγκόσμιας οικονομικής ελίτ και των τραπεζών.

Κλείνοντας, οφείλουμε να επισημάνουμε την πιθανότητα μίας ραγδαίας, τεχνητής (χειραγωγημένης) υποχώρησης της τιμής του χρυσού, επειδή πιθανολογούμε πως οι κυβερνήσεις και οι τράπεζες δεν θα θελήσουν να χάσουν το υπέρτατο προνόμιο της παραγωγής χρημάτων από το πουθενά – την «κότα με τα χρυσά αυγά» καλύτερα, η οποία τους διευκολύνει σημαντικά στη «ληστεία» κρατών και Πολιτών.

Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright)

Αθήνα, 21. Αυγούστου 2011

viliardos@kbanalysis.com

Σάββατο, 13 Αυγούστου 2011

 

του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

(konstantakopoulos.blogspot.com)

H απόφαση του οίκου Standard and Poors’s να υποβαθμίσει την πιστοληπτική ικανότητα των ΗΠΑ συνιστά τομή στην ιστορία του καπιταλισμού, ολοκληρώνει και αποκαλύπτει ένα κυοφορούμενο από δεκαετιών “πραξικόπημα” στην ιστορία της δυτικής δημοκρατίας, αλλά και αποτελεί μείζονα, πρώτη ρωγμή στη παγκόσμια ηγεμονία της Βόρειας Αμερικής.

Η Αυτοκρατορία αντεπιτίθεται

Από την εποχή που ο Οίκος των Ρότσιλντ χρηματοδότησε μαζικά την προσπάθεια της Βρετανίας να νικήσει τον Ναπολέοντα, “τελευταίο Ιακωβίνο” και φορέα του (παραμορφωμένου έστω) δημοκρατικού πνεύματος της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης, ο ανταγωνισμός Δήμου και Χρήματος υπήρξε διαρκής σταθερά της ευρωπαϊκής-δυτικής ιστορίας. Για τους άρχοντες του χρήματος, η ιδέα της δημοκρατίας δεν υπήρξε συχνά τίποτα άλλο από μια αναρχική βασικά ιδέα, που θα επιθυμούσαν να αποτελέσει παρένθεση στην ιστορία. Μετά όμως τη νίκη των ευρωπαϊκών λαών επί του Χίτλερ και του φασισμού, to 1945 και με επικρεμάμενη επί του καπιταλισμού την απειλή του κομμουνισμού, φάνηκε ότι είχαν πια σταθεροποιηθεί οι δημοκρατικές και κοινωνικές κατακτήσεις τουλάχιστον των Ευρωπαίων, όπως είχε ανοίξει και ο δρόμος για την, τυπική τουλάχιστο, ανεξαρτησία των αποικιοκρατούμενων λαών.

Ουδέν αναληθέστερον, αποδεικνύει τώρα η μαζική επίθεση της “Αυτοκρατορίας του Χρήματος”. Μετά από σαράντα χρόνια επέλασης του νεοφιλελευθερισμού στην καπιταλιστική περιφέρεια, μετά την κατάρρευση του “σοσιαλισμού”, προ είκοσι ετών, ήρθε τώρα η ώρα των λαών και των κρατών της Δυτικής Ευρώπης και των ΗΠΑ, μετά από διαδοχικές “απελευθερώσεις” αγορών, ισοτιμιών, ροών κεφαλαίου και εμπορευμάτων, αποφορολόγησης του κεφαλαίου που μετήλλαξαν σταδιακά τον καπιταλισμό σε νέα φεουδαρχία του χρήματος, οργάνωσαν τη μετανάστευση της παραγωγής εκτός Ευρώπης και αντικατέστησαν την ευρωπαϊκή οικονομία με μια μηχανή παραγωγή χρέους. Τώρα, το χρήμα ετοιμάζεται τώρα να κάνει “ταμείο”, ολοκληρώνοντας την οικονομική και πολιτική κυριαρχία του επί των κρατών που εξασθένησαν.

Δεν κυβερνά άλλωστε πια το Κογκρέσσο και ο Πρόεδρος στις ΗΠΑ, κυβερνούν και το δείχνουν, οι οίκοι αξιολόγησης, η Goldman Sachs, η JPMorgan, η Merill Lynch. ‘Η, αν δεν κυβερνούν πλήρως ακόμα, θέτουν το πλαίσιο στο οποίο επιτρέπεται η διακυβέρνηση. Τρεις ιδιωτικές εταιρείες, οι οίκοι αξιολόγησης, καθορίζουν μονομερώς τις συνθήκες και τα επιτόκια δανεισμού, και το επίπεδο κερδών των τραπεζών και τις επιβάλλουν ακόμα και στο ισχυρότερο κράτος του κόσμου! ‘Ερχεται το κράτος και τους λέει, ως ανήμπορος συνταξιούχος του ΙΚΑ περίπου, μα κάνατε λάθος δύο τρισεκατομμύρια στους υπολογισμούς σας κι αυτοί, του απαντούν χωρίς αιδώ, κάναμε, είναι αλήθεια, αλλά διατηρούμε το συμπέρασμά μας και σας υποβαθμίζουμε! Την ίδια στιγμή, οι τράπεζες επιτίθενται στην Ιταλία ή την Ισπανία, απαιτώντας από την ΕΕ αυξημένα επιτόκια δανεισμού και από την ΕΚΤ να τους αγοράσει τα ομόλογα στην τιμή που θέλουν. Κι αυτή το κάνει, τα χρεώνει δηλαδή στους Ευρωπαίους φορολογούμενους, μήπως και πέσει λϊγο η κερδοφορία των τραπεζών! Ενώ τρεις από τις μικρότερες χώρες της ΕΕ έχουν μπει σε καθεστώς αποικιακής διοίκησης και λεηλασίας προ πτωχεύσεως, από την περίφημη τρόικα, συλλογικό εκφραστή του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου (και της Γερμανίας και ΕΕ), με τη συνδρομή των τοπικών Κουίσλινγκ.

Χρηματοπιστωτικός ολοκληρωτισμός

Τον 19ο αιώνα είχαμε στην Ελλάδα αγγλικό, γαλλικό και ρωσικό κόμμα, τουλάχιστον όμως ξέραμε τι είχαμε. Τώρα, στην Ευρώπη, πλησιάζουμε ή είμαστε στο σημείο που νομίζουμε ότι διαλέγουμε μεταξύ Σοσιαλιστών και Δεξιάς, και διαλέγουμε στην πραγματικότητα μεταξύ εκλεκτών των Ρότσιλντ, των Ροκφέλλερ ή του Νετανιάχου, χωρίς μάλιστα να το ξέρουμε.

Οι δέκα μεγαλύτεροι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί παγκοσμίως μπορούν να κινητοποιήσουν κεφάλαια ίσα προς το παγκόσμιο χρέος. Αν το κινητοποιήσιμο κεφάλαιο θεωρηθεί μέτρο οικονομικής ισχύος και το χρέος μέτρο οικονομικής αδυναμίας, τότε η Αυτοκρατορία του Χρήματος έχει περισσότερη οικονομική ισχύ από όλα τα κράτη του κόσμου. Εκτός, αν αποφασίσουν να τη θέσουν υπό τον έλεγχό τους, κάτι που ίσως ακόμα σήμερα μπορούν, δεν θα μπορούν όμως να κάνουν αύριο. Το παιχνίδι δεν είναι ακόμα τελειωμένο, αλλά πλησιάζει όλο και πιο πολύ στην αποφασιστική, τελική του φάση.

Μόνο θέτοντας υπό εθνικό-περιφερειακό, κρατικό, κοινωνικό έλεγχο τη χρηματοδότηση της παγκόσμιας οικονομίας, απαγορεύοντας τα χρηματοπιστωτικά παράγωγα και μόνο επιστρέφοντας στο καθεστώς ρύθμισης και λελογισμένου προστατευτισμού, που χαρακτήριζαν π.χ. τον μεταπολεμικό καπιταλισμό, είναι δυνατό να αντιστραφεί η σημερινή καταστροφική πορεία. Θα πρέπει όμως, για να συμβεί αυτό, μια σειρά λαϊκών εξεγέρσεων, που μπορεί όντως, για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, να προκαλέσει η παρούσα κρίση, να αντικαταστήσει την πολιτική τάξη των Ομπάμα, Σαρκοζί, Παπανδρέου, Μπαρόζο και δεν συμμαζεύεται, τάξη υπαλλήλων τρίτης κατηγορίας των τραπεζιτών, επιπλέον διεφθαρμένων και απολύτως εκβιάσιμων στην πλειοψηφία τους, με νέους Ντε Γκωλ, Ρούζβελτ, Τσώρτσιλ, αν όχι Ροβεσπιέρους. Κάθε νέο επεισόδιο της μεγάλης οικονομικής κρίσης που άρχισε το 2008, επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος για τη σωτηρία του πολιτισμού.

Από τη Σισάχθεια στην “αντι-Σεισάχθεια”: η δικτατορία των αγορών

Στην Αρχαία Αθήνα, η διαγραφή των αξιώσεων των πλουσίων από τους φτωχούς, του χρέους δηλαδή, η Σεισάχθεια του Σόλωνα, έβαλε τις βάσεις της Δημοκρατίας, της οποίας ο μεγάλος θεωρητικός, σοφιστής Πρωταγόρας συμπύκνωσε το μήνυμα στο αξίωμά του “Πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος”.

Σήμερα, οι λεγόμενες “αγορές” πραγματοποιούν την αντι-Σεισάχθεια και την αντι-Δημοκρατία με σύνθημα “Πάντων ανθρώπων μέτρον χρήμα”. Χρησιμοποιούν το όπλο του χρέους, στη δημιουργία του οποίου συνέβαλαν με τις οικονομικές πολιτικές και τις θεσμικές αντιμεταρρυθμίσεις σαράντα χρόνων, για να υπαγορεύσουν μια οικονομική πολιτική που θέτει ως πρώτη προτεραιότητα την υψηλή κερδοφορία των τραπεζών και των κατόχων χρήματος, ανεξαρτήτως λοιπόν συνεπειών, όπως της παγκόσμιας ύφεσης, πιθανώς χειρότερης από αυτή του 1929-31, στην οποία ωθούν. Και διαμορφώνουν σταδιακά τις συνθήκες κατάργησης της Δημοκρατίας, ή όσης έχει απομείνει, που είναι ο πολιτικός όρος χωρίς τον οποίο δύσκολα φαντάζεται κανείς την πλήρη κατεδάφιση του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους, τη μαζική φτωχοποίηση του ευρωπαϊκού πληθυσμού, την εξίσωση προς τα κάτω του πρώτου με τον τρίτο κόσμο. ‘Hδη, μια κλωστή έχει απομείνει να κρατάει τη τυπική δημοκρατία πάνω από το νερό σε Ελλάδα, Πορτογαλλία και Ιρλανδία, τα κοινοβούλια των οποίων βρίσκονται προ του διαρκούς διλήμματος είτε να προσυπογράφουν την καταστροφή των χωρών τους, είτε να κάνουν πόλεμο κατά του διεθνούς συστήματος.

Ολόκληρο το σύστημα του παγκόσμιου νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, αλλά και η Ευρώπη του Μάαστριχτ, έξοχο υπόδειγμα και δοκιμαστήριο των παγκόσμιων τάσεων, στηρίζονται σε αυτό ακριβώς το αξίωμα: μπορείτε να κάνετε ότι θέλετε εκτός από ένα, να πληθωρίσετε το χρήμα, να θέσετε σε κίνδυνο την αξία και την απόδοση του χρήματος. Στη συνθήκη του Μάαστριχτ αυτό μεταφράστηκε στη σιδηρά αντιπληθωριστική εντολή προς την ΕΚΤ, στον όρο του no bailout και στην αναγόρευση του “ελεύθερου και ανόθευτου ανταγωνισμού” σε ακρογωνιαίο λίθο, θεμελιώδη συντακτική αρχή του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

Μια φεουδαρχία του χρήματος

Δεν υπήρξε άλλο κοινωνικό σύστημα στην ιστορία της ανθρωπότητας που να προκάλεσε το ίδιο μεγαλύτερη αμφισβήτηση του εαυτού του από τον καπιταλισμό. Ωστόσο θριάμβευσε και σταθεροποιήθηκε γιατί συνέπεσε με μια τεράστια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, της επιστήμης και της τεχνολογίας. ¨Εστω κι αν σηκώνει μεγάλη συζήτηση το τίμημα και η αξία αυτής της ανάπτυξης της παραγωγής και το είδος των προϊόντων της, όλο και περισσότερο βλαπτικών (π.χ. όπλα ή μεταλλαγμένα). Με τη μεγάλη όμως Αντεπανάσταση του Χρήματος, το Κράτος των Ραντιέρηδων, κατά την έκφραση του Κρούγκμαν, ο καπιταλισμός μεταλλάσσεται σε καθαρά καταστροφικό σύστημα, αποσυνδεόμενος τελικά από την παραγωγή, έστω και επιβλαβών προϊόντων και κερδίζοντας από τη δημιουργία και καταστροφή φουσκών, περιλαμβανομένης πλέον και της φούσκας του δημόσιου χρέους. Μεταβλήθηκε δηλαδή σε καρκίνο. Προχθές ανακοινώθηκαν νέα στοιχεία για την οικονομία των ΗΠΑ. Είναι όλα χάλια. Εκτός από ένα: την κερδοφορία! Ποια είναι η οικονομική λογική πίσω από την αύξηση της κερδοφορίας σε μια χώρα που πηγαίνει κατά διαβόλου σε όλους τους άλλους οικονομικούς δείκτες;

Η κερδοσκοπία δεν είναι κερδοσκοπία, κατέληξε κεντρική λειτουργία του συστήματος. Το ποσοστό κερδοφορίας των τραπεζών καθορίζεται από την αδιαφανή και ανεξέλεγκτη αγορά χρηματοπιστωτικών παραγώγων και άλλες μορφές κερδοσκοπίας στα νομίσματα, τις πρώτες ύλες κλπ. Και όχι μόνο. Με τα παράγωγα, οι τράπεζες βρήκαν έναν τρόπο να κερδίζουν σε κάθε περίπτωση! Ενώ με την πολιτική επιρροή που απέκτησαν σε κράτη και κυβερνήσεις, τα υποχρεώνουν να τους καλύπτουν τις ζημιές, περιλαμβανομένου και του κόστους των απατών όπως έγινε με τα ενυπόθηκα δάνεια το 2008. Σε αντίθεση με τον κλασικό καπιταλισμό, που είχε, τουλάχιστο, ως ασφαλιστική δικλείδα, την πολύ οδυνηρή και καταστροφική μέθοδο της χρεωκοπίας και της δι¨αυτής καταστροφής κεφαλαίου, στο σημερινό καθεστώς έχει απαγορευθεί η χρεωκοπία των τραπεζών, αν και συζητείται η χρεωκοπία κρατών.

Αντιμέτωποι με τέτοιες προκλήσεις, οι Ευρωπαίοι πολιτικοί συμπεριφέρονται όπως τον Αύγουστο του 1914 και του 1939. Παίζουν εγωϊστικά παιχνίδια στο εσωτερικό της ΕΕ, αντί να οργανώσουν τον κοινό αγώνα της Ευρώπης εναντίον της Αυτοκρατορίας. Συμμαχούν με τις αγορές, όπως ο Φάουστ, σε προγράμματα δολοφονίας χωρών, όπως της Ελλάδας. Και αντιμετωπίζουν με διάθεση κατευνασμού τον σύγχρονο χρηματοπιστωτικό ολοκληρωτισμό, του οποίου άλλωστε συνήθως δεν είναι παρά ποταποί υπηρέτες, όπως κάποτε αντιμετώπισαν, οι Τσάμπερλαιν, Νταλαντιέ και Στάλιν τον Αδόλφο Χίτλερ. Μόνο μια πολύ ευρεία, καθολική εξέγερση των ευρωπαϊκών λαών, στο μέτρο που συνειδητοποιούν το διακύβευμα, μπορεί να σταματήσει αυτόν τον μεταμοντέρνο φασισμό. Είναι τόσο μεγάλη η επίθεση κατά των Ευρωπαίων, που δέχθηκαν και, ακόμα περισσότερο, θα δεχθούν, που δημιουργούνται ίσως, για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, οι προϋποθέσεις μιας τέτοιας εξέλιξης.

Επίκαιρα, 11.8.2011

 

 

Meet the Global Financial Elites Controlling $46 Trillion In Wealth | | AlterNet.

Ένα αποκαλυπτικό άρθρο που «αλίευσα» από το: AlterNet





Αρέσει σε %d bloggers: