Archive for the ‘Διεθνής Οικονομία’ Category

Μία άκρως ενδιαφέρουσα άποψη/πρόταση από το ιστολόγιο «Τρικλοποδιά»

του ΤΑΚΗ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

Το σκηνικό των εναλλασσόμενων θιάσων (ΝΔ/ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ), στο οποίο αναφέρθηκα στο προηγούμενο άρθρο, επιβεβαιώθηκε πλήρως με την…πρόταση μομφής.

Έτσι, ακόμη και ο θίασος που αποτελεί την κοινοβουλευτική Χούντα των σημερινών οργάνων της Υπερεθνικής ελίτ (Υ/Ε), που εγκληματούν κατά των λαϊκών στρωμάτων, επέτυχε να εξευτελίσει τον εναλλακτικό θίασο που περιμένει να πάρει την σκυτάλη από την Υ/Ε.

Όχι βέβαια λόγω του (δεδομένου) αποτελέσματος της ψηφοφορίας ―κανένας δεν περίμενε τους κομπάρσους να χάσουν εκούσια το ψωμί τους― αλλά γιατί ήταν παιχνίδι ο ευτελισμός ενός κόμματος που επαγγέλλεται ότι θα σκίσει τα μνημόνια και τους σχετικούς νόμους… μέσα στην ΕΕ και την ΟΝΕ.

Γι’ αυτό και ο λαός αγνόησε το «παλλαϊκό» συλλαλητήριο στο Σύνταγμα, σωστά διαβλέποντας ότι οι Χούντες δεν πέφτουν με καραγκιοζηλίκια, χωρίς πραγματικό εναλλακτικό πρόγραμμα.

Συγχρόνως, όμως, ο εκφασισμός της ελληνικής κοινωνίας προχωρά αλματωδώς, με την εντατική καλλιέργεια του εμφυλιοπολεμικού κλίματος.

Από τα κατευθυνόμενα ΜΜΕ (το ένα «άκρο» κατά του άλλου), αλλά και από την εκφυλισμένη «Aριστερά» («αντιφασίστες» κατά φασιστών) κ.λπ. Άλλωστε, το κλίμα αυτό είναι το μόνο που θα μπορούσε να διαιωνίσει την σημερινή οικονομική καταστροφή, όπως επιδιώκουν οι ντόπιες και ξένες ελίτ, με την κατατρομοκράτηση των λαϊκών στρωμάτων και την άμεση ή έμμεση στήριξη της «Αριστεράς» αυτής.

Ο εκφασισμός ξεκινά με τον φραστικό φασισμό που λασπώνει (με την βοήθεια λίγων επωνύμων, και κυρίως ανωνύμων «εν υπηρεσία», λασπολόγων) κάθε εναλλακτικό λόγο ―όπως αυτόν της στήλης― ως «κρυφο-φασιστικό», «αντισημιτικό» κ.λπ. και φθάνει μέχρι τις δολοφονίες.

Σύντομα μάλιστα, με τον «αντιρατσιστικό νόμο», θα ολοκληρωθεί ο εκφασισμός αυτός όταν θα απαγορεύεται ακόμη και η έκφραση λόγου που τα άνωθεν κέντρα θα τον χαρακτηρίζουν «φασιστικό», «αντισημιτικό» κ.λπ…

Είναι, λοιπόν, φανερό ότι μόνο ένα παλλαϊκό Μέτωπο για Κοινωνική και Εθνική Απελευθέρωση, δηλαδή ένα μαζικό πολιτικό κίνημα με συγκεκριμένο πρόγραμμα και στρατηγική για την έξοδο από την καταστροφή, θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για ριζικές αλλαγές.

Ο κορμός του θα είναι, βέβαια, τα θύματα της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή η πλειοψηφία του λαού: οι άνεργοι και οι χαμηλόμισθοι, οι γέροι χωρίς σύνταξη επιβίωσης, η επόμενη γενιά που καταστρέφεται κ.ο.κ.

Όλοι αυτοί θα μετατραπούν σε μόνιμα θύματα αν παραμείνουμε στην ΕΕ και δεν διαρρήξουμε κάθε δεσμό με την παγκοσμιοποίηση, στον δρόμο για την οικονομική αυτοδυναμία.

Δηλαδή, στον δρόμο της οικοδόμησης: μιας παραγωγικής δομής, που θα καλύπτει τις ανάγκες μας, την οποία θα ελέγχουμε εμείς οι ίδιοι και όχι οι πολυεθνικές, όπως σήμερα

μιας πολιτικής δομής που θα ελέγχουμε άμεσα ως πολίτες, και

μιας πολιτιστικής δομής, με βάση την δική μας κουλτούρα

Η μονομερής, δηλαδή, έξοδος από την ΕΕ (και όχι απλώς από το Ευρώ που είναι άλλη μια απάτη!) είναι αναγκαία προϋπόθεση ―όχι φυσικά και επαρκής― τόσο για την έξοδο από την οικονομική καταστροφή όσο και για την θεμελίωση της οικονομικής αυτοδυναμίας.

Δεν είναι δηλαδή απλώς αναγκαία για να ακυρώσουμε τα μνημόνια ή να διαγράψουμε το χρέος, όπως υποστηρίζουν διάφοροι «χρεωλόγοι». Το χρέος είναι η συνέπεια και όχι η αιτία της καταστροφικής κρίσης.

Η αιτία είναι η μετά την ένταξή μας στην ΕΟΚ καταστροφή της στοιχειώδους παραγωγικής δομής που είχαμε μέχρι την δεκαετία του 1970, εξαιτίας του ανοίγματος και απελευθέρωσης των αγορών που μας επιβλήθηκε. Όταν, λοιπόν, κάποιοι στην αντικαπιταλιστική «αριστερά» μιλούν για μια «προοδευτική» ΕΕ, ή ακόμη και για μια «καλή» παγκοσμιοποίηση, σαν δήθεν προ-στάδιο της… παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης, απλά παραμυθιάζουν τον λαό.

Ο πραγματικός διεθνισμός μπορεί να ξεκινήσει μόνο «από τα κάτω» από τον κάθε λαό χωριστά, αφού θα έχει επιτύχει την οικονομική αυτοδυναμία του. Αυτό, όμως, είναι αδύνατο σε οποιαδήποτε διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς, με τις τεράστιες ανισομέρειες τις οποίες έχει ήδη δημιουργήσει το καπιταλιστικό σύστημα. Ακόμη και η ορθόδοξη οικονομική θεωρία μπορεί να δείξει ότι η οικονομική ένωση χωρών με διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης, παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας θα ωφελήσει κατ’ αρχήν τις χώρες που ήδη βρίσκονται στα ανώτερα επίπεδα.

Επομένως, μετά την μονομερή έξοδο από την ΕΕ και τη ρήξη με τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, πρέπει αναγκαστικά να υπάρξει ένα μεταβατικό στάδιο αυστηρών κοινωνικών ελέγχων πάνω στις αγορές κεφαλαίου, εμπορευμάτων και εργασίας, αλλά και στα μέσα παραγωγής, μέχρις ότου ο λαός, έχοντας κατακτήσει την οικονομική αυτοδυναμία, δηλαδή την οικονομική και εθνική (λαϊκή) κυριαρχία, αποφασίσει δημοκρατικά εάν και τι είδους συστημική αλλαγή επιθυμεί (κρατικό σοσιαλισμό, ελευθεριακό σοσιαλισμό, Περιεκτική Δημοκρατία κ.λπ.).

Παράλληλα, δεδομένου ότι το εγκληματικό ΝΑΤΟ και οι άλλοι θεσμοί της Υ/Ε θα έκαναν βέβαια το πάν για να εμποδίσουν παρόμοια απελευθερωτική διαδικασία, θα ήταν απαραίτητος ένας ριζικός αναπροσανατολισμός των γεωπολιτικών μας σχέσεων, έξω από τους θεσμούς αυτούς, μαζί με τους λαούς που παλεύουν ενάντια στην παγκοσμιοποίηση.

Τα παραπάνω στοιχεία που θα αναπτύξω στο επόμενο αποτελούν συστατικά στοιχεία ενός μεταβατικού προγράμματος που οδηγούν στην έξοδο από την κρίση αλλά και ανοίγουν τον δρόμο για συστημική αλλαγή. Σε παρόμοια στρατηγική αντιτίθεται το ΚΚΕ που ουσιαστικά απορρίπτει κάθε μεταβατικό πρόγραμμα (πέρα από κάποια αμυντικά αιτήματα), υποθέτω θεωρώντας (σωστά) ότι ένα «αντικαπιταλιστικό» μεταβατικό πρόγραμμα ―όπως αυτό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ― εσκεμμένα συγχέει τη μεταβατική διαδικασία με τον στόχο.

Όμως, ενώ είναι σωστό ότι ένα μεταβατικό πρόγραμμα δεν μπορεί να είναι αντικαπιταλιστικό, εφόσον προφανώς δεν είναι ώριμες οι συνθήκες για σοσιαλιστική επανάσταση, υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι είναι ώριμο το αίτημα της μονομερούς εξόδου από την ΕΕ, με στόχο την οικονομική αυτοδυναμία. Και αυτό διότι η πλειοψηφία ήδη έχει συνειδητοποιήσει ότι έχουμε χάσει κάθε οικονομική και λαϊκή κυριαρχία. Και όπως πάντα στην Ιστορία, η επίτευξη εθνικής απελευθέρωσης ήταν προϋπόθεση της κοινωνικής.

Advertisements

Ο 4ος Παγκόσμιος Πόλεμος

Ένα εξαιρετικό ντοκιμαντέρ που εξηγεί το «γιατί»

ΑΥΤΟΣ (?) ΕΙΝΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΜΑΣ…«Σ έναν πραγματικά ελεύθερο κόσμο δεν χρειάζεται να σου θυμίζει κάποιος ότι είσαι ελεύθερος». Jacque Fresco

Ο κόσμος μας δεν είναι ένας κόσμος ελεύθερος…

…οι άνθρωποι δεν είναι ελεύθεροι…

…οι σύγχρονες κοινωνίες μας είναι απόλυτα ελεγχόμενες, εξαρτημένες και καθοδηγούμενες…

…όχι από κάποιους φυσικούς…αλλά από ανθρώπινους παράγοντες…

Τους τελευταίους αιώνες τις κοινωνίες μας τις ελέγχουν και τις κατευθύνουν τα στενά προσωπικά συμφέροντα και οι διεστραμμένες φιλοδοξίες μιας μικρής ελίτ, οικογενειών για την ακρίβεια, που κυριαρχούν παραδοσιακά σε ολόκληρη τη γη, έχοντας στην κατοχή τους όλα τα αναγκαία αγαθά, τους πόρους και τις υπηρεσίες που οι άνθρωποι έχουν άμεση ανάγκη για την επιβίωσή τους…

…έχοντας στην κατοχή τους όλα τα μέσα ενημέρωσης και χειραγώγησης των ανθρώπων…

…πάνω απ όλα, διαχειρίζονται και ελέγχουν το οικονομικό μοντέλο από το οποίο εξαρτιέται ολόκληρη η ανθρωπότητα.

Είναι οι κυρίαρχοι του παγκόσμιου χρήματος.

Όλα αυτά τα πλεονεκτήματα έναντι ολόκληρης της ανθρωπότητας τους καθιστούν απόλυτους κυρίαρχους στο «παιχνίδι».

Οι άνθρωποι δεν έχουν ελεύθερη πρόσβαση σε όλα όσα έχουν ανάγκη… …εκατομμύρια μάλιστα στερούνται απολύτως απαραίτητων για την επιβίωσή τους αγαθών…

Η ελεύθερη βούληση είναι ένα παραμύθι ενώ τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι διακηρύξεις μονάχα στα χαρτιά… 

Οι άνθρωποι δεν αποφασίζουν για τις ζωές τους…

Οι επιλογές που νομίζουν ότι έχουν, σχεδόν σε όλα τα επίπεδα, είναι ψεύτικες…

Δεν καθορίζουν και ούτε επηρεάζουν ριζικά τις εξελίξεις…

Δεν ζουν τη δική τους ζωή…

Ζουν μια ζωή που τους επιβάλλεται…

Δεν ζουν τη δική τους ζωή, απλά γιατί δεν την ανακαλύπτουν συνήθως ποτέ.

Το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννιούνται και διαμορφώνονται δεν βοηθάει αυτή τη διαδικασία…

..αντιθέτως, κάνει κάθε τι για να τους απομακρύνει και να τους εμποδίσει από ένα τέτοιο σημαντικό στόχο…από το να ανακαλύψουν δηλαδή την αξία της ζωής τους και τις πραγματικές τους δυνατότητες, που θα τους οδηγούσαν στην προσωπική εξέλιξη και ελευθερία…

…οι κυρίαρχοι θέλουν μονάχα να τους χρησιμοποιούν για τα δικά τους στενά συμφέροντα, γι αυτό οι άνθρωποι πρέπει να ζουν μηχανικά, επιφανειακά, ρηχά, μακριά από κάθε ουσιαστική γνώση για τον εαυτό τους και τον κόσμο.

Μέσα σ ένα τέτοιο πλαίσιο οι άνθρωποι στρέφονται στην απόκτηση όσο περισσότερων υλικών αγαθών μπορούν και στις επιφανειακές απολαύσεις που ενισχύουν τον εγωκεντρισμό τους…άρα και τις «διαφορές» τους με τους «άλλους»…

…οι αξίες επάνω στις οποίες βασίζουν τις ζωές τους προσανατολίζονται στο «έχω» και στο «εγώ» και όχι στο «είμαι» και στο «εμείς»…

…στο «φαίνεσθε» και όχι στο αληθινό βίωμα…

…αυτή η κατάσταση καλλιεργεί και ενισχύει σοβαρά τους φόβους τους…

…η πλασματική οπτική ενός κόσμου διαιρεμένου οδηγεί σε μια κατάσταση διαρκούς δυστυχίας.

Το ψέμα έναντι της αλήθειας, οι φόβοι έναντι της αγάπης, η σκλαβοποίηση έναντι της ελευθερίας, υπερισχύουν καθολικά.

Οι άνθρωποι προσπαθούν έτσι, μέσα από διαφυγές και προσκολλήσεις, τόσο υλικές όσο και πνευματικές, που τους προσφέρει το ίδιο κατεστημένο, να βρουν «καταφύγια», να αποφύγουν το καταπιεστικό αυτό καθημερινό περιβάλλον και να βρουν κάποιο νόημα στην ύπαρξή τους.

Οι ιδεολογίες, τα πιστεύω, η ένταξη σε ομάδες, η πολιτική, οι θρησκείες, απαλύνουν τις ανησυχίες και τους φόβους στεγάζοντας την ανθρώπινη ελπίδα τους για κάτι καλύτερο σ ένα μελλοντικό αύριο…

Δυστυχώς, το τραγικότερο όλων αυτών που αναφέρθηκαν παραπάνω, είναι το γεγονός ότι οι άνθρωποι δεν τα γνωρίζουν όλα αυτά συνειδητά, δεν έχουν επίγνωση της κατάστασης που βρίσκονται, της σκλαβοποίησής τους… γεννιούνται και πεθαίνουν μέσα σε αυτή, αφού ζήσουν μια ζωή επιφανειακή και ρηχή, μακριά από τις πραγματικές τους δυνατότητες…

Το κατεστημένο σύστημα που εξυπηρετεί τα συμφέροντα της ελίτ, τους καθοδηγεί σε κάθε τους βήμα και κάθε τους «επιλογή», τους χειραγωγεί και φροντίζει μέσα από τους μηχανισμούς του να τους κρατά διαρκώς απασχολημένους, παραπλανημένους και με την προσοχή τους συνεχώς στραμμένη εκεί που οι κυρίαρχοι επιθυμούν…

Οι ανθρώπινες φάρμες είναι μια πραγματικότητα.

Δεν είναι ούτε εφεύρημα, ούτε θεωρίες συνομωσίας.

Τα μέσα και οι τρόποι κατεύθυνσης, ελέγχου και χειραγώγησης των μαζών με σκοπό να μην κατανοούν τι τους συμβαίνει είναι κυρίως:

Η εργασία

Η εξαρτημένη ιδιαίτερα εργασία είναι ως γνωστόν απόλυτα συνδεδεμένη με την επιβίωση του κάθε ανθρώπου.

Μέσα στα πλαίσια ενός μονεταριστικού χρηματοπιστωτικού οικονομικού συστήματος, η επιβίωση εξαρτάται απόλυτα από τα χρήματα και την ατομική περιουσία που διαθέτει κάποιος, άρα από την μισθωτή εργασία, που αυτό απλά σημαίνει ότι οι άνθρωποι είναι τόσο «ελεύθεροι» όσο τους επιτρέπει η αγοραστική τους δύναμη.

Ο ανταγωνισμός ανάμεσά τους λειτουργεί πάντα με πρακτικές που τους κάνει ανήθικους και μη αλληλέγγυους.

Οι πραγματικές ανθρώπινες αξίες, μέσα σ ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον, δοκιμάζονται πολύ σκληρά. 

Παρά την τεράστια ανάπτυξη των επιστημών και της τεχνολογίας, που η συνετή και για το όφελος όλων των ανθρώπων χρήση τους, θα μπορούσε σήμερα πια να απαλλάξει σχεδόν τελείως την ανθρωπότητα από τις κουραστικές, μηχανικές και ανούσιες δουλειές, δυστυχώς οι άνθρωποι εξακολουθούν να μοχθούν όλο και πιο σκληρά για να επιβιώσουν.

Η στέρηση είναι ίσως η σημαντικότερη μορφή βίας αλλά και χειραγώγησης των ανθρώπων…

Η πολιτική 

Η πολιτική είναι μια εξαιρετικά σημαντική δραστηριότητα που διατηρεί τις μάζες πολύ απασχολημένες, διχασμένες και αποπροσανατολισμένες από τα πραγματικά προβλήματα και τις αιτίες τους.

Οι άνθρωποι έχοντας πειστεί από το κατεστημένο ότι πρέπει να κυβερνώνται και ότι έχουν επιλογές ως προς την οργάνωση και διαχείριση των κοινωνιών τους, ότι μπορούν δηλαδή οι ίδιοι να επιλέγουν αυτούς που θα τους κυβερνούν, εντάσσονται και οργανώνονται σε ιδεολογικές ομάδες και πολιτικά κόμματα τα οποία σκοπό έχουν να υπερασπιστούν τα δικά τους περιορισμένα συμφέροντα έναντι των άλλων.

Ο βασικός σκοπός είναι η απόκτηση συγκριτικού πλεονεκτήματος έναντι των άλλων κομμάτων και ιδεολογιών.

Ούτε η ριζική επίλυση των προβλημάτων αλλά ούτε και η πραγματική ευτυχία και εκπλήρωση της ζωής όλων είναι στους στόχους της πολιτικής.

Η πολιτική θέτει στόχους οι οποίοι αν ήταν πραγματικοί και ουσιαστικοί δεν θα υπήρχε λόγος να τίθενται ως στόχοι. Θα ήταν αυτονόητα πραγματικότητες.

«Σ έναν πραγματικά ελεύθερο κόσμο δεν χρειάζεται να σου θυμίζει κάποιος ότι είσαι ελεύθερος». Jacque Fresco

Ο πιο σημαντικός στόχος του πολιτικού συστήματος είναι η Δημοκρατία, στην ποδιά της οποίας σφάζονται σχεδόν κυριολεκτικά όλες οι πολιτικές ιδεολογίες.

Όλοι γίνονται υπερασπιστές και αγωνιστές της χωρίς να νοιάζονται πραγματικά για τις αξιακές βάσεις του πολιτικού συστήματος και τις παθογένειες της κοινωνίας.

Είναι προφανές ότι η ό,ποια δημοκρατία, μέσα σε ένα σύστημα το οποίο περιέχει στη δομή του τον ανταγωνισμό, την ιδιοκτησία και την επιδίωξη ατομικού οφέλους, δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει.

Η Δημοκρατία και οι εκλογές χρησιμοποιούνται προσχηματικά, μονάχα για να πιστεύουν οι πολίτες ότι έχουν δικαίωμα επιλογής των εξουσιαστών τους και να παραμένουν διχασμένοι και απασχολημένοι.

Δικαίωμα συμμετοχής στην πολιτική έχουν όλοι.

Δικαίωμα ριζικής αλλαγής των κανόνων δεν έχει κανένας.

ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΕΣ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ

Οι οργανωμένες θρησκείες απαλύνουν τα υπαρξιακά και ψυχολογικά προβλήματα των ανθρώπων και προσφέρουν αυθαίρετες και πολλές φορές ανυπόστατες απαντήσεις σε βασικά ανθρώπινα ερωτήματα.

Την ίδια στιγμή και με διάφορους τρόπους καλλιεργούν την ενοχή και τον εσωτερικό φόβο στοχεύοντας στην ενίσχυση της πίστης και της εξάρτησης των ανθρώπων.

Η θρησκευτική πίστη είναι απόλυτα ταυτισμένη με τη θρησκευτική παράδοση του τόπου στον οποίο ο καθένας έτυχε να γεννηθεί.

Οι πιστοί από μικροί εκπαιδεύονται στην θρησκευτική πίστη του τόπου και της παράδοσής του.

Ο θρησκευτικός φανατισμός όμως που καλλιεργείται ευθύνεται για μια σειρά από φριχτά εγκλήματα κατά άλλων ανθρώπων διαφορετικής πίστης.

Οι οργανωμένες θρησκείες είναι ένας ακόμα πολύ σημαντικός παράγοντας διχασμού και απασχόλησης των ανθρώπων.

Οι άνθρωποι δεν ενθαρρύνονται στο να ανακαλύψουν μόνοι τους την αλήθεια, η «αλήθεια» τους προσφέρεται έτοιμη…και κάτι τέτοιο αποτελεί απαράδεκτο ευνουχισμό για την ανθρώπινη συνείδηση. 

Είναι ίσως εύλογο το ερώτημα, το πως γίνεται να ζούμε σ έναν τόσο βάρβαρο και βίαιο κόσμο αν όλες αυτές οι θρησκείες που κυριαρχούν στον κόσμο μας ενδιαφέρονταν πραγματικά για όσα λένε, για αγάπη, ειρήνη, ελευθερία, δικαιοσύνη και ισότητα.

Οι θρησκείες αποτελούν μια βαθειά ψυχολογική και ενοχική διαφυγή για τους ανθρώπους, μέσα από την οποία απλά γαληνεύουν τις υπαρξιακές τους ανησυχίες, προσεύχονται ζητώντας της επιείκεια του θεού στον οποίο πιστεύουν, ελπίζουν σε κάτι καλύτερο και σε έναν μετά θάνατον παράδεισο, μετενσάρκωση κλπ

ΥΠΕΡΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΣΜΟΣ

Μέσα σ ένα πολιτιστικό μοντέλο στο οποίο κυριαρχεί η ύλη και οι στρεβλές «αξίες» εξ αυτής, οι άνθρωποι καθοδηγούνται μέσα από όλα τα μέσα ενημέρωσης στο να καταναλώνουν όσο γίνεται περισσότερα προϊόντα, τα οποία τους προσφέρονται βέβαια από το σύστημα ως απαραίτητα και αναγκαία.

Ο βασικότερος σκοπός ενός τέτοιου προσανατολισμού είναι η διατήρηση και υποστήριξη του υπάρχοντος οικονομικού μοντέλου που κυριαρχεί καθώς και η ενίσχυση του ρόλου της εξαρτημένης εργασίας.

Η απόκτηση των καταναλωτικών προϊόντων γίνεται βασικός σκοπός για τους ανθρώπους, καθώς έχουν πειστεί ότι πέρα από την ό,ποια πρακτική χρήση, τα προϊόντα αυτά τους προσφέρουν και εσωτερικές ή ψυχολογικές εκπληρώσεις, ότι μέσα από τα προϊόντα που αποκτούν τους γεννιόνται και συναισθήματα.

Το κυνήγι της κατανάλωσης εθίζει και διατηρεί τους ανθρώπους πολύ απασχολημένους και αποπροσανατολισμένους από τα πραγματικά τους προβλήματα καθώς τους προσφέρει στιγμιαίες και μικρής διάρκειας απολαύσεις και επιφανειακές χαρές.

ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ – ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ

Μέσα σ ένα τόσο καταπιεστικό και βίαιο κοινωνικό περιβάλλον γεμάτο άλυτα προβλήματα, οι άνθρωποι έχουν μεγάλη ανάγκη να εκτονώνουν τις εσωτερικές τους πιέσεις…

…το κατεστημένο σύστημα το γνωρίζει αυτό πολύ καλά…

Φροντίζει λοιπόν να προβάλει ασταμάτητα, με κάθε μέσο και τρόπο και να κατευθύνει την κοινωνία σε επιφανειακές μορφές διασκέδασης μέσω των οποίων οι άνθρωποι θα έχουν μικρής διάρκειας απολαύσεις και θα είναι απολύτως ανώδυνες για την ασφάλεια του συστήματος.

Έτσι η προσοχή τους στρέφεται πέρα από τα σημαντικά τους προβλήματα.

Όσο οι άνθρωποι θα επιδιώκουν να εκτονώνουν τις εσωτερικές πιέσεις της πραγματικής σκληρής καθημερινής τους ζωής σε φτηνούς και ανούσιους διασκεδαστές, δεν θα ενδιαφέρονται για ουσιαστικές πληροφορίες και γνώσεις στους τομείς της επιστήμης, της γνώσης και της μάθησης και θα μένουν μακριά από τις πραγματικές δυνατότητες που μπορούν να έχουν.

Ο κύριος στόχος του κατεστημένου συστήματος στο θέμα της ψυχαγωγίας και της διασκέδασης των ανθρώπων είναι το να τους κατευθύνουν και να τους ελέγχουν απόλυτα ακόμα και στο λίγο ελεύθερο χρόνο που διαθέτουν.

Η τηλεόραση, τα σόου, τα τηλεπαιχνίδια, ακόμα και ο αθλητισμός, η φτηνή και κακόγουστη μουσική, οι φτηνές και κακόγουστες ταινίες, τα θέατρα, τα μαγαζιά διασκέδασης…όλα παίζουν το σημαντικό ρόλο τους στον έλεγχο του ελεύθερου χρόνου των ανθρώπων.

Οι άνθρωποι πρέπει να είναι απασχολημένοι, να εκτονώνουν αλλού τις ψυχολογικές πιέσεις τους και να νομίζουν ότι ψυχαγωγούνται.

ΒΙΑ – ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ

Ο κόσμος μας, όσο περνούν τα χρόνια, γίνεται όλο και πιο βίαιος, όλο και πιο σκληρός και αποτρόπαιος. Οι μορφές και οι εκφράσεις της βίας είναι πολλές και βρίσκονται παντού, την κάθε στιγμή.

Η «τρομοκρατία», ως παγκόσμιο φαινόμενο, και ιδιαίτερα μετά την 11η Σεπτεμβρίου στην Αμερική, άλλαξε δραματικά τη ζωή των ανθρώπων σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Το «φαινόμενο» της τρομοκρατίας εξαπλώθηκε ταχύτατα από τα μέσα ενημέρωσης.

Εικόνες, βίντεο, συζητήσεις, απειλές, κυριάρχησαν σε όλα τα μέσα για πάρα πολύ καιρό.

Ο φόβος και η ανασφάλεια εισέβαλαν ωμά στην καθημερινότητα των ανθρώπων κάνοντας τις κοινωνίες μας όλο και πιο καχύποπτες και υπερβολικές απέναντι σε μειονότητες και διαφορετικές οπτικές.

Η αναγκαιότητα μεγαλύτερου και πιο αδιάκριτου ελέγχου, για λόγους «ασφάλειας», των «ύποπτων» ήταν η φυσιολογική εξέλιξη και οι πολίτες την δέχτηκαν σχεδόν αδιαμαρτύρητα.

Ο έλεγχος της προσωπικής ζωής και η όλο και μεγαλύτερη μείωση των ατομικών ελευθεριών, για λόγους «ασφάλειας», επιβλήθηκε εύκολα.

Η τρομοκρατία και ο φόβος, ως αίσθηση στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων, τους κάνει εξαιρετικά ευάλωτους και εύκολα διαχειρίσιμους… 

ΨΕΥΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ

Ένας ακόμα σημαντικός τρόπος που το κατεστημένο κρατά τους ανθρώπους απασχολημένους είναι και η δημιουργία τεχνητών προβλημάτων και κοινωνικών εντάσεων που αποσπούν την προσοχή τους για όσο χρόνο το σύστημα επιθυμεί.

Το ζητούμενο σ αυτές τις περιπτώσεις είναι ο φόβος, η πόλωση, ο φανατισμός και η απαίτηση της μάζας να αποκατασταθεί και πάλι η τάξη.

Τέτοια προβλήματα είναι οι τεχνητές οικονομικές κρίσεις, τα εθνικά ζητήματα, κοινωνικά θέματα που αφορούν συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων κλπ

Αλήθεια, διακρίνετε όλα αυτά που αναφέρθηκαν στην καθημερινή ζωή σας?

Μπορείτε να κατανοήσετε πια είναι η κοινή βάση και ο στόχος όλων αυτών των μεθόδων ελέγχου?

Αφ ενός η διαίρεση στην οπτική και την κατανόηση των ανθρώπων για τον κόσμο και αφ εταίρου η ύπαρξη κάθε λογής διαχωρισμών μεταξύ τους.

Η διαίρεση γεννά και καλλιεργεί τους φόβους σε προσωπικό επίπεδο και οι διαχωρισμοί τους ανταγωνισμούς σε κοινωνικό.

Η διαίρεση είναι μια έννοια που προέρχεται από ένα παρελθόν άγνοιας των ανθρώπων για το φυσικό κόσμο και δεν υφίσταται πια ως θεώρηση, καθώς αποδεδειγμένα πλέον, τόσο από την επιστήμη όσο και από τη φιλοσοφία, ο κόσμος μας λειτουργεί ενιαία, ως ένας οργανισμός, αλληλοεπηρεαζόμενος και αλληλένδετος.

Όλα στον κόσμο μας είναι ένα.

Η διαίρεση είναι αποτέλεσμα δικής μας πλάνης.

Η αίσθηση της διαίρεσης στην αντίληψή μας δημιουργεί την φαινομενική απόσταση ανάμεσα σε μάς, τους άλλους και τα πάντα γύρω κι απ αυτή την αίσθηση πηγάζουν οι συγκρούσεις μας… 

Οι δε διαχωρισμοί μεταξύ των ανθρώπων είναι καθαρά τεχνητοί και γέννημα του κοινωνικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο διαμορφώνονται και φυσικά εξυπηρετούν το κατεστημένο, όπως από όλα τα παραπάνω συμπεραίνεται.

Η κατανόηση όλων αυτών των μεθόδων και θεωρημάτων, που χρησιμοποιούν οι εξουσιαστές σε βάρος της ανθρωπότητας, αποτελεί το πρώτο βήμα κοινωνικής επίγνωσης και απελευθέρωσης και τη σημαντικότερη ευθύνη για εκείνους τους ανθρώπους που λαχταρούν να ζήσουν σ ένα κόσμο πραγματικά ελεύθερο και αντιλαμβάνονται την ευθύνη τους για τον κόσμο που θα παραδώσουν στις νέες γενιές.

Το επόμενο σοβαρότατο βήμα δεν είναι η αντιπαράθεση και η σύγκρουση με όλα αυτά. Η επίγνωση προσφέρει την νοημοσύνη εκείνη που χρειάζεται ο νέος κόσμος για να δημιουργηθεί και να υπάρξει.

Η πραγματική ελευθερία δεν χρειάζεται μεσάζοντες.

Η πραγματική ελευθερία μπορεί να βιωθεί μόνο αν οι άνθρωποι στραφούν οι ίδιοι απευθείας στις γνήσιες πηγές της γνώσης και δημιουργήσουν το νέο που θα αφήσει για πάντα πίσω το παλιό.

Αυτές οι πηγές βρίσκονται μέσα στον ίδιο μας τον εαυτό, μέσω της γνήσιας και ειλικρινούς παρατήρησης, στις πανανθρώπινες και όχι εγωκεντρικές αξίες μας, στην παρατήρηση του φυσικού κόσμου και στις επιστήμες.

Τάσος Πετρίδης

Πανγαία – Venus Project

t.petridis.vp@gmail.com

  Του Βασίλη Βιλιάρδου Οικονομολόγου

 

Ο πλανήτης είναι τυλιγμένος στις φλόγες, ενώ η ασύμμετρη παγκοσμιοποίηση, ειδικά η ασύδοτη ροή των κεφαλαίων, δυσχεραίνει την αντιμετώπιση της πυρκαγιάς – με την επισιτιστική κρίση, τα πραξικοπήματα και τις μαζικές εξεγέρσεις να είναι προ των πυλών Περίληψη κειμένου: Το πρόβλημα της υπερχρέωσης, η κατάσταση στην Ευρωζώνη, τα ομόλογα δημοσίου, οι τράπεζες, οι Η.Π.Α., η Ιαπωνία, οι υπόλοιπες ασιατικές χώρες και η Σιγκαπούρη, η Κίνα και το Χονγκ Κονγκ, η Τουρκία, η Βραζιλία και η Πολωνία, η Ρωσία, ο Καναδάς, η Αυστραλία και η Ν. Αφρική, ο χρυσός, το δολάριο το ευρώ και η Ελλάδα. «Ακόμη και οι σκέψεις, κατά κάποιον τρόπο, υπόκεινται στους νόμους της βαρύτητας – με την έννοια ότι μεταφέρονται πολύ πιο εύκολα προς τα κάτω, από το μυαλό δηλαδή προς το χαρτί, παρά προς τα πάνω: από το χαρτί στο μυαλό.    Πριν από όλα υπάρχουν τριών ειδών συγγραφείς: (α) αυτοί που γράφουν για να γράψουν, έχοντας ανάγκη από χρήματα – οπότε αυτός είναι ο βασικός λόγος που γράφουν, με την επ’ αμοιβή χειραγώγηση του πλήθους να ανήκει στην ίδια κατηγορία (β) αυτοί που γράφουν για να αποκτήσουν κοινωνική καταξίωση και, τέλος  (γ) αυτοί που γράφουν επειδή έχουν κάτι να πουν. Το ίδιο ισχύει και για όσους μιλούν δημόσια, κυρίως δε για τους πολιτικούς.  Μπορεί κανείς να αναγνωρίσει τους πρώτους από το γεγονός ότι, οι απόψεις τους δεν ισχύουν εξ ολοκλήρου, είναι δυσνόητες, βεβιασμένες και αμφιλεγόμενες, ενώ τα γραπτά τους δεν χαρακτηρίζονται από αναλυτική σκέψη, προτάσεις, σαφήνεια και σιγουριά – επειδή κυρίως δεν έχουν γνώση. Σύντομα αντιλαμβανόμαστε πως τέτοιοι συγγραφείς γράφουν μόνο και μόνο για να γεμίσουν λευκές κόλλες χαρτί – ενώ την ευθύνη για το χαμηλό επίπεδο των κειμένων τους έχουν τα χρήματα, με τα οποία αμείβονται. Εδώ ισχύει η ισπανική παροιμία, σύμφωνα με την οποία «Η τιμή και τα χρήματα δεν χωρούν στο ίδιο πορτοφόλι».   Είναι σαν τα χρήματα να είναι καταραμένα – αφού όλοι οι συγγραφείς χάνουν το ταλέντο τους, μόλις αρχίσουν να γράφουν έναντι αμοιβής. Σωρεία κακών συγγραφέων ζει από την ανόητη επιθυμία του κοινού να διαβάζει ότι έχει τυπωθεί – κυρίως δε τα κείμενα δημοσιογράφων, όπου στα αγγλικά η λέξη «δημοσιογράφος» σημαίνει «ο άνθρωπος που μοχθεί για το μεροκάματο».    Μόνο εκείνος που γράφει αποκλειστικά για να εκφράσει αυτά που θέλει να πει, χωρίς να έχει την ανάγκη της κοινωνικής καταξίωσης ή των χρημάτων, γράφει πράγματα που αξίζει να γραφτούν. Είναι καλά λοιπόν να αποφεύγουμε να διαβάζουμε ή να ακούμε όλους τους άλλους – επειδή ο χρόνος είναι το πολυτιμότερο αγαθό που διαθέτει ο άνθρωπος» (A.Schopenhauer, με παρεμβάσεις). Ανάλυση   Ουσιαστικά υπάρχουν δύο δυνατότητες καταπολέμησης μίας σοβαρής κρίσης υπερχρέωσης, όπως η σημερινή παγκοσμίως: αφενός μεν ο πληθωρισμός, αφετέρου η διαγραφή (εναλλακτικά το μακροχρόνιο πάγωμα) μέρους των χρεών – τόσο στον ιδιωτικό, όσο και στο δημόσιο τομέα. Παρά το ότι δε η κατάσταση των τραπεζών σήμερα θεωρείται εξαιρετικά επικίνδυνη, ακόμη πιο απειλητική για μία οικονομία είναι η υπερχρέωση των επιχειρήσεων. Το γεγονός αυτό τεκμηριώνεται σήμερα στην Κίνα – στην οποία, παρά το ότι το δημόσιο έχει σχετικά μικρά χρέη, οι επιχειρήσεις το 2012 (σύμφωνα με μελέτη της Citigroup), οφείλουν ποσά που υπερβαίνουν το 150% του ΑΕΠ της χώρας τους. Η γενναιόδωρη  δανειοδότηση τους από το κράτος, με στόχο την αύξηση των εξαγωγών, κυρίως για την καταπολέμηση της ανεργίας, έχει προκαλέσει μία φούσκα, η οποία απειλεί να εκραγεί – παρασέρνοντας στην καταστροφή τις τράπεζες και, κατ’ επέκταση, ολόκληρη την Κίνα, εάν όχι το σύνολο των χωρών του πλανήτη. Αναζητώντας λοιπόν απεγνωσμένα λύσεις, όσον αφορά τη «δαμόκλειο βόμβα» των χρεών, η οποία κρέμεται απειλητικά επάνω από τον πλανήτη, οι περισσότεροι τάσσονται υπέρ της διαγραφής χρεών – επειδή θεωρείται πιο δίκαια, σχετικά με τον πληθωρισμό. Φυσικά οι επιβαρύνσεις θα έπρεπε να μοιρασθούν σε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα (ή να διαχειρισθούν όπως στην ανάλυση μας), έτσι ώστε να μην καταρρεύσει το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα – ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, απέναντι σε κάθε οφειλέτη, ευρίσκεται πάντοτε ένας πιστωτής ο οποίος, σε περίπτωση διαγραφής, θα έχανε τα χρήματα του. Ο πιστωτής δε αυτός δεν είναι μόνο κάποιος γνωστός ή άγνωστος πολυεκατομμυριούχος «κεφαλαιοκράτης» ή ένα πάμπλουτο κράτος, όπως νομίζουν οι περισσότεροι – κατηγορώντας μας για υπερβολική «ηθική χρέους». Πολύ συχνά είναι οι τράπεζες, στις οποίες υπάρχουν καταθέσεις ανθρώπων που δύσκολα μπορούν να χαρακτηρισθούν ως πλούσιοι, καθώς επίσης οι ίδιοι οι εργαζόμενοι – οι οποίοι με τις συντάξεις τους, με τις ασφάλειες ζωής τους, με τις αποταμιεύσεις τους κλπ. ανήκουν στην πλευρά των δανειστών, χωρίς καν να το συνειδητοποιούν. Το γεγονός αυτό φάνηκε στην Ελλάδα, μετά την εγκληματική διαγραφή χρέους (PSI) – όπου έχασαν τεράστια ποσά οι Έλληνες ομολογιούχοι, τα ασφαλιστικά ταμεία, οι οργανισμοί του δημοσίου, καθώς επίσης οι ελληνικές τράπεζες – την ανακεφαλαιοποίηση των οποίων θα αναλάβουν τελικά οι πολίτες, μεταξύ άλλων μέσω της επιβάρυνσης του δημοσίου χρέους, ενδεχομένως δε με τη «φορολόγηση» των καταθέσεων (δήμευση). Επομένως, δεν είναι καθόλου εύκολη μία απόφαση διαγραφής, ενώ είναι πολύ δύσκολη στην εφαρμογή της – παρά το ότι υπάρχουν αρκετά ιστορικά προηγούμενα, με κορυφαίο ίσως αυτό της Μεσοποταμίας (όπου οι οφειλές αναγράφονταν σε πήλινους πίνακες, οι οποίοι καταστρέφονταν σε τακτά χρονικά διαστήματα, με την οικονομία να ξεκινάει από την αρχή). Ενδεχομένως δε μία απλούστερη μέθοδος, ειδικά όσον αφορά την Ευρώπη, θα ήταν αυτή που περιγράψαμε στην ανάλυση μας «ΕΚΤ, η λύση των λύσεων» – το πάγωμα μέρους των χρεών δηλαδή, σε συνδυασμό με άλλες ενέργειες (ευρωομόλογα κλπ.). Για τους περισσότερους βέβαια, ειδικά όσον αφορά τα δημόσια χρέη, τα οποία επιβαρύνουν νομοτελειακά τους πολίτες (μέσω φόρων, «χαρατσιών» κλπ.), όσο γρηγορότερα αποφασισθεί μία μέθοδος ριζικής αντιμετώπισης του προβλήματος, τόσο πιο φθηνά θα κοστίσει στους φορολογουμένους – αφού η κατάσταση επιδεινώνεται καθημερινά, στις περισσότερες χώρες του πλανήτη (Πίνακας Ι): ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Συνολικά χρέη 2011, δημόσια και ιδιωτικά, ως ποσοστό επί του ΑΕΠ   Όπως φαίνεται από τον Πίνακα Ι, η Ελλάδα είναι σε πάρα πολύ καλή κατάσταση, αφού ακολουθεί τη Γερμανία – ενώ, όσον αφορά τα χρέη των επιχειρήσεων της, ευρίσκεται στην καλύτερη θέση μεταξύ όλων των παραπάνω χωρών (ήταν το 2011, πριν από την εγκληματική διαχείριση της κρίσης, στην οποία μας οδήγησε σκόπιμα το ΔΝΤ). Αντίθετα, μία από τις χειρότερες θέσεις έχει η Ιρλανδία (245%), ακολουθούμενη από την Ισπανία (192%) και το Βέλγιο (175%). ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Χρέη επιχειρήσεων, δημοσίου και νοικοκυριών, με βάση μελέτη Γερμανών (με πράσινο τα νοικοκυριά, με κόκκινο οι επιχειρήσεις και με μπλε τα δημόσια χρέη).   Όλα όσα λέγονται λοιπόν για την πατρίδα μας είναι εντελώς ανυπόστατα, ενώ έχουν έναν και μόνο σκοπό: να διευκολύνουν τη λεηλασία της από τους εισβολείς, με τη συνεργασία ενδοτικών επιχειρηματιών και διεφθαρμένων πολιτικών κομμάτων – συμπολιτευόμενων και αντιπολιτευομένων. Ας ελπίσουμε ότι, το γεγονός αυτό θα γίνει έγκαιρα κατανοητό από τους Πολίτες – οι οποίοι είναι συνταγματικά και ηθικά υποχρεωμένοι να προστατεύσουν τη χώρα τους, όπως όλοι οι πρόγονοί τους μέχρι σήμερα. Κατανοητό οφείλει να γίνει επίσης το ότι, η κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να συντάσσει ισολογισμό του κράτους (ανάλυση μας), στον οποίο να φαίνονται όχι μόνο αυτά που χρωστάει η Ελλάδα, αλλά και τα περιουσιακά στοιχεία του δημοσίου – όπως ακριβώς απαιτείται από όλες τις επιχειρήσεις. Παράλληλα φυσικά να καθιερώσει το διπλογραφικό λογιστικό σύστημα, έτσι ώστε να μην θεωρούνται ανόητα οι απλήρωτες υποχρεώσεις ανύπαρκτες –  πλεονάσματα δηλαδή, έως ότου πληρωθούν. Η ΕΥΡΩΖΩΝΗ Με κριτήριο την πρόσφατη απόφαση της ΕΚΤ, με την οποία δεν αυξήθηκε το βασικό επιτόκιο αλλά, αντίθετα, ανακοινώθηκε προκαταβολικά η μείωση του, συμπεραίνει κανείς ότι, έχει επιλεχθεί η αντιμετώπιση της υπερχρέωσης με τη βοήθεια του πληθωρισμού – πιθανότατα δε με τη χρηματοοικονομική καταστολή, με τα αρνητικά πραγματικά επιτόκια δηλαδή, σε συνδυασμό με τη «δήμευση» μέρους των καταθέσεων (8%). Η λύση αυτή, όσον αφορά τις χώρες του Βορά, θα ήταν ίσως αποδεκτή – αφού δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως μη βιώσιμη για τις οικονομίες τους, ενώ αποφεύγεται η επιβάρυνση τους με τη διαγραφή μέρους των απαιτήσεων τους, απέναντι στις χώρες του Νότου. Για τις χώρες όμως του Νότου ο πληθωρισμός, ειδικά εάν ξέφευγε από τον έλεγχο, σε συνδυασμό με την εσωτερική υποτίμηση, θα αποτελούσε μία μάλλον τρομακτική εξέλιξη – αφού, παράλληλα με τη μείωση των ονομαστικών αμοιβών (μισθών, συντάξεων, εισοδημάτων), θα αντιμετώπιζαν τον περιορισμό και των πραγματικών αμοιβών «σωρευτικά» (μείωση της αγοραστικής αξίας των χρημάτων, αύξηση του κόστους ζωής). Σήμερα βέβαια, ολόκληρη η Ευρωζώνη απειλείται με ύφεση, η οποία ενδεχομένως θα φτάσει το -2% εντός του έτους. Το συμπέρασμα αυτό στηρίζεται κυρίως στη μείωση των τραπεζικών πιστώσεων, η οποία τοποθετείται στο -4% κατά μέσον όρο – οπότε, επειδή οι ευρωπαϊκές οικονομίες βασίζονται στις πιστώσεις, είναι αδύνατη η ανάπτυξη, όταν παράλληλα περιορίζεται ο δανεισμός (όπως γνωρίζουμε πολύ καλά στην Ελλάδα). Όσον αφορά τώρα τον περιορισμό των ελλειμμάτων στα εμπορικά ισοζύγια των χωρών του Νότου, γεγονός που χαρακτηρίζεται ως μία θετική εξέλιξη, οφείλει να γνωρίζει κανείς ότι, η μείωση των ελλειμμάτων δεν οφείλεται στην επαναβιομηχανοποίηση τους, σαν αποτέλεσμα νέων επενδύσεων – αλλά στον περιορισμό των εισαγωγών, λόγω κατάρρευσης της εσωτερικής ζήτησης. Όπως λέγεται δε πολύ σωστά, δεν μπορεί κανένας να θεραπευθεί, όταν πεινάει. Περαιτέρω, η ύφεση θα επιδεινώσει ακόμη περισσότερο την κατάσταση των τραπεζών – αφού θα αναγκασθούν να αποσβέσουν μεγαλύτερα ποσά, λόγω αδυναμίας είσπραξης τους (κόκκινα δάνεια). Γνωρίζοντας τώρα ότι, το σύνολο των ισολογισμών του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος είναι της τάξης των 27 τρις €, εάν απαιτηθούν νέες αποσβέσεις ύψους 5-10%, ανάλογα με τη χώρα, οι ζημίες των τραπεζών θα ξεπεράσουν το 1,5 τρις € – γεγονός που σημαίνει πως τα 60 δις € που έχει στη διάθεση του το ESM για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, είναι «σταγόνα στον ωκεανό». Εκτός αυτού, τα ομόλογα δημοσίου, τα οποία έχουν οι τράπεζες στα βιβλία τους, είναι της τάξης των 3 τρις € – αποτελώντας μία ακόμη βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια του συστήματος. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι επενδύσεις σε ομόλογα του δημοσίου δεν μπορούν να θεωρηθούν ιδανικές – κάτι που θα επιδεινώσει σημαντικά τις συνθήκες δανεισμού των κρατών. Όσον αφορά τώρα την έξοδο κάποιων χωρών από την Ευρωζώνη, έτσι ώστε να επιλύσουν πληθωριστικά τα προβλήματα τους, μέσω της υποτίμησης των νομισμάτων τους, είναι μάλλον πολύ αργά – τουλάχιστον για εκείνες τις χώρες, οι οποίες έχουν ήδη πληγεί από μία μακροχρόνια ύφεση. Τα νέα προβλήματα που θα δημιουργούσε η έξοδος τους όπως, για παράδειγμα, η ακόμη μεγαλύτερη πτώση του ΑΕΠ τους, η επιδείνωση της ήδη υψηλής ανεργίας, το κλείσιμο πολύ περισσοτέρων επιχειρήσεων κοκ., δεν θα ήταν πια διαχειρίσημα – αφού οι καινούργιες δυσκολίες θα προστίθεντο στις ήδη υπάρχουσες, δημιουργώντας εκρηκτικές συνθήκες. Εν τούτοις, δεν μπορεί να το αποκλείσει κανείς, όταν η κατάσταση φτάσει στο απροχώρητο – όπου όμως η επιβίωση του ευρώ θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη, εάν όχι απίθανη. Με δεδομένο δε το ότι, το ευρωπαϊκό υπερωκεάνιο πλέει ουσιαστικά ακυβέρνητο, εν μέσω μίας παγκόσμιας καταιγίδας, είναι πολύ δύσκολο να παραμένει κανείς αισιόδοξος. Δυστυχώς για όλους μας, φαίνεται πως κατευθυνόμαστε με πλήρη ταχύτητα επάνω σε έναν τοίχο, χωρίς να μπορεί κανένας να εγκαταλείψει το φλεγόμενο τραίνο, με το οποίο ταξιδεύουμε – ενώ η ιστορία έχει πολλές φορές αποδείξει ότι, οι νομισματικές ενώσεις έχουν ημερομηνία λήξης. Πάντοτε τελειώνουν δηλαδή, αλλά ποτέ ανώδυνα. Ολοκληρώνοντας θα λέγαμε πως ο μοναδικός ωφελημένος θα ήταν ίσως η Γερμανία, η οποία προετοιμάζει ήδη σχέδια εξόδου της (κατ’ αναλογία με τη Ρωσία μετά την κατάρρευση της ζώνης του ρουβλίου), εάν δεν είμαστε πεπεισμένοι ότι δεν είναι μία εθνικά κυρίαρχη χώρα, παραμένοντας ουσιαστικά προτεκτοράτο των Η.Π.Α. – κάτι που συμφωνεί με τις απόψεις αρκετών Γερμανών συναδέλφων μας και όχι μόνο (άρθρο μας). ΟΙ Η.Π.Α. Παρά το ότι τα τεράστια δίδυμα ελλείμματα του προϋπολογισμού της υπερδύναμης δεν φαίνεται να έχουν καμία προοπτική μείωσης, ενώ η αγορά ομολόγων του δημοσίου σχεδόν καταρρέει (άρθρο μας), οι αγορές παραδόξως «φοβήθηκαν» ότι, η Fed θα σταματήσει την εκτύπωση νέων χρημάτων – με αποτέλεσμα να περιορίσουν δραστικά τις επενδύσεις τους, αμέσως μετά την πρόσφατη ανακοίνωση του διοικητή της κεντρικής της  τράπεζας. Εάν όμως προσέξει κανείς τις προϋποθέσεις που τέθηκαν, ειδικά τη μείωση του ποσοστού ανεργίας στο 6,5% θα καταλάβει ότι, η εκτύπωση δεν θα σταματήσει – αφού, με κριτήριο τα σημερινά δεδομένα (αποβιομηχανοποίηση κλπ.), η ανεργία δεν πρόκειται να μειωθεί. Εκτός αυτού, τα ελλείμματα θα συνεχίσουν να αυξάνονται, χωρίς καμία δυνατότητα χρηματοδότησης τους αποκλειστικά και μόνο από τις αγορές – οπότε η κεντρική τράπεζα θα συνεχίσει αναγκαστικά την «εκτύπωση». Επί πλέον, η αμερικανική κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να αναχρηματοδοτήσει το 50% των συνολικών χρεών της (περί τα 7 τρις $), εντός των επομένων τριών ετών – κάτι που είναι αδύνατον να το πετύχει, χωρίς τη βοήθεια της Fed (επομένως, με την εκτύπωση νέων χρημάτων). Παρά το ότι δε ο κεντρικός τραπεζίτης των Η.Π.Α. προβλέπει αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης, η πτώση των αποδόσεων (άνοδος των επιτοκίων) εκείνων των αμερικανικών ομολόγων, τα οποία είναι προστατευμένα απέναντι στον πληθωρισμό, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, οι Η.Π.Α. οδεύουν προς την ύφεση – η οποία θα μπορούσε ίσως να αποφευχθεί μόνο εάν τόσο η Ευρώπη, όσο και η Ιαπωνία, παρουσίαζαν σημαντική ανάπτυξη (κάτι που ελάχιστοι πλέον ελπίζουν, ειδικά όσον αφορά την Ευρώπη). Η ΙΑΠΩΝΙΑ Όπως έχουμε πολλές φορές αναφέρει (άρθρο μας), ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τον πλανήτη είναι η Ιαπωνία – το συνολικό χρέος της οποίας ξεπερνάει το 600% του ΑΕΠ της (5,98 τρις $ ΑΕΠ), όπως φαίνεται από τον Πίνακα Ι. Εκτός αυτού, οι τράπεζες της έχουν στους Ισολογισμούς τους ομόλογα του ιαπωνικού δημοσίου, τα οποία πλησιάζουν το 900% των ιδίων κεφαλαίων τους – γεγονός που εκτοξεύει το ρίσκο τους στα ύψη. Περαιτέρω, το έλλειμμα του προϋπολογισμού της Ιαπωνίας είναι της τάξης του 10%, ενώ το δημόσιο χρέος έχει ξεπεράσει πλέον το 240% του ΑΕΠ της – με αποτέλεσμα το 40% των φορολογικών εσόδων της χώρας να δαπανώνται μόνο για τόκους. Στην περίπτωση δε που το επιτόκιο δανεισμού θα διπλασιαζόταν (είναι κάτω  του 1%, αν και έχει πια ανοδική πορεία), τότε μόνο η πληρωμή των τόκων θα απαιτούσε το 80% των φορολογικών εσόδων. Εάν σε μία τέτοια κατάσταση η κεντρική τράπεζα συνεχίσει να τυπώνει νέα χρήματα, για να μην χρεοκοπήσει η χώρα, τότε χάνεται ο έλεγχος τόσο της εσωτερικής αγοράς ομολόγων, όσο και του εθνικού νομίσματος. Υπάρχουν δε αρκετοί, οι οποίοι θεωρούν ότι, η Ιαπωνία θα μπορούσε να οδηγηθεί σε μία τέτοια «παγίδα» εντός των επομένων τριών ετών – με αποτέλεσμα την κατάρρευση του γεν, η ισοτιμία του οποίου απέναντι στο δολάριο (περί τα 100 γεν ανά δολάριο σήμερα), θα μπορούσε να φτάσει ακόμη και τα 200 γεν. Σε μία τέτοια περίπτωση, επειδή τα κεφάλαια θα εγκατέλειπαν μαζικά τη χώρα, θα έπρεπε να επιβληθούν περιορισμοί στην ελεύθερη διακίνηση τους – οπότε θα ξεκινούσε μία νέα εποχή για την Ιαπωνία, το «πρόσωπο» της οποίας δεν μπορεί κανείς να γνωρίζει σήμερα. Επειδή δε οι χρηματαγορές προβλέπουν το μέλλον και ενεργούν από πολύ πριν, δεν είναι απίθανο η εποχή αυτή να μην αργήσει τόσο πολύ, όσο ίσως υποθέτουμε. ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΕΣ ΑΣΙΑΤΙΚΕΣ ΧΩΡΕΣ      Εάν τυχόν καταρρεύσει το γεν, κάτι στο οποίο δίνονται πιθανότητες πάνω από 50%, τα νομίσματα των υπολοίπων ασιατικών χωρών θα ακολουθήσουν, όπως συνήθως συμβαίνει, με μία μικρή καθυστέρηση – ενώ στις χώρες που θα υποφέρουν θα συμπεριληφθεί, μεταξύ άλλων, και η Γερμανία, αφού ο κυριότερος βιομηχανικός της τομέας, η παραγωγή αυτοκινήτων, θα έλθει αντιμέτωπος με τιμές, τις οποίες θα είναι αδύνατον να ανταγωνισθεί. Ουσιαστικά λοιπόν η Ιαπωνία θα «εξάγει» χαμηλές τιμές και μείωση της ανάπτυξης, αποπληθωρισμό δηλαδή, αφενός μεν στη γειτονική της περιοχή, αφετέρου σε ολόκληρο τον πλανήτη – κυρίως δε στη Γερμανία, στη Ν. Κορέα και στην Ταϊβάν, χώρες με τις οποίες υπάρχει μεγάλη συσχέτιση των παραγομένων προϊόντων. Τα νομίσματα τώρα της Ν. Κορέας και της Ταιβάν πιέζονται ήδη προς τα κάτω, λόγω της επιδείνωσης των ισοζυγίων τρεχουσών συναλλαγών τους – ενώ θα υποφέρουν επίσης εκείνες οι χώρες, οι οποίες έχουν ισχυρά ισοζύγια, όπως η Ταϊλάνδη, η Μαλαισία και η Σιγκαπούρη. Ειδικά όσον αφορά τη Σιγκαπούρη (ΑΕΠ 276,5 δις $), η οποία χαρακτηρίζεται ακόμη από πολύ υγιή οικονομικά μεγέθη, οφείλει κανείς να επισημάνει ότι, το ισοζύγιο της θα υποστεί μία διπλή «επίθεση» – επειδή αφενός μεν ένας μεγάλος αριθμός ασιατικών επιχειρήσεων διακανονίζει από εκεί τις εξαγωγές του (εξάγουν τιμολογώντας με  χαμηλές τιμές στη Σιγκαπούρη και από αυτήν πουλούν τα προϊόντα τους με υψηλότερες τιμές στον υπόλοιπο πλανήτη), αφετέρου φορολογεί και καταθέτει στην ίδια χώρα τα κέρδη του (κάτι ανάλογο με την Κύπρο στο παρελθόν). Λόγω της προβλεπόμενης ύφεσης όμως, οι εξαγωγές των ασιατικών χωρών που λειτουργούν με ενδιάμεσο σταθμό τη Σιγκαπούρη θα μειωθούν, οπότε θα επηρεασθεί το ισοζύγιο της – γεγονός που ενδεχομένως θα οδηγήσει στην έξοδο τα τεράστια κεφάλαια, τα οποία έχουν «παρκάρει», για λόγους ασφαλείας, στις τράπεζες της. Ολοκληρώνοντας, σύμφωνα με τους ειδικούς, το δολάριο της Σιγκαπούρης υποτιμάται ήδη – αν και σε πολύ μικρό βαθμό, σχετικά με αυτό που πιθανότατα θα ακολουθήσει. Η ΚΙΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΧΟΝΓΚ ΚΟΝΓΚ Μεταξύ των άλλων προβλημάτων, τα οποία έχουμε αναφέρει, ο διατραπεζικός δανεισμός εντός της Κίνας έχει σχεδόν παγώσει – με αποτέλεσμα να απειλείται από μία κρίση τραπεζών, ανάλογη με αυτήν της Ιαπωνίας το 1990. Αν και, σε αντίθεση με την τότε Ιαπωνία, το νόμισμα της Κίνας «χειραγωγείται» από την κυβέρνηση της, το χρηματοπιστωτικό της σύστημα παρήγαγε εντός των τελευταίων πέντε ετών νέα χρήματα, τα οποία αντιστοιχούν με το συνολικό απόθεμα του τραπεζικού συστήματος των Η.Π.Α. – ένα γιγαντιαίο ποσόν, εάν κατανοήσουμε ότι, το ΑΕΠ της Κίνας είναι κατά πολύ μικρότερο, από αυτό των Η.Π.Α. (8,26 τρις $ έναντι 15,65 τρις $). Παρά το ότι τώρα η κυβέρνηση της Κίνας προσπαθεί να εμποδίσει την καταστροφή, την οποία θα προκαλούσε η έκρηξη της τεράστιας «φούσκας» των ακινήτων, οι προοπτικές δεν είναι ευοίωνες – επειδή δεν διαθέτει μία λειτουργική χρηματαγορά. Εκτός αυτού οι πλούσιοι Κινέζοι, μη έχοντας τη δυνατότητα να εξάγουν τα κεφάλαια τους στο εξωτερικό χωρίς την άδεια του κράτους, καθώς επίσης αποφεύγοντας να τα επενδύσουν πλέον στα τοπικά χρηματιστήρια, λόγω των προβλημάτων των κινεζικών επιχειρήσεων, δεν έχουν άλλη διέξοδο, από την τοποθέτηση τους σε ακίνητα (όλο και περισσότερα από τα οποία παραμένουν άδεια, επειδή η πολυτελής συνήθως κατασκευή τους δεν επιτρέπει την ενοικίαση τους από το φτωχό πληθυσμό της χώρας). Με δεδομένη τώρα τη στενότητα ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος, η κυβέρνηση δεν έχει άλλη δυνατότητα, από το να «επιδοτήσει» το χρηματοπιστωτικό σύστημα – κάτι που όμως θα αύξανε ακόμη περισσότερο τη φούσκα ακινήτων, με την περαιτέρω παροχή δανειακών χρημάτων. Το μεγάλο πρόβλημα βέβαια της Κίνας είναι το γεν – το οποίο έχει ήδη υποτιμηθεί απέναντι στο δολάριο κατά 30%, ενώ οι Κινέζοι έχουν ανατιμήσει το νόμισμα τους κατά 2%. Σαν αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, το κόστος ανά μονάδα παραγωγής στην Κίνα έχει αυξηθεί κατά 80%, εντός των τελευταίων πέντε ετών. Ο συνδυασμός δε της αύξησης των μισθών και της ανατίμησης του γουάν, έχει μειώσει σημαντικά την ανταγωνιστικότητα των κινεζικών προϊόντων – με τις επιχειρήσεις να αντιμετωπίζουν μεγάλα προβλήματα κερδοφορίας, οπότε να αναγκάζονται να μεταφέρουν πίσω τις καταθέσεις τους από το Χονγκ Κονγκ, για να χρηματοδοτήσουν τις καθημερινές ανάγκες τους. Με τον τρόπο αυτό, το Χονγκ Κονγκ (ΑΕΠ 261,6 δις $), υποφέρει αφενός μεν από την εκροή καταθέσεων προς την Κίνα, αφετέρου από τη σύνδεση του νομίσματος του με το δολάριο – με πιθανότερο ενδεχόμενο την αύξηση των επιτοκίων, η οποία όμως θα δημιουργούσε τεράστια προβλήματα στην αγορά ακινήτων του. Επειδή τώρα το Χονγκ Κονγκ έχει μία οικονομία, η οποία στηρίζεται κυρίως στα ακίνητα, η επιδείνωση των οικονομικών μεγεθών του θα ήταν πολύ μεγάλη – γεγονός που δεν θα άφηνε ανεπηρέαστη τη γειτονική περιοχή του (κυρίως την Ινδία, η οποία έχει τεράστια ελλείμματα, μεγάλο σχετικά δημόσιο χρέος και ένα νόμισμα υπό κατάρρευση – ΑΕΠ 1,95 τρις $). Από την πλευρά αυτή θα αντιμετώπιζε ένα επί πλέον πρόβλημα η Γερμανία – αφού έχει αναπληρώσει τη μείωση των εξαγωγών της στην Ευρώπη, με την αύξηση τους στην Ασία, η  οποία δεν φαίνεται πλέον να είναι διατηρήσιμη. Έτσι εξηγείται σε κάποιο βαθμό και η αλλαγή της στάσης της απέναντι στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης, ιδίως δε στην Ελλάδα. Η ΤΟΥΡΚΙΑ, Η ΒΡΑΖΙΛΙΑ ΚΑΙ Η ΠΟΛΩΝΙΑ Ως «κοινός παρανομαστής» των τριών αυτών χωρών, οι οποίες δεν είναι βέβαια οι μοναδικές, θεωρείται το ότι, έχουν εισάγει στο παρελθόν πολλά ξένα κεφάλαια – με αποτέλεσμα να έχουν ανατιμηθεί σημαντικά τα νομίσματα τους (ή να μην έχουν υποτιμηθεί, όσο θα έπρεπε). Όταν όμως τα χρήματα, τα οποία εισρέουν σε μία χώρα για να χρηματοδοτήσουν τα δίδυμα ελλείμματα της, εκρέουν, τότε το νόμισμα της «αδυνατίζει» συνεχώς. Σε πρώτη φάση τώρα, τα συγκεκριμένα κράτη στηρίζουν υποχρεωτικά τα νομίσματα τους, επειδή έχουν σχεδόν στο σύνολο τους πληθωρισμό – οπότε, εάν το νόμισμα τους υποτιμηθεί, ακριβαίνουν οι εισαγωγές, ο πληθωρισμός καλπάζει και οι κοινωνικές αναταραχές είναι αναπόφευκτες. Η στήριξη των νομισμάτων επιτυγχάνεται εν πρώτοις με τη διάθεση των συναλλαγματικών αποθεμάτων τους – όπου τα κράτη αγοράζουν το δικό τους νόμισμα από τις διεθνείς αγορές. Στη συνέχεια, με την αύξηση των επιτοκίων καταθέσεων, αφού τα συναλλαγματικά τους αποθέματα είναι περιορισμένα. Η αύξηση όμως των βασικών επιτοκίων επιβραδύνει την ανάπτυξη της οικονομίας τους η οποία, αργά ή γρήγορα, οδηγείται στην ύφεση – με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, να καταρρέει το νόμισμα, αφού τα ξένα κεφάλαια εγκαταλείπουν μαζικά τη χώρα, φοβούμενα τις επιπτώσεις. Για παράδειγμα η Βραζιλία (ΑΕΠ 2,43 τρις $), η οποία κυριολεκτικά λεηλατήθηκε από το ΔΝΤ, προσέλκυσε στο παρελθόν πολλά κεφάλαια από το εξωτερικό, για να χρηματοδοτήσει την οικονομία της – με αποτέλεσμα να ανατιμηθεί το ρεάλ, δημιουργώντας προβλήματα στις εξαγωγές, καθώς επίσης στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της (από πλεονασματικό προηγουμένως με τις Η.Π.Α. έγινε ελλειμματικό). Στη συνέχεια, για να αυξήσει τις εξαγωγές της, προσπάθησε να υποτιμήσει το νόμισμα της, διατηρώντας χαμηλά τα επιτόκια – με αποτέλεσμα τα χαμηλά επιτόκια να προκαλέσουν μία εσωτερική ανάπτυξη, η οποία χρηματοδοτήθηκε με ξένα κεφάλαια. Η ανάπτυξη όμως αυτή, όπως παρατηρούμε ήδη στην Τουρκία, καθώς επίσης στην Πολωνία (ΑΕΠ 470,4 τρις $) τελειώνει – επειδή ξεκίνησε η αντίστροφη διαδικασία. Ειδικότερα, τα κεφάλαια εγκαταλείπουν τη χώρα, με αποτέλεσμα την αύξηση των επιτοκίων, το «σπάσιμο» της πιστωτικής φούσκας και την ύφεση. Η εκροή των κεφαλαίων από όλες αυτές τις χώρες θα συνεχισθεί, για όσο χρονικό διάστημα τα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών τους παραμένουν αρνητικά. Επομένως, η εσωτερική ζήτηση θα παραμείνει χαμηλή για όσο χρονικό διάστημα απαιτηθεί, έως ότου οι εξαγωγές υπερβούν τις εισαγωγές – αφού διαφορετικά δεν σταθεροποιείται η ισοτιμία ενός νομίσματος. Επειδή τώρα είναι πάρα πολλές οι χώρες στον πλανήτη, οι οποίες αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα, η αύξηση των εξαγωγών δεν είναι καθόλου εύκολο να επιτευχθεί – γεγονός που σημαίνει ότι είμαστε αντιμέτωποι με μία κρίση, η οποία θα διαρκέσει πάρα πολλά χρόνια, εάν δεν βρεθεί κάποιος τρόπος ριζικής και από κοινού καταπολέμησης της (διαγραφή χρεών διεθνώς, πάγωμα κλπ.). Η ΡΩΣΙΑ, Ο ΚΑΝΑΔΑΣ, Η ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ ΚΑΙ Η Ν. ΑΦΡΙΚΗ Το κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των χωρών είναι η εξάρτηση των οικονομιών τους από την ενέργεια (πετρέλαιο, φυσικό αέριο), καθώς επίσης από τα εμπορεύματα (μέταλλα, πρώτες ύλες). Μία παρατεταμένη παγκόσμια ύφεση λοιπόν, θα τους δημιουργούσε τεράστια προβλήματα – αφού τόσο οι τιμές των παραπάνω προϊόντων τους, όσο και οι εξαγωγές τους, θα κατέρρεαν (με αποτέλεσμα τη δημιουργία διδύμων ελλειμμάτων, την υποτίμηση των νομισμάτων τους κλπ.). Εξαίρεση ίσως αποτελεί το πετρέλαιο, η τιμή του οποίου δεν επηρεάζεται μόνο από την ανάπτυξη ή ύφεση, αλλά και από τις προοπτικές πολεμικών συρράξεων (όπως σήμερα στη Συρία) ή έντονων αναταραχών στην περιοχή του κόλπου (Αίγυπτος). Ήδη η Αυστραλία (ΑΕΠ 1,54 τρις $) αντιμετωπίζει μεγάλα προβλήματα, παράλληλα με την αποβιομηχανοποίηση της, η οποία έχει λάβει επικίνδυνες διαστάσεις. Ο Καναδάς (ΑΕΠ 1,77 τρις $) πολύ λιγότερα, όπως και η Ρωσία (ΑΕΠ 2,05 τρις $) – ενώ στη Ν. Αφρική εντείνονται καθημερινά οι κοινωνικές αναταραχές, οι οποίες επιβαρύνουν σημαντικά την οικονομία. Εάν βέβαια επιλεχθεί η μαζική εκτύπωση νέων χρημάτων, οπότε ο πληθωρισμός, οι παραπάνω χώρες θα ανήκουν στους κερδισμένους της κρίσης – γεγονός που θα ληφθεί υπ’ όψιν από τις Η.Π.Α., τουλάχιστον όσον αφορά τις γεωπολιτικές ισορροπίες στον πλανήτη. Ο ΧΡΥΣΟΣ Η πτώση της τιμής του χρυσού, τουλάχιστον μέχρι ένα σημείο, ήταν κατά πολλούς το αποτέλεσμα της χειραγώγησης του από τις κεντρικές τράπεζες. Βέβαια, όπως όλοι γνωρίζουμε, ο χρυσός είναι ένα νόμισμα προστασίας των χρημάτων μας απέναντι στον πληθωρισμό – στον οποίο υπολογίζαμε ότι θα μας οδηγήσει η μαζική εκτύπωση χρημάτων, εκ μέρους όλων των κεντρικών τραπεζών. Εν τούτοις, φαίνεται ότι σήμερα απειλούμαστε από μία παγκόσμια ύφεση άνευ προηγουμένου – όπως προκύπτει και από την ανάλυση μας, η οποία προηγήθηκε. Σε περιόδους ύφεσης όμως η τιμή του χρυσού μειώνεται, ενώ αυξάνεται η αξία των χρημάτων – γεγονός που επεξηγεί την πτώση της τιμής του χρυσού καλύτερα (αν και μεταξύ 1.150-1.250 $ θεωρείται αρκετά συμφέρουσα). Η κατάσταση αυτή φυσικά θα αντιστραφεί απότομα, εάν οι αγορές υποψιασθούν ότι θα επιλεχθεί η λύση του πληθωρισμού, με την τοποθέτηση της ύφεσης στο στόχαστρο – κάτι που δεν πιστεύουν σήμερα ότι θα συμβεί. Το πιθανότερο βέβαια είναι να αποφασισθεί η ακόμη μεγαλύτερη εκτύπωση νέων χρημάτων – οπότε τόσο οι τιμές των μετοχών (μακροπρόθεσμα, αφού βραχυπρόθεσμα θα πιεσθούν λόγω της πτώσης της κερδοφορίας των επιχειρήσεων, με αιτία την ύφεση), όσο και του χρυσού, θα εκτιναχθούν πιθανότατα στα ύψη. ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΔΟΛΑΡΙΟ Η τελευταία κρίση «τρεχουσών συναλλαγών» ήταν η ισπανική – η οποία όμως επιλύθηκε εντός των πλαισίων της Ευρωζώνης, χωρίς να δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα στο ευρώ (εκροή κεφαλαίων κλπ.). Εάν όμως ακολουθήσει μία επόμενη, στην Ιταλία ή στη Γαλλία, το ευρώ θα αντιμετωπίσει πολύ μεγάλες πιέσεις – αφού θα προκληθεί μία μεγάλη εκροή κεφαλαίων προς τη ζώνη του δολαρίου. Όπως υπολογίζεται, σε μία τέτοια περίπτωση τα χρήματα δεν θα τοποθετηθούν σε ομόλογα του γερμανικού δημοσίου – όπως συνέβη στο παρελθόν. Η αιτία είναι το ότι, οι καταθέτες θα συνειδητοποιήσουν πως δεν πρόκειται να αποφύγουν τη δήμευση των χρημάτων τους, κατά το ατυχές παράδειγμα της Κύπρου – πολύ περισσότερο, αφού έχουν ληφθεί ήδη ανάλογες αποφάσεις «στήριξης» των τραπεζών από την Κομισιόν. Επομένως, θα υπάρξουν μεγάλες εκροές χρημάτων τόσο από την Ευρωζώνη, όσο και από το ευρώ – με πιθανότερη τοποθέτηση τους στον αγγλοσαξονικό τραπεζικό χώρο και στο δολάριο, εάν δεν συμβεί κάτι απρόοπτο στις Η.Π.Α. ΕΠΙΛΟΓΟΣ Όπως συμπεραίνουμε από την ανάλυση που προηγήθηκε, ο πλανήτης είναι τυλιγμένος στις φλόγες – ενώ η ασύμμετρη παγκοσμιοποίηση, ειδικά η ελεύθερη αλλά και ασύδοτη ροή των κεφαλαίων, δυσχεραίνει σε μεγάλο βαθμό την αντιμετώπιση της πυρκαγιάς. Εάν δε επιλεγεί τελικά η λύση του πληθωρισμού, τότε η «επισιτιστική κρίση», η ουσιαστική αιτία των αναταραχών στη Β. Αφρική, θα κλιμακωθεί επικίνδυνα – οδηγώντας ένα μεγάλο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού στην πείνα και στην εξαθλίωση. Περαιτέρω, με το συναλλαγματικό πόλεμο να ευρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, καθώς επίσης με τον ενεργειακό, η από κοινού λύση των προβλημάτων, η συνεργασία δηλαδή των μεγαλυτέρων χωρών μεταξύ τους, δεν είναι καθόλου εύκολο να επιτευχθεί. Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία κοιτάζει προς την Αίγυπτο, φοβούμενη ανάλογες συνθήκες (εξεγέρσεις, πραξικόπημα), ενώ η Κίνα προς τη Βραζιλία – αφού ο εφιάλτης της ανεργίας κινδυνεύει να γίνει «απτή πραγματικότητα», οδηγώντας 1,35 δισεκατομμύρια ανθρώπους στους δρόμους. Παράλληλα, η Ευρωζώνη παρακολουθεί με φόβο τις πολιτικές και λοιπές εξελίξεις στην Ιταλία, κυρίως στη Γαλλία, ενώ οι Η.Π.Α. θεωρούν ως μεγαλύτερη απειλή την ύφεση στην Ευρώπη – κατά δεύτερο λόγο την Ιαπωνία και την Κίνα. Στα πλαίσια αυτά δεν μπορεί να μην κατανοούμε ότι, η Ελλάδα έχει συγκριτικά τα μικρότερα προβλήματα στον πλανήτη – εξαιρετικά εύκολα στην επίλυση τους, όσο ανεπαρκής ή ανίκανος και να είναι κανείς. Εν τούτοις, όταν δεν επιλέγεται η θεραπεία του πληγωμένου αριστερού ποδιού (δημόσιο), αλλά οι καταστροφικές επεμβάσεις στο υγιές δεξί (ιδιωτικός τομέας), παράλληλα με την εγκληματική αύξηση των δηλητηριωδών φαρμάκων (φόροι), ο ασθενής κινδυνεύει να μείνει παράλυτος για όλη του τη ζωή – απλά και μόνο επειδή συνεχίζει να ανέχεται γιατρούς (ΔΝΤ, Γερμανία), οι οποίοι είτε από άγνοια, είτε από κακές προθέσεις, τον οδηγούν κατευθείαν στον άλλο κόσμο. Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright) Αθήνα, 06. Ιουλίου 2013 viliardos@kbanalysis.com Facebook   Twitter   Linked in

 Εξαιρετική ανάλυση για όσους θέλουν να ξέρουν τι πραγματικά γίνεται στον πλανήτη (από τα ΝΕΑ -μέσω Radar Άγρυπνος Φρουρός)

Οι Αλέν Φρασόν και Ντανιέλ Βερνέ, πρώην διευθυντές σύνταξης της «Λε Μοντ» και ειδικοί στις διεθνείς σχέσεις, ερεύνησαν τις χαώδεις σχέσεις των ΗΠΑ και της Κίνας σε διάστημα μεγαλύτερο των δύο αιώνων και διαπιστώνουν – στο βιβλίο τους που κυκλοφόρησε με τίτλο«Η Κίνα εναντίον της Αμερικής. Η μονομαχία του αιώνα» – πως η αντιπαλότητά τους γίνεται ολοένα και πιο έντονη.
Στις δύο χώρες υπάρχουν οι αισιόδοξοι, που στοιχηματίζουν σε μια ήρεμη συνύπαρξη, και οι απαισιόδοξοι, που προαναγγέλλουν μια αναπόφευκτη σύγκρουση. Στους τελευταίους περιλαμβάνεται ο συνταγματάρχης Λιου Μινγκφού, η συνάντηση του οποίου με τους δύο συγγραφείς στο Πεκίνο περιγράφεται στα αποσπάσματα του βιβλίου που ακολουθούν.
Στην αρχή της συζήτησης ο συνταγματάρχης είναι ήρεμος, συγκρατημένος, επαγγελματικός. Στο κάτω-κάτω διδάσκει στις στρατιωτικές σχολές, έχει οδηγό και υπασπιστή. Είναι μια προσωπικότητα στον κύκλο των Κινέζων που χαράσσουν στρατηγική. Παίρνει, λοιπόν, τόνο ειδικού και εξηγεί στους συνομιλητές του: «Η Κίνα και οι ΗΠΑ έχουν μπροστά τους έναν αιώνα στον οποίο η σχέση τους θα είναι εξαιρετικά περίπλοκη. Και η σχέση αυτή θα καθορίσει την εικόνα της εποχής». 
Ο συνταγματάρχης Λιου Μινγκφού εξέδωσε στις αρχές του 2010 ένα βιβλίο που τον έκανε διάσημο. Εχει τίτλο «Το κινεζικό όνειρο», έχει κάνει τέσσερις επανεκδόσεις, θα μεταφραστεί στα αγγλικά, διδάσκεται στην Ακαδημία Αμυνας του Πεκίνου και στις άλλες στρατιωτικές ακαδημίες της χώρας. «Ο κινεζικός λαός πρέπει να καταλάβει πως ανάμεσα σ’ εμάς και στις ΗΠΑ δεν υπάρχει παρά μόνον ένα διακύβευμα: ποιος θα είναι ο πρώτος. Το όνειρό μας είναι να γίνουμε οι πρώτοι. Να γίνουμε η μεγαλύτερη παγκόσμια δύναμη. Θα είναι ο δικός μας τρόπος για να συμμετάσχουμε σ’ έναν κόσμο χωρίς ηγεμονική δύναμη, διότι η Κίνα, βλέπετε, δεν θα μπορούσε να ασκήσει την εξουσία της με κυριαρχικό τρόπο, όπως κάνουν οι ΗΠΑ».
Με άλλα λόγια, πρέπει να γίνει η Κίνα ένας γίγαντας για να τερματιστεί η αμερικανική πρωτοκαθεδρία. Μόνο τότε ο κόσμος θα γίνει πραγματικά πολυπολικός, επειδή η Κίνα δεν θα καταχραστεί της θέσεώς της. 

Ο Λιου Μινγκφού είναι ένας από τους πιο θερμούς σημαιοφόρους ενός ρεύματος που έχει μερικές φορές ούριο άνεμο στο Πεκίνο, αυτό του υπερεθνικισμού. «Οι ΗΠΑ έχουν ένα όνειρο, να διευθύνουν τον κόσμο· εμείς έχουμε το δικό μας, να είμαστε το νούμερο 1», επαναλαμβάνει. «Ο 21ος αιώνας θα είναι η ιστορία της κούρσας ανάμεσα σε αυτά τα δύο όνειρα, του ανταγωνισμού μεταξύ τους. Σήμερα η Αμερική, για να ζήσει το όνειρό της θέλει να πνίξει το δικό μας». Ο συνταγματάρχης Λιου δικαιολογείται: «Το όνειρό μας είναι πολύ πιο νόμιμο, στον βαθμό που ουδέποτε στην Ιστορία μας υπήρξαμε επεκτατική χώρα. Πιο πρόσφατα αντλήσαμε διδάγματα από την Ιστορία της Βρετανίας και των ΗΠΑ, αυτών των δύο αυτοκρατοριών. Ο δρόμος που ακολούθησαν, αυτός του ιμπεριαλισμού, οδήγησε το Λονδίνο στην ήττα και θα οδηγήσει εκεί και την Αμερική». 

«Θέλετε να μάθετε την εικόνα που έχει ένας κινέζος στρατιωτικός για τις ΗΠΑ;» Ο τόνος δεν είναι τόνος ερώτησης, αλλά μάλλον πρόσκλησης να τον ακούσουμε πιο προσεκτικά. «Δεν είναι πια ικανές να ηγηθούν του κόσμου. Εκαναν τα δέκα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα κόλαση για τον λαό τους και για τον υπόλοιπο κόσμο. Η συμβολή τους σ’ αυτή την αρχή του αιώνα; Δύο πόλεμοι [στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ] και μια δημοσιονομική και οικονομική κρίση. Απολογισμός: πολλοί νεκροί, από τους οποίους πολύ λίγοι είναι αληθινοί τρομοκράτες. Αυτό αποδεικνύει πως δεν μπορούν πλέον να είναι η κυρίαρχη δύναμη που προσποιούνται πως είναι. Πρέπει να παραχωρήσουν τη θέση». 

Ο καπιταλισμός του χρέους.

Ο Λιου Μινγκφού χειρονομεί, υψώνει τον τόνο, καλεί ως μάρτυρες τον κινέζο διερμηνέα, τον υπασπιστή του και τον οδηγό του. Μια μεγάλη στιγμή αγανάκτησης προαναγγέλλεται, ένα κύμα οργής, μια λυρική απογείωση, η τελική ομοβροντία. «Αν εμείς εφαρμόζουμε τον σοσιαλισμό με κινεζικά χαρακτηριστικά [ο επίσημος χαρακτηρισμός του Πεκίνου για το οικονομικό άνοιγμά του] εκείνοι ανέπτυξαν  τον καπιταλισμό με αμερικανικά χαρακτηριστικά, αυτά μιας χώρας που της αρέσει να κάνει πόλεμο στον κόσμο». 
Ο συνταγματάρχης παίρνει από την τσέπη τού υπασπιστή ένα μάτσο χαρτονομίσματα και τα πετάει στον αέρα. Πέφτουν σαν βροχή στο τραπέζι.«Είναι επίσης ένα καπιταλισμός που κατασκευάζει χρέος, που κόβει νόμισμα. Είναι ένας καπιταλισμός παικτών. Αν η Κίνα είναι το εργαστήριο του κόσμου, η Αμερική είναι το καζίνο του. Είναι ένας καπιταλισμός απατεώνων που δεν αναγνωρίζει τα λάθη του, πιέζει για μια ανατίμηση του γουάν, στην πραγματικότητα για να σκοτώσει το γουάν (…) Είναι ένας καπιταλισμός ληστών, ένας καπιταλισμός διαφθοράς, ένας δικτατορικός καπιταλισμός. (Οι ΗΠΑ) πρέπει να ζητήσουν συγγνώμη για την παγκόσμια οικονομική κρίση που προκάλεσαν και να αποζημιώσουν όλους αυτούς που κατέστρεψαν. Θα έπρεπε να προσαχθούν ενώπιον του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου». 
Σε ηπιότερο τόνο, ο καθηγητής της Ακαδημίας Αμυνας συνεχίζει: «Σήμερα οι ΗΠΑ προσπαθούν να σχηματίσουν έναν συνασπισμό με την Ινδία, την Ιαπωνία, την Αυστραλία για να αναχαιτίσουν την Κίνα στον Δυτικό Ειρηνικό. Θέλουν να υψώσουν ένα θαλάσσιο τείχος κατά μήκος των 2.000 χιλιομέτρων των ακτών μας». 
Είναι δυνατόν να γίνει ένας πόλεμος;
Απάντηση:

«Ισως, πιθανόν. Γιατί; Διότι η Κίνα βρίσκεται σε πλήρη άνοδο και εκείνοι εξασθενούν. Ετσι δημιουργούν εχθρούς. Αποσταθεροποιούν την Κίνα και την περιοχή του Ειρηνικού. Τα αμερικανικά αεροπλανοφόρα μάς απειλούν προς ανατολάς, νότια της Σινικής Θάλασσας. Δημιουργούν στρατηγική αστάθεια».
Ο Λιου Μινγκφού δεν θέλει οι φιλοξενούμενοί του να φύγουν με κακή εντύπωση, αυτή μιας Κίνας που είναι εξίσου πολεμοχαρής με τις ΗΠΑ, όπως τουλάχιστον τις περιγράφει. Καθόλου. «Υπάρχουν τρεις δυνατοί ρόλοι για την Κίνα», καταλήγει. «Αυτός της τίγρης που, όπως η Αμερική, θέλει να φάει όλο τον κόσμο. Αυτός του αρνιού που, επειδή χοντραίνει, καταλήγει να φαγωθεί από τους άλλους. Τέλος, αυτός του ελέφαντα, ζώου φυτοφάγου που δεν τρώει τους άλλους, αλλά και δεν επιτρέπει να το καταβροχθίσουν». 
Καταλάβαμε, ο ελέφαντας είναι η Κίνα του Λιου Μινγκφού.
ΤΗΝ ΑΝΆΡΤΗΣΗ ΈΚΑΝΕ Ο ΑΓΡΥΠΝΟΣ ΦΡΟΥΡΟΣ ΣΤΙΣ ΠΈΜΠΤΗ, ΙΑΝΟΥΑΡΊΟΥ 17, 2013 

Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright)

Αθήνα, 06. Ιανουαρίου 2013

viliardos@kbanalysis.com

Facebook   Twitter   Linked in 

    Ο κ. Βασίλης Βιλιάρδος είναι, οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

H λύση που φαίνεται περισσότερο αποτελεσματική αλλά και λιγότερο επικίνδυνη, για να μπορέσουμε να ξεφύγουμε από την καταστροφή, είναι το άτοκο «πάγωμα» των υπερβολικών χρεών, δημοσίων και ιδιωτικών, σε όλη την έκταση της Δύσης

Η συνεχιζόμενη υπερχρέωση των κρατών, μεταξύ άλλων σαν αποτέλεσμα της διάσωσης των χρεοκοπημένων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων τους, οδηγεί στην κλιμάκωση των επιτοκίων δανεισμού τους – οπότε στην ασύμμετρη αύξηση των κεφαλαιακών (τοκογλυφικών) κερδών, εις βάρος των εισοδημάτων από την εργασία.

 Όσο κλιμακώνονται τώρα τα εισοδήματα από τους τόκους, τόσο μειώνονται τα αντίστοιχα από την εργασία – έως εκείνη τη χρονική στιγμή όπου, οι οφειλέτες αδυνατούν να πληρώσουν τους πιστωτές, επειδή τα εισοδήματα τους από την εργασία (φορολογικά για τα κράτη), δεν φτάνουν πια για την εξόφληση των τόκων και των δανείων τους. Τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, το πρόβλημα λύνεται είτε με αιματηρές κοινωνικές εξεγέρσεις, ανάλογες της Γαλλικής επανάστασης, είτε μεπολέμους”.

 Ανάλυση

 Είμαστε σχεδόν απολύτως πεπεισμένοι ότι, ο μοναδικός δρόμος εξόδου από την τεράστια κρίση χρέους που βιώνουμε, είναι το κάποιου είδους «άτοκο πάγωμα» τόσο των δημοσίων, όσο και των ιδιωτικών χρεών – αφού η όποια υγιής ανάπτυξη, κάτω από τις σημερινές συνθήκες, είναι εντελώς ανέφικτη.

Η διαπίστωση μας αυτή δεν αφορά φυσικά μόνο την Ελλάδα ή/και τον Ευρωπαϊκό Νότο, αλλά ολόκληρη τη Δύση – κυρίως δε τηνΙαπωνία, τη Μ. Βρετανία και τις Η.Π.Α. Εκτός αυτού έχουμε την άποψη ότι, πλησιάζουμε σύντομα στο σημείο χωρίς επιστροφή, αφού πολλά κράτη χρησιμοποιούν ήδη «μη συμβατικές» μεθόδους για την επιβίωση τους – όπως για παράδειγμα η Ισπανία, η κυβέρνηση της οποίας «υπεξαίρεσε» κρυφά τα συνταξιοδοτικά της ταμεία, για να μην οδηγηθεί στο μηχανισμό στήριξης και στα «νύχια» της Τρόικας. Στα πλαίσια αυτά τα παρακάτω:

 ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ

Όπως έχουμε αναφέρει σε προηγούμενο κείμενο μας, όταν το δημόσιο χρέος μίας χώρας υπερβαίνει το 90% του ΑΕΠ της, ο ρυθμός ανάπτυξης της επιβραδύνεται συνεχώς – ακόμη και σε εποχές παγκόσμιας ευημερίας. Σήμερα, ο μέσος όρος των δημοσίων χρεών της Ευρωζώνης υπερβαίνει το κρίσιμο ποσοστό του 90%, των Η.Π.Α. πλησιάζει το 115% του ΑΕΠ και της Ιαπωνίας το 230% του ΑΕΠ – χωρίς να συμπεριλαμβάνουμε τα «κρυφά χρέη», τα οποία προέρχονται από τις «ακάλυπτες» μελλοντικές υποχρεώσεις των ασφαλιστικών ταμείων.

Εάν τώρα η συγκεκριμένη χώρα ή το περιβάλλον της έχει επί πλέον τραπεζικά προβλήματα, πόσο μάλλον ανάγκη «διάσωσης» των τραπεζών της (η βόμβα μεγατόνων στα θεμέλια της Ευρώπης), τότε είναι φύσει αδύνατον να αναπτυχθεί – ακόμη και αν το δημόσιο χρέος της δεν υπερβαίνει το 50% του ΑΕΠ της (όπως τεκμηριώθηκε πρόσφατα στην περίπτωση της Κύπρου και της Ισπανίας).

Η αιτία είναι το ότι, τα χρήματα για τη διάσωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος της «εκβάλλουν» στο δημόσιο χρέος (μεταφέρονται έμμεσα στους εκάστοτε φορολογουμένους), αυξάνοντας το ανάλογα.

ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΧΡΕΟΣ

Όσον αφορά τα συνολικά χρέη, τόσο τα δημόσια, όσο και τα ιδιωτικά δηλαδή, δεν πρέπει να υπερβαίνουν το 200% του ΑΕΠ μίας χώρας – εάν θέλει να συνεχίσει να αναπτύσσεται υγιώς.

 Όμως, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ, «τα συνολικά χρέη στις 18 μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη, τα οποία ήταν στο 160% του ΑΕΠ τους το 1980, έχουν εκτοξευθεί σήμερα (2011) στο 321% του ΑΕΠ τους…Αποπληθωρισμένα δε, οι κυβερνήσεις έχουν τετραπλάσια χρέη σε σχέση με το 1980, τα νοικοκυριά εξαπλάσια και οι επιχειρήσεις της πραγματικής οικονομίας τριπλάσια.

ΑΝΑΠΤΥΞΗ

Με κριτήριο τις παραπάνω βασικές διαπιστώσεις, είναι προφανώς αδύνατον να επιτευχθεί ανάπτυξη – εκτός εάν αυξηθεί βέβαια πληθωριστικά η ποσότητα του χρήματος από τις κεντρικές τράπεζες.

Όμως, αφενός μεν η ρευστότητα των κεντρικών τραπεζών δεν κατευθύνεται στην πραγματική οικονομία, αφετέρου χωρίς ανάπτυξη είναι αδύνατον ποτέ να πληρωθούν τα συσσωρεμένα την τελευταία τριακονταετία, τεράστια χρέη των δυτικών κρατών, επιχειρήσεων, τραπεζών και νοικοκυριών.

ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ

Συνεχίζοντας, η επίλυση του προβλήματος αποκλειστικά και μόνο με τη βοήθεια του πληθωρισμού (αύξηση της ποσότητας χρήματος), έτσι όπως επιχειρείται σήμερα, κυρίως από την Ευρώπη (ΕΚΤ), τις Η.Π.Α. (Fed), τη Μ. Βρετανία (BoE) και την Ιαπωνία (BoJ), αν και δεν μπορεί να θεωρηθεί εσφαλμένη, είναι εξαιρετικά επικίνδυνη – αφού είναι εύκολο να χαθεί ο έλεγχος του, με οδυνηρά αποτελέσματα εάν τυχόν «μεταλλαχθεί» σε υπερπληθωρισμό.

Ειδικά όσον αφορά τον πληθωρισμό, σύμφωνα με τη νεοκλασική και μονεταριστική θεωρία, η τιμή ενός προϊόντος καθορίζεται από το σημείο τομής της καμπύλης ζήτησης, με την καμπύλη προσφοράς.

Εάν εμφανισθεί αυξημένη ζήτηση για ένα προϊόν (μετατόπιση της καμπύλης ζήτησης προς τα δεξιά), ή μειωμένη προσφορά του (μετατόπιση της καμπύλης προσφοράς προς τα αριστερά), τότε αυξάνεται η τιμή πώλησης του. Το φαινόμενο του (υπερ)πληθωρισμού στην οικονομική θεωρία περιγράφεται, κάπως  απλουστευμένα, από την κατωτέρω «ποσοτική εξίσωση»:

ΠΠ x ΕΤ = ΧΠ x ΤΚ

στην οποία το ΠΠ (πραγματική παραγωγή) επί το ΕΤ (επίπεδο τιμών), είναι ίσο με το ΧΠ (ποσότητα χρήματος) επί το ΤΚ(ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος). Επίσης από την «παραλλαγή» αυτής της εξίσωσης (με το x να σημαίνει επί, ενώ το /διά),

ET = (XP x TK) / ΠΠ

όπως και από το ότι, η διαφορά του επιπέδου των τιμών (Δ ΕΤ) είναι ίση με τη διαφορά της ποσότητας χρήματος (Δ ΧΠσυν τη διαφορά της ταχύτητας κυκλοφορίας (Δ ΤΚ), μείον τη διαφορά της πραγματικής παραγωγής αγαθών (Δ ΠΠ).

Δ (ΕΤ) = Δ (ΧΠ) + Δ (ΤΚ) – Δ (ΠΠ)

Από τις παραπάνω εξισώσεις, καθώς επίσης από τις «παραλλαγές» τους μπορούμε να συμπεράνουμε ότι, το επίπεδο των τιμών των προϊόντων, μέσω του οποίου μετρείται ο πληθωρισμός, αυξάνεται συνεχώς (με σταθερά τα εκάστοτε δύο άλλα μεγέθη), όταν:

(α)  μεγεθύνεται η ποσότητα χρήματος

(β) αυξάνεται η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος (αν και σύμφωνα με εμπειρικές μελέτες, η ταχύτητα του χρήματος μακροπρόθεσμα είναι σταθερή) και

(γ)  μειώνεται η πραγματική παραγωγή.

Η παραπάνω «ποσοτική εξίσωση» έχει αποδειχθεί εμπειρικά πως ισχύει ως έχει, κυρίως από το ότι η αύξηση της ποσότητας χρήματος από τις κεντρικές τράπεζες οδηγεί σε μεγέθυνση του πληθωρισμού, ο οποίος είναι δυνατόν να μετατραπεί σε υπερπληθωρισμό – εάν τυχόν η κεντρική τράπεζα δεν καταφέρει να περιορίσει (αναρροφήσει) την ποσότητα χρήματος, την οποία έχει αυξήσει για να καταπολεμήσει την ύφεση, όταν η αγορά επιστρέφει σε μεγάλους ρυθμούς ανάπτυξης.

ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ

Όπως φαίνεται, η σημερινή κρίση χρέους της Δύσης, η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την υπερχρέωση των τραπεζών, έχει προκαλέσει ορισμένες «επιπλοκές» στο σύστημα – η κυριότερη των οποίων είναι πως η αύξηση της ποσότητας του χρήματος από τις κεντρικές τράπεζες, δεν οδηγείται στην πραγματική οικονομία (σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη δε, ο μέσος τραπεζικός δανεισμός των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών στην Ευρώπη συνεχίζει να μειώνεται).

Το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι, αφενός μεν οι εμπορικές τράπεζες, λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης μεταξύ τους, δεν δανείζουν η μία την άλλη, αφετέρου στις συνθήκες που επικρατούν στην πραγματική οικονομία – λόγω της αυστηρής πολιτικής λιτότητας που δυστυχώς ακολουθείται (ύφεση, αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, χρεοκοπίες κλπ.). Σε αντίθεση δε με την προηγούμενη κρίση (κραχ του 1987), οι τράπεζες επιτρέπεται πια να κάνουν τα πάντα – έχουν δηλαδή εντελώς «απορυθμισθεί», όπως αποκαλείται συνήθως η ασυδοσία τους.

Στα πλαίσια αυτά, τα επί πλέον χρήματα που προσφέρουν οι κεντρικές τράπεζες, είτε παραμένουν ανέπαφα στους λογαριασμούς που έχουν οι εμπορικές τράπεζες σε αυτές, είτε οδηγούνται στα χρηματιστήρια – δημιουργώντας τεράστιες και εξαιρετικά επικίνδυνες φούσκες στις μετοχές, στα εμπορεύματα κοκ.

Το συμπέρασμα μας αυτό αποδεικνύεται από τη συνεχιζόμενη αύξηση των δεικτών όλων σχεδόν των χρηματιστηρίων του πλανήτη – σε πλήρη σχεδόν αναντιστοιχία με την κερδοφορία, καθώς επίσης με τις μελλοντικές προοπτικές των επιχειρήσεων της πραγματικής οικονομίας. Όσο αυξάνονται οι δείκτες βέβαια, τόσο πιο επικίνδυνη γίνεται μία ενδεχόμενη κατάρρευση τους (κραχ) – αφού οι αλλαγές στα χρηματιστήρια, σε αντίθεση με την πραγματική οικονομία, είναι ξαφνικές, απρόβλεπτες, απότομες, μαζικές (αγελαίες) και ραγδαίες.

Ειδικά όσον αφορά την ΕΚΤ, το γεγονός ότι συνδέει την αγορά ομολόγων των ελλειμματικών χωρών από τη δευτερογενή διαπραγμάτευση, με τη υποχρέωση τους να εφαρμόζουν την αυστηρή πολιτική λιτότητας που επιβάλλει η Γερμανία,δημιουργεί περισσότερες επιπλοκές – ενώ τα επιτόκια δανεισμού των χωρών του Νότου έχουν περιορισθεί σε τέτοιο βαθμό,επειδή ουσιαστικά η ΕΚΤ εγγυάται την πληρωμή των ομολόγων.

Είναι όμως η ΕΚΤ σε θέση να τηρήσει τις υποσχέσεις της, χωρίς να προκαλέσει μεγάλη αύξηση του πληθωρισμού; Τι θα συμβεί εάν εντελώς απρόοπτα οι αγορές, κυριευμένες από κάποιον πανικό, προσπαθήσουν να «εξαργυρώσουν» τις εγγυήσεις της, «πλημμυρίζοντας» το σύστημα με κρατικά ομόλογα προς πώληση;

ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΧΡΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΑΓΩΜΕΝΑ ΧΡΕΗ

Η εμπειρία των τελευταίων ετών έχει τεκμηριώσει το ότι, τα μη εξυπηρετούμενα, τα επισφαλή δηλαδή σε μεγάλο βαθμό δάνεια, μειώνουν ουσιαστικά την ταχύτητα κυκλοφορίας χρήματος – με αποτέλεσμα να εμποδίζουν τη δημιουργία πληθωριστικών πιέσεων, όπως συμβαίνει σήμερα, παρά την αύξηση της ποσότητας χρήματος από όλες σχεδόν τις κεντρικές τράπεζες της Δύσης. Στην ποσοτική μας εξίσωση λοιπόν συμβαίνει το εξής:

(α)  Πριν από την αύξηση της ποσότητας χρήματος, ο πληθωρισμός (επίπεδο των τιμών) ήταν, για παράδειγμα,  ΕΤ = (ΧΠ x ΤΚ) / ΠΠ ήτοι ΕΤ = (100 x 10) / 10 = 100.

(β)  Μετά την αύξηση της ποσότητας χρήματος από 100 στα 200 (τυχαίοι αριθμοί), όπου όμως η ταχύτητα της κυκλοφορίας του χρήματος μειώθηκε από 10 στα 5, με σταθερή (ακόμη) την παραγωγή, ο πληθωρισμός στην πραγματική οικονομία παρέμεινε σταθερός – ήτοι: ET = (200 x 5) / 10 = 100.

Αντίθετα, ο πληθωρισμός στην «κερδοσκοπική οικονομία» (μετοχές, παράγωγα κλπ.) μεγεθύνθηκε σε μεγάλο βαθμό – επειδή εκεί οδηγήθηκε η αύξηση της ποσότητας χρήματος, ενώ δεν περιορίσθηκε η ταχύτητα κυκλοφορίας του (ΕΤ = 200 x 10 / 10 = 200, ήτοι 100% αύξηση των τιμών) – εάν υποθέσουμε ότι δεν αυξήθηκε πάνω από το 10 του παραδείγματος.

Ουσιαστικά λοιπόν και παρά τις αντίθετες απόψεις, έχουμε πληθωρισμό και απειλούμαστε με υπερπληθωρισμό – ο οποίος δεν επηρεάζει (ακόμη) την πραγματική οικονομία, αλλά την «κερδοσκοπική» (αν και στις αναπτυσσόμενες οικονομίες έχει προκληθεί ήδη επισιτιστική κρίση, λόγω της δυσανάλογης αύξησης των τιμών των εμπορευμάτων, στα αντίστοιχα χρηματιστήρια).

(γ)  Περαιτέρω εάν, μετά την αύξηση της ποσότητας χρήματος, καθώς επίσης τη μείωση της ταχύτητας κυκλοφορίας του, μειωθεί η παραγωγή (ενδεχόμενο πολύ πιθανόν), τότε ο πληθωρισμός θα αυξηθεί και στην πραγματική οικονομία – ήτοι θα είναι: ET = (200 x 5) / 5 = 200. Στην περίπτωση αυτή, τα αποτελέσματα θα είναι εξαιρετικά οδυνηρά για την πλειοψηφία των ανθρώπων – αφού η αγοραστική αξία των υφισταμένων εισοδημάτων θα περιορίζεται συνεχώς, λόγω της αύξησης των τιμών των προϊόντων.

(δ)  Για να διατηρηθεί τώρα ο πληθωρισμός στα ίδια επίπεδα, εάν περιορισθεί η παραγωγή, θα πρέπει οι κεντρικές τράπεζες να μειώσουν την ποσότητα χρήματος στα 100 – οπότε η εξίσωση θα είναι: ΕΤ = (100 x 5) / 5 = 100.

Με δεδομένο όμως το ότι, η ποσότητα χρήματος μειώνεται, μεταξύ άλλων, είτε με την αύξηση των βασικών επιτοκίων, είτε με την πώληση κρατικών ομολόγων εκ μέρους της κεντρικής τράπεζας, η διαδικασία θα προκαλούσε άνοδο των επιτοκίων δανεισμού των διαφόρων χωρών – δυστυχώς, με αποτέλεσμα την κλιμάκωση της ύφεσης, τις χρεοκοπίες κλπ.

ΕΜΜΕΣΗ ΔΑΓΡΑΦΗ ΧΡΕΩΝ

 Εάν επιλέξουμε τώρα τη «μονεταριστική λύση» του προβλήματος, θα πρέπει να βρούμε καινούργια «εργαλεία» – όπου, στην προκειμένη περίπτωση, οφείλει να αυξομειώνεται η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος, με τη βοήθεια του «παγώματος» και «ξεπαγώματος» μέρους των χρεών.

Ειδικότερα, αντί οι κεντρικές τράπεζες να αυξάνουν την ποσότητα χρήματος (με κινδύνους αφενός μεν να μην οδηγείται η νέα ρευστότητα στην πραγματική οικονομία και να δημιουργούνται φούσκες, αφετέρου να μην μπορούν να τη μειώσουν όταν ξεπεραστεί η κρίση), θα μπορούσαν να παγώσουν άτοκα ένα ορισμένο ποσοστό δημοσίων και ιδιωτικών χρεών έτσι ώστε, όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες, να τα «ξεπαγώνουν» σταδιακά.

Με τον τρόπο αυτό θα κατευθυνόταν τα (παγωμένα) χρήματα απ’ ευθείας στην πραγματική οικονομία, αφού θα ελαφρυνόταν οι δανειακές επιβαρύνσεις (τοκοχρεολύσια) όλων των «συντελεστών παραγωγής» – οπότε δεν θα δημιουργούνταν φούσκες, δεν θα μειωνόταν η παραγωγή προϊόντων και δεν θα προκαλούνταν πληθωριστικές πιέσεις.

Η εξίσωση μας λοιπόν θα ήταν ET = (200 x 5) / 10 = 100 και στη συνέχεια ΕΤ = (200 x 10) / 20 = 100 – αφού θα αυξανόταν η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος στα προηγούμενα επίπεδα, μέσω του (ξε)παγώματος των χρεών, ανάλογα με το ρυθμό αύξησης ή μείωσης της παραγωγής (σύμφωνα με την εξέλιξη των εισοδημάτων των εργαζομένων, με την κερδοφορία των επιχειρήσεων κοκ.).

Εάν δεν επιθυμούσαμε την αύξηση της παραγωγής, θα επαναφέραμε την ποσότητα χρήματος στο 100 – οπότε η εξίσωση στο παράδειγμα μας θα ήταν ΕΤ = (100 x 10) / 10 = 100. Ουσιαστικά λοιπόν ο πληθωρισμός θα ρυθμιζόταν από το ύψος των χρεών, χωρίς τις επιπλοκές της ενδιάμεσης λειτουργίας των τραπεζών – ενώ δεν θα μεταφερόταν στην «κερδοσκοπική οικονομία».

Ολοκληρώνοντας, εάν επί πλέον οι τράπεζες δεν υποχρεώνονταν να «καλύψουν» τα, νόμιμα παγωμένα, χρέη των οφειλετών τους στους Ισολογισμούς τους, δεν θα υπήρχε ανάγκη ανακεφαλαιοποίησης τους, στη σημερινή έκταση – με αποτέλεσμα να εξασφαλίζεται και από εδώ η ομαλότερη λειτουργία της Οικονομίας.

Η ΕΛΛΑΔΑ

Ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα, δεν μειώθηκε σημαντικά η ποσότητα χρήματος (προφανώς δεν αυξήθηκε), κυρίως λόγω του ειδικού δανεισμού (ELA) των τραπεζών από την ΤτΕ και την ΕΚΤ – ενώ ο περιορισμός της ταχύτητας κυκλοφορίας των χρημάτων αντισταθμίστηκε από τη σχετική μείωση της παραγωγής (υποθετικά στην εξίσωση μας ET = 90 x 7 / 6 = 105, ήτοι 5% αύξηση).

Η εσωτερική υποτίμηση δε (μείωση μισθών κλπ.), η οποία θα προκαλούσε λογικά την (τεχνητή) αποκλιμάκωση των τιμών, δεν απέδωσε τα αναμενόμενα, επειδή υπερκαλύφθηκε από τη μεγάλη αύξηση της φορολογίας (άμεσους και έμμεσους φόρους) – με αποτέλεσμα οι τιμές να παραμείνουν υψηλές, απέναντι σε συνεχώς χαμηλότερα εισοδήματα, οπότε να καταρρεύσει το βιοτικό μας επίπεδο.

Το αργότερο όμως όταν μειωθεί σημαντικά η παραγωγή (προσφορά), κάτι που δεν θα αργήσει να συμβεί, εάν δεν μεσολαβήσει κάποια μεγάλη αλλαγή, οι περισσότερες τιμές (με την ίδια ή ελαφρώς χαμηλότερη ποσότητα και ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος) θα εκτοξευθούν στα ύψη (ΕΤ = 90 x 7 / 3 = 210), αφού η ζήτηση θα υπερκαλύπτει την προσφορά – κάτι που πολύ δύσκολο δεν θα προκαλέσει, μάλλον ξαφνικά, μεγάλες κοινωνικές αναταραχές, εάν όχι αιματηρές εξεγέρσεις.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Με βάση την παραπάνω πρόχειρη ανάλυση, αλλά και την Ιστορία, η λύση που φαίνεται περισσότερο αποτελεσματική, χωρίς να διακινδυνεύσει το σύστημα (όπως θα μπορούσε να συμβεί εάν αποφασιζόταν η διαγραφή χρεών – η σεισάχθεια δηλαδή), είναι το άτοκο «πάγωμα» των υπερβολικών χρεών, δημοσίων και ιδιωτικών, σε όλη την έκταση της Δύσης – σε συνδυασμό με έναν ελεγχόμενο πληθωρισμό, καθώς επίσης με την καταπολέμηση τόσο των ευρωπαϊκών, όσο και των παγκόσμιων ασυμμετριών, όπως τις έχουμε αναλύσει σε προηγούμενα κείμενα μας.

 Ειδικά όσον αφορά την Ευρώπη υπενθυμίζουμε ότι (άρθρο μας), θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένα ειδικό «ευρωπαϊκό κεφάλαιο αποπληρωμής χρεών» («bad bank» ουσιαστικά), στο οποίο να «οδηγηθούν» εκείνα τα χρέη των χωρών της ΕΕ που υπερβαίνουν το 60% του ΑΕΠ τους – έτσι ώστε να παγώσουν και να αποπληρωθούν σταδιακά, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν ή/και το επιβάλλουν, για να μην προκληθεί υπερπληθωρισμός (κάτι ανάλογο θα μπορούσε να δρομολογηθεί και για τα ιδιωτικά χρέη).

Παράλληλα, η πολιτική λιτότητας οφείλει να γίνει πολύ πιο ήπια (με τα «χρόνια προσαρμογής» περισσότερα), έτσι ώστε να αποφευχθεί η ύφεση και τα τεράστια προβλήματα που προκαλεί – όπως διαπιστώθηκε κυρίως στην περίπτωση της Ελλάδας (ανεργία, χρεοκοπίες, κατάρρευση του βιοτικού επιπέδου, φτώχεια, αυξημένη εγκληματικότητα, κοινωνικές εξεγέρσεις, εθνικές αντιπαλότητες κοκ.).

Φυσικά πρέπει να συνοδευθεί με μέτρα ανάπτυξης όλων των χωρών της ΕΕ, αφού διαφορετικά είναι αδύνατη η μακροπρόθεσμη επίλυση της κρίσης χρέους – ενώ ο «επιτρεπόμενος» πληθωρισμός οφείλει να αναπροσαρμοσθεί στο 4%, από το 2% σήμερα. Επίσης, με μέτρα ρύθμισης του χρηματοπιστωτικού κλάδου, όπου το κυριότερο όλων οφείλει να είναι ο διαχωρισμός των επενδυτικών από τις αμιγώς «εμπορικές» τράπεζες – στις οποίες πρέπει να απαγορεύεται η κερδοσκοπία με τις καταθέσεις των πελατών τους.

Στη συνέχεια πρέπει να δρομολογηθεί ένα νέο δημοσιονομικό σύμφωνο σταθερότητας, το οποίο όμως να απαγορεύει τιςασυμμετρίες στα εξωτερικά ισοζύγια συναλλαγών των χωρών-μελών της Ευρωζώνης – με τα οποία κάποιες χώρες (Γερμανία, Ολλανδία κλπ.), αναπτύσσονται εις βάρος των υπολοίπων.

Τέλος, τονίζουμε ξανά ότι, το ESM θα ήταν σωστό να εξελιχθεί σε ένα ευρωπαϊκό νομισματικό ταμείο, το οποίο να λειτουργεί όπως το ΔΝΤ από την ίδρυση του μέχρι τη δεκαετία του 1970 – με κύριο στόχο την συμμετρική ανάπτυξη των χωρών της ΕΕ. Πόσο μάλλον αφού, η μη ισορροπημένη εξέλιξη των κρατών, καθιστά αδύνατη την εφαρμογή μίας κοινής νομισματικής πολιτικής – για παράδειγμα, στη Γερμανία απαιτούνται υψηλά επιτόκια, ενώ στην Ιταλία χαμηλά.

Το «ταμείο» αυτό θα έπρεπε βέβαια να συνοδευθεί από την ίδρυση ευρωπαϊκών εταιρειών αξιολόγησης, έτσι ώστε να πάψει να υφίσταται το μονοπώλιο των τριών αδελφών (Fitch, S&P, Moody’s) – οι οποίες αξιολογούν ουσιαστικά την πιστοληπτική ικανότητα των διαφόρων χωρών, σύμφωνα με τις οικονομικές ανάγκες, την εξωτερική πολιτική (γεωπολιτική) και τα υπόλοιπα στρατηγικά σχέδια της υπερδύναμης.

 

Εξαιρετικό!
Κυριακή, 25 Νοέμβριος 2012 19:00

του: Βασίλη Βιλιάρδου, «Σοφοκλέους 10» (copyright)

Αθήνα, 25. Νοεμβρίου 2012

Τα σφάλματα της Ελλάδας, τα «κατηγορώ» των ευρωπαίων πολιτών, η τευτονική αλαζονεία, το σενάριο της εξόδου της Γερμανίας από την Ευρωζώνη, οι δυνατότητες της Ευρώπης, το εθνικό νόμισμα και το μέλλον της πατρίδας μας μετά το τέλος της κρίσης

 

Είναι πραγματικά απίστευτο, δεν είναι εύκολο δηλαδή να κατανοήσει κανείς το πώς κατάφερε η Πολιτική μίας τόσο πλούσιας χώρας, όπως η Ελλάδα, να την οδηγήσει στην αδυναμία πληρωμών των οφειλών της – από εκεί, αμέσως μετά, χωρίς ουσιαστικά την παραμικρή προσπάθεια αντιμετώπισης της κρίσης δανεισμού (την οποία μόνοι μας προκαλέσαμε), στα νύχια του ΔΝΤ. Πόσο μάλλον όταν η «διαχείριση» του ελάχιστου συγκριτικά συνολικού χρέους της, δημοσίου και ιδιωτικού, ήταν κάτι παραπάνω από εφικτή – όπως έχει στο παρελθόν επισημάνει ακόμη και η τράπεζα των τραπεζών.

 

Είναι εμφανές λοιπόν ότι, η Ελλάδα έχει, από δεκαετίες τώρα, ένα τεράστιο «έλλειμμα διακυβέρνησης», το οποίο δεν περιορίζεται στα στενά πλαίσια της εκάστοτε ηγετικής της ομάδας. Δυστυχώς, εδώ ακριβώς αποτυγχάνει διαχρονικά η χώρα μας η οποία, κατά τα φαινόμενα, δεν διαθέτει έναν ικανό και επαρκή «κρατικό μηχανισμό» – γεγονός που μας οδηγεί στο οδυνηρό συμπέρασμα ότι, μόνο η «δημιουργική καταστροφή» του υφιστάμενου μηχανισμού, ενδεχομένως με τη βοήθεια της χρεοκοπίας, θα μπορούσε να «επιφέρει» την απαιτούμενη αλλαγή του”.

 

Ανάλυση

Όπως φαίνεται οι Ευρωπαίοι δεν συγχωρούν την Ελλάδα, κατηγορώντας την εύλογα ότι, «άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου» –αφού χρησιμοποιήθηκε ως ο Δούρειος Ίππος, με τη βοήθεια του οποίου εισέβαλλε το ΔΝΤ στη Ευρωζώνη, «πυροδοτώντας» την τεράστια κρίση χρέους, βιώσιμου δανεισμού και τραπεζών που βιώνουμε.

Δυστυχώς, το ότι η μοιραία «κερκόπορτα» ανοίχθηκε ερήμην των Ελλήνων, από τον τότε πρωθυπουργό τους, δεν αποτελεί δικαιολογία για κανέναν Ευρωπαίο – επειδή δεν διαχωρίζεται ποτέ η χώρα, από τους εκάστοτε εκπροσώπους της (ενδεχομένως σωστά, με την έννοια πως οι πολίτες επιλέγουν την ηγεσία τους – όπου δυστυχώς κανένας δεν ενδιαφέρεται, σχετικά με το εάν είχαν στη διάθεση τους ορθολογικότερες επιλογές).

Οι Ευρωπαίοι δεν συγχωρούν ανάλογα την πρωσική Γερμανία, η οποία απαίτησε τη συμμετοχή του ΔΝΤ στη «διάσωση» της Ελλάδας – με αποτέλεσμα να αμφισβητηθεί από τους «εισβολείς» σκόπιμα, για πρώτη φορά, η αλληλεγγύη, καθώς επίσης η βιωσιμότητα της Ευρωζώνης και του κοινού νομίσματος της.

Στο σημείο αυτό οφείλουμε να τονίσουμε ότι, η αντιμετώπιση του ευρώ απλά και μόνο σαν ένα νόμισμα, με επακόλουθο τη σύγκριση του (πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα) με τα εκάστοτε εθνικά νομίσματα, αποτελεί ένα «κρίσιμο», καίριο λάθος – αφού το «ζητούμενο» δεν ήταν ποτέ το κοινό νόμισμα, αλλά η Ευρωπαϊκή ιδέα και η συνοχή της ηπείρου μας. Ειδικότερα το ότι, είναι πολύ δύσκολο να επιβιώσουν, να διατηρήσουν καλύτερα το βιοτικό τους επίπεδο τα ευρωπαϊκά κράτη χωριστά μεταξύ τους, στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης – πόσο μάλλον όταν η Ευρώπη συνιστά ένα συνεχώς μειούμενο ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού, ενώ ευρίσκεται απέναντι σε πολύ μεγάλες, συνεκτικές δυνάμεις, όπως οι Η.Π.Α. και η Κίνα.

Περαιτέρω, οι Ευρωπαίοι εύλογα δεν συγχωρούν την Ελλάδα, κατηγορώντας την ότι δεν σεβάστηκε αυτά που υπέγραψε το 2010 – το πρώτο μνημόνιο δηλαδή, με το οποίο ψηφίσθηκαν από τη Βουλή κάποια συγκεκριμένα μέτρα, που όμως ποτέ δεν εφαρμόσθηκαν (σκόπιμα μάλλον). Προφανώς έχουν απόλυτο δίκιο αφού, ανεξάρτητα από το εάν τα μέτρα αυτά ήτανοικονομικά σωστά ή όχι, όταν τα αποδέχεται μία χώρα οφείλει να τα τηρεί – με απόλυτη «ευλάβεια» και ενδεχομένως κάνοντας περισσότερα, από αυτά που την υποχρεώνουν (αν και, κατά την άποψη μας, δεν έπρεπε να είχε υπογραφεί κανένα μνημόνιο).

Την ίδια στιγμή, οι Ευρωπαίοι κατηγορούν τη Γερμανία, επειδή δεν σεβάστηκε ποτέ έγκαιρα τις υποχρεώσεις που ανέλαβε – καθυστερώντας απαράδεκτα τις αποφάσεις που αφορούσαν την Ελλάδα (καταρχήν το 2010, για να προλάβουν οι δικές της τράπεζες να «απεγκλωβιστούν» από τα δάνεια τους προς τη χώρα μας, να πουλήσουν τα ομόλογα που είχαν στην κατοχή τους δηλαδή και στη συνέχεια για άλλους λόγους – σαδιστικούς εν μέρει).

Στα πλαίσια αυτά, η χρησιμοποίηση της Ελλάδας εκ μέρους της Γερμανίας, ως το ιδανικό υποψήφιο θύμα για τον παραδειγματισμό και τη υποταγή των υπολοίπων κρατών-μελών της Ευρωζώνης, ξεπέρασε κάθε ανεκτό όριο – με αποτέλεσμα να προκληθεί μία τεράστια κρίση εμπιστοσύνης στην Ευρωζώνη, καθώς επίσης να εμφανισθούν μη αλληλέγγυες όλες οι χώρες μεταξύ τους, προκαλώντας τις συνεχείς επιθέσεις των αγορών.

Συνεχίζοντας, οι Ευρωπαίοι δεν συγχωρούν σήμερα την Ελλάδα, πολύ σωστά, επειδή αποδέχεται χωρίς καμία διαμαρτυρία τον απίστευτο εξευτελισμό της από την πρωσική Γερμανία – ζητιανεύοντας στην κυριολεξία για τις δόσεις της ντροπής, επιτρέποντας στην καγκελάριο να την «λυπάται» δημόσια (λέγοντας χαιρέκακα πως την προβληματίζει η αδυναμία της Ελλάδας να πληρώσει μισθούς και συντάξεις), θυσιάζοντας τη βιωσιμότητα των Ελλήνων στο βωμό του χρέους και ψηφίζοντας οτιδήποτε της ζητηθεί, στα πλαίσια της γνωστής πολιτικής των υποκλίσεων και της δουλικής υποτέλειας, η οποία χαρακτηρίζει τις κυβερνήσεις της των τελευταίων ετών.

Στο σημείο αυτό, όταν αρκετά ελληνικά ΜΜΕ προγραμματίζουν ειδικές εκπομπές για το θέμα της δόσης των 31,5 δις € (ως συνήθως, με τη συμμετοχή ορισμένων «συμπλεγματικών πολιτικών» ή/και πλανόδιων «διανοητών», οι οποίοι δεν κάνουν τίποτα άλλο, από το να «τριγυρίζουν» σχεδόν καθημερινά στα τηλεοπτικά κανάλια και στα ραδιόφωνα, σκλάβοι του εθισμού και της ανάγκης τους για αναγνωρισιμότητα), αιτιολογούμε απόλυτα τις κατηγορίες των Ευρωπαίων – τείνοντας να πεισθούμε δυστυχώς ότι, δεν μας αξίζει η Ευρώπη, ενώ «υποβιβάζουμε» τον πολιτισμό τηςπαραμένοντας εντός της. Η αγένεια που χαρακτηρίζει την κοινωνική συμπεριφορά μας, η έλλειψη σεβασμού προς τους άλλους, η δημαγωγία, η μη τήρηση των κανόνων εις βάρος της ελευθερίας των υπολοίπων και διάφορα άλλα, δεν συνηγορούν δυστυχώς υπέρ του επιπέδου του πολιτισμού μας.

Παράλληλα, οι Ευρωπαίοι δεν συγχωρούν τη Γερμανία, επειδή δεν σέβεται καθόλου τις υποσχέσεις της – όπως τεκμηριώνεται από τη μη καταβολή των ήδη αποφασισμένων, των ληξιπρόθεσμων ουσιαστικά δόσεων προς την Ελλάδα (31,5 δις €, 5 δις € κοκ.). Φυσικά δεν επικροτούν σε καμία περίπτωση την αλαζονεία της, θεωρώντας πως, αργά ή γρήγορα, θα την πληρώσει πολύ ακριβά – ενώ την ίδια στιγμή αντιμετωπίζουν με προβληματισμό τις ηγεμονικές της βλέψεις, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι, η χώρα αυτή (και όχι «κάποιοι ναζί»), οδήγησε τον πλανήτη σε δύο καταστροφικούς παγκόσμιους πολέμους.

Περαιτέρω, οι Ευρωπαίοι κατηγορούν εύλογα την Ελλάδα για την διαπλοκή και την υπερβολική διαφθορά που διαπιστώνουν – ειδικά όσον αφορά την πολιτική και την οικονομική της ελίτ. Ταυτόχρονα, κατακρίνουν τη Γερμανία για το ότι «στεγάζει» και καλύπτει τους μεγαλύτερους διαφθορείς παγκοσμίως – τη βιομηχανική της ελίτ η οποία, παρά το ότι χρηματίζει και διαφθείρει τους πάντες σε ολόκληρο τον πλανήτη, έχει ιδρύσει στο Βερολίνο την οργάνωση «Διεθνής Διαφάνεια» (στην οποία συμμετέχουν όλοι οι διαφθορείς, όπως έχουμε αναλύσει σε παλαιότερο κείμενο μας).

Στα πλαίσια αυτά, το ότι η Ελλάδα εφάρμοσε μόνο τις οριζόντιες περικοπές των μισθών και συντάξεων, σε συνδυασμό με την αποδόμηση του κοινωνικού κράτους, τα πλέον «αιμοβόρα» δηλαδή σημεία του προγράμματος λιτότητας που της επιβλήθηκε, χωρίς οι κυβερνήσεις της να ενδιαφερθούν καθόλου για την εξαθλίωση και τη φτώχεια των πολιτών της πατρίδας τους, δεν είναι στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της – αντίθετα, προκαλεί την απέχθεια των Ευρωπαίων, ειδικά όταν συνοδεύεται από την εκκωφαντική σιωπή των αμνών που επικρατεί στη χώρα μας, η οποία νομιμοποιεί εκ των πραγμάτων την πολιτική της ηγεσία.

Υπενθυμίζουμε εδώ ότι, το πρόβλημα της πατρίδας μας είναι κυρίως πολιτικό, πολιτισμικό και κοινωνικό – ενώ το οικονομικό έρχεται σε δεύτερη μοίρα, αφού πρόκειται ουσιαστικά για ένα πρόβλημα διαχείρισης, προερχόμενο από τη δομή του συστήματος (οικονομική ολιγαρχία, πολιτική κομματικοκρατία, έλλειμμα επιχειρηματικού και φορολογικού πλαισίου κοκ.), καθώς επίσης από την «αποστασιοποίηση» και την «αδράνεια των μαζών».

Από την πλευρά της Γερμανίας τώρα, η ενδυνάμωση του επεκτατικού κράτους με τη βοήθεια των φορολογικών επιδρομών και της λεηλασίας των πολιτών του από μία οικονομική αστυνομία, η οποία ελάχιστα διαφέρει από τα SS που γνωρίσαμε στο παρελθόν, αντιμετωπίζεται με φόβο από τους Ευρωπαίους – ειδικά από τους Γάλλους, οι οποίοι μάλλον δεν διατηρούν πια την ουτοπία της ανίκητης «γραμμής Μαζινό» (το ευρώ σήμερα), η οποία θα προστατεύσει τα γαλλικά σύνορα από τους αμετανόητους γείτονες τους.

Συνεχίζοντας, οι Ευρωπαίοι κατηγορούν την Ελλάδα για «αφερεγγυότητα», επειδή δεν θέλει να πληρώσει τις υποχρεώσεις τηςπαρά το ότι μπορεί (με κριτήριο την ιδιωτική της περιουσία, τον υπόγειο πλούτο κλπ.) – ισχυριζόμενη πως τα χρέη της είναι «μη βιώσιμα» ή επαχθή, αν και είναι αδύνατον να τεκμηριωθούν αντικειμενικά ως τέτοια (άρθρο μας).

Ταυτόχρονα, κατηγορούν τη Γερμανία για εκβιασμό της πολιτικής ηγεσίας της χώρας μας – με τη βοήθεια των στοιχείων που έχει στη διάθεση της, εις βάρος ορισμένων πολιτικών και κομμάτων εξουσίας (Siemens κλπ.). Επίσης για το ότι λειτουργείμερκαντιλιστικά, κερδίζοντας εις βάρος των «εταίρων» της τόσο από τις εξαγωγές (διατηρώντας παράλληλα χαμηλή την εσωτερική της ζήτηση και τις εισαγωγές), όσο και από τον τοκογλυφικό δανεισμό τους.

Τέλος, στο θέμα της φοροδιαφυγής δεν αναφερόμαστε καθόλου, επειδή αφενός μεν χρησιμοποιείται για τη «χειραγώγηση» των μαζών (μόνο οι «μικροί» και οι ανόητοι φοροδιαφεύγουν), αφετέρου επισκιάζεται από την «φοροαποφυγή» των πολυεθνικών – η οποία αποτελεί τη «μάστιγα» ολόκληρου του πλανήτη και όχι μόνο της Ελλάδας ή της Γερμανίας.

Ολοκληρώνοντας, με κριτήριο τα παραπάνω, η Ελλάδα δεν μπορεί να θεωρηθεί αντάξια του ευρώ – χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι, η Ευρωζώνη κινδυνεύει από την πατρίδα μας.

Δυστυχώς όμως, παρά το ότι είχαμε ανέκαθεν την άποψη πως η Ελλάδα δεν ήταν έτοιμη να υιοθετήσει το κοινό νόμισμα το 2001, ενώ στη συνέχεια, αφού έκανε δηλαδή το σφάλμα, δεν προσπάθησε να ανταπεξέλθει με τις υποχρεώσεις της, θεωρούμε ότι είναι πλέον «εγκλωβισμένη» στην Ευρωζώνη – με την έννοια πως τυχόν έξοδος της, με την υιοθέτηση της δραχμής και τη «νομοτελειακή» χρεοκοπία της, θα αποτελούσε ένα απόλυτα καταστροφικό σενάριο (κυρίως μετά την υπογραφή του PSI, με βάση το οποίο δεν μπορεί πλέον να μετατρέψει το εξωτερικό χρέος της σε δραχμές).

Το ίδιο ισχύει και για τη Γερμανία, η οποία δεν είναι επίσης αντάξια του ευρώ – μία χώρα όμως από την οποία, σε αντίθεση με την Ελλάδα, κινδυνεύει πολύ σοβαρά η Ευρωζώνη. Στα πλαίσια αυτά είναι ίσως σκόπιμο να παραθέσουμε το σενάριο τηςεξόδου της Γερμανίας– αφού είμαστε απόλυτα βέβαιοι ότι, είναι επίσης εγκλωβισμένη στο ευρώ, όπως ακριβώς συμβαίνει και με την Ελλάδα.

Η ΕΞΟΔΟΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ

 

Υποθετικά η Γερμανία αποφασίζει να εγκαταλείψει μονομερώς την Ευρωζώνη – με τη θέληση της φυσικά, αφού διαφορετικά δεν μπορεί να την «αποβάλλει» κανένας. Όπως και στο σενάριο εξόδου της Ελλάδας (άρθρο μας), επιλέγεται η υιοθέτηση του μάρκου, με μία σχέση ανταλλαγής 1:1 – έτσι ώστε να είναι εύκολη και γρήγορη η διαδικασία.

Η απόφαση της εξόδου, η οποία έχει φυσικά προετοιμασθεί μεθοδικά και κρυφά, ανακοινώνεται από την καγκελάριο μία Παρασκευή βράδυ – μετά το κλείσιμο της Wall Street, έτσι ώστε να μην δημιουργηθεί αναστάτωση στις αγορές. Πρώτη ενέργεια είναι η αποχώρηση του προέδρου της κεντρικής τράπεζας της από το συμβούλιο της ΕΚΤ – στο οποίο δεν μπορεί πλέον να συμμετέχει.

Οι χρηματαγορές είναι φυσικά οι πρώτες που αντιδρούν τη Δευτέρα, απολύτως πεπεισμένες ότι, το μάρκο θα ανατιμηθεί τόσο απέναντι στο ευρώ, όσο και στο δολάριο – με αποτέλεσμα την αυξημένη εισροή χρημάτων στη Γερμανία (μετοχές, ομόλογα, συνάλλαγμα κλπ.), κυρίως από τις χώρες της Ευρωζώνης.

Σαν αποτέλεσμα της κατακόρυφης αύξησης της ρευστότητας στη Γερμανία, της μεγάλης εισροής χρημάτων δηλαδή, το μάρκο ανατιμάται ραγδαία – τουλάχιστον κατά 40%, παρά το ότι δεν θα έπρεπε να υπερβεί το 1,20 με κριτήριο την συγκριτική ανταγωνιστικότητα της. Επομένως, για να αγοράσει κανείς πια ένα μάρκο, θα πρέπει να δώσει 1,40 ευρώ – αντί του ενός ευρώ, με το οποίο ανταλλάχθηκε αρχικά.

Σε όρους υποτιμημένου ευρώ λοιπόν, τα διάφορα περιουσιακά στοιχεία που ήταν ήδη τοποθετημένα στη Γερμανία (για παράδειγμα, οι απαιτήσεις των υπολοίπων κρατών της Ευρωζώνης), χάνουν σημαντικά σε αξία. Ταυτόχρονα, μειώνεται η αξία (σε όρους ευρώ) των κρατικών εγγυήσεων της Γερμανίας στους μηχανισμούς στήριξης της Ευρωζώνης, καθώς επίσης οι οφειλές της στο ευρωσύστημα (Target II).

Παράλληλα, η Γερμανία απαιτεί την άμεση εξόφληση των απαιτήσεων της κεντρικής τράπεζας της από το ευρωσύστημα– ένα ποσόν που υπερβαίνει τα 700 δις € (κάτω από τα 500 δις πλέον σε όρους μάρκου), δημιουργώντας τεράστια προβλήματα στην ΕΚΤ.

Η ΑΝΑΤΑΡΑΧΗ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΖΩΝΗ

Αμέσως μετά την ξαφνική έξοδο της Γερμανίας, στις χρηματοπιστωτικές αγορές της υπόλοιπης Ευρωζώνης επικρατεί το απόλυτο χάος. Μεταξύ άλλων, τα επιτόκια δανεισμού της Ελλάδας, της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Ολλανδίας, της Κύπρου κλπ. αυξάνονται ραγδαία – με αποτέλεσμα η ΕΚΤ, η οποία φυσικά μεταφέρει αμέσως την έδρα της από τη Φρανκφούρτη στις Βρυξέλλες, να ανακοινώσει την αγορά απεριόριστων ποσοτήτων ομολόγων των κρατών-μελών της.

Η ενέργεια της αυτή πετυχαίνει τα αναμενόμενα, οπότε οι αγορές ομολόγων ηρεμούν και τα επιτόκια δανεισμού της Ευρωζώνης περιορίζονται – αν και η αξία τους πλέον, σε όρους μάρκου, μειώνεται σημαντικά. Η Γερμανία βέβαια το είχε προβλέψει, φροντίζοντας να έχει πουλήσει τα περισσότερα ομόλογα δημοσίου των «εταίρων» της, τα οποία είχαν στην κατοχή τους οι τράπεζες και οι δημόσιοι οργανισμοί της.

Στη συνέχεια, η ΕΚΤ αποφασίζει να πληρώσει αμέσως όλες τις υποχρεώσεις της απέναντι στη γερμανική κεντρική τράπεζα (Target II), με φρεσκοτυπωμένα Ευρώ – τα οποία έχουν ήδη χάσει μεγάλο μέρος της αξίας τους, σε όρους μάρκου, με αποτέλεσμα η Bundesbank να εγγράψει σημαντικότατες ζημίες στον ισολογισμό της.

Το ίδιο συμβαίνει και με την αποπληρωμή των απαιτήσεων της Γερμανίας από τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς σταθερότητας – οπότε το δημόσιο χρέος της Γερμανίας, σε όρους μάρκου, αυξάνεται ανάλογα.

Παράλληλα, οι υπόλοιπες απαιτήσεις της Γερμανίας, τόσο του δημοσίου, όσο και του ιδιωτικού της τομέα, από τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης, σε όρους μάρκου, μειώνονται αντίστοιχα – δημιουργώντας αρκετά μεγάλα προβλήματα σε ολόκληρη την οικονομία της, επειδή οι απαιτήσεις της είναι μεγαλύτερες από τις υποχρεώσεις της (οφειλές).

Εν τούτοις, η Γερμανία νοιώθει πια ήσυχη – αφού, ευρισκόμενη εκτός της Ευρωζώνης (και της ΕΕ, αφού καμία χώρα δεν μπορεί να αποχωρήσει από την Ευρωζώνη, παραμένοντας μέλος της ΕΕ), δεν είναι εκτεθειμένη στην κρίση χρέους της, ούτε είναι υποχρεωμένη να βοηθήσει κανέναν (η ευγνωμοσύνη και η αλληλεγγύη δεν είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της).

ΜΕΡΙΚΟΥΣ ΜΗΝΕΣ ΜΕΤΑ

Λίγες εβδομάδες μετά την απόδραση της Γερμανίας από την Ευρωζώνη, η βαριά βιομηχανία της (αυτοκίνητα κλπ.), διαπιστώνει πτώση των πωλήσεων της στην ΕΕ – στην οποία εξάγει το 70% σχεδόν των προϊόντων της. Η αιτία είναι η ισχυρή ανατίμηση του μάρκου, η οποία καθιστά τα γερμανικά προϊόντα πολύ ακριβά για τα υπόλοιπα κράτη – με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις της χώρας να υποχρεωθούν σε απολύσεις, οι οποίες αυξάνουν τα ποσοστά ανεργίας.

Η ανεργία τώρα αφενός μεν αυξάνει τις δημόσιες δαπάνες, επιδεινώνοντας τα μεγέθη του προϋπολογισμού, αφετέρου μειώνει την εσωτερική ζήτηση – οπότε περιορίζονται τα έσοδα του δημοσίου, με τα ελλείμματα που προκαλούνται να εκβάλλουν στο δημόσιο χρέος.

Για να ανταπεξέλθει λοιπόν η Γερμανία με το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας που αντιμετωπίζει, υποχρεώνεται σε μειώσεις των μισθών των εργαζομένων της (εσωτερική υποτίμηση), περιορίζοντας το κοινωνικό κράτος – με αποτέλεσμα να βρεθεί αντιμέτωπη με κοινωνικές αναταραχές στο εσωτερικό της.

Την ίδια εποχή, στις χώρες της Ευρωζώνης, στις οποίες πλέον ηγείται έντιμα η Γαλλία, αποφασίζεται η εφαρμογή μίας ήπιαςπολιτικής λιτότητας, σε συνδυασμό με στοχευμένες αναπτυξιακές ενέργειες – με τη βοήθεια της έκδοσης ευρωομολόγων, με τα οποία χρηματοδοτείται ένα μέρος του δημοσίου χρέους των περισσοτέρων κρατών, υποχρεώνοντας «de facto» τις αγορές να δανείζουν τα υπόλοιπα, με βιώσιμα επιτόκια.

Περαιτέρω, επιλέγεται η υιοθέτηση της γαλλικής πρότασης – με βάση την οποία δεν προωθείται η πολιτική ένωση της Ευρωζώνης (Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης), αλλά η ένωση ανεξάρτητων μεταξύ τους κρατών – όπου η δημοσιονομική ένωση αντικαθίσταται, κατά κάποιον τρόπο, με μία κοινά αποδεκτή συμφωνία δημοσιονομικής σταθερότητας.

Αμέσως μετά, τα κράτη-μέλη καταθέτουν το μερίδιο της Γερμανίας στο ESM – το οποίο εξελίσσουν σε ένα Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο (ΕΝΤ), κατά τα πρότυπα του ΔΝΤ πριν από το 1970 (άρθρο μας). Φυσικά διώχνουν το ΔΝΤ από την επικράτεια τους – αν και η συμπεριφορά του πλέον, «υποκινούμενη» από τα τεράστια προβλήματα τα υπερδύναμης, καθώς επίσης από τα δικά του (το 2006, ο μοναδικός «πελάτης» του ήταν η Τουρκία), έχει αλλάξει ριζικά.

Παράλληλα, απαγορεύονται πια οι ευρωπαϊκές ασυμμετρίες (δημιουργία πλεονασμάτων στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών) – με το ΕΝΤ, το οποίο επιβλέπει την οικονομική λειτουργία των κρατών της ΕΕ, να υποχρεώνει εκείνες τις χώρες, οι οποίες εμφανίζουν πλεονάσματα στα ισοζύγια τους, να τα μεταφέρουν στο κοινό ταμείο που διατηρεί το ίδιο (ΕΝΤ) στην ΕΚΤ.

ΕΝΑ ΧΡΟΝΟ ΑΡΓΟΤΕΡΑ

 

Η ΕΚΤ ανακοινώνει τη διατήρηση του πληθωρισμού στα επίπεδα του 2%, αφού έχουν πάψει πλέον να αυξάνονται τα δημόσια και ιδιωτικά χρέη των κρατών-μελών της Ευρωζώνης – με την οικονομία να σταθεροποιείται και με την ανάπτυξη να επανέρχεται σιγά-σιγά.

Αμέσως μετά, η γερμανική κεντρική τράπεζα κατά την προσφιλή, αλαζονική της συμπεριφορά, τοποθετεί το δικό της στόχο για τον πληθωρισμό στο 1% – αυξάνοντας τα βασικά επιτόκια, για να το επιτύχει.

Κατ’ επακόλουθο, ανατιμάται το μάρκο απέναντι στο ευρώ, με αποτέλεσμα να μειωθούν ακόμη περισσότερο οι εξαγωγές της Γερμανίας, να περιορισθεί ο ρυθμός ανάπτυξης της και να μηδενισθούν σχεδόν τα πλεονάσματα, στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της.

Η άνοδος της ανεργίας συνεχίζεται και η Γερμανία οδηγείται στο φαύλο κύκλο της ύφεσης – όπου η μειωμένη ζήτηση οδηγεί σε περαιτέρω αύξηση της ανεργίας, στην απροθυμία για επενδύσεις, καθώς επίσης στη μεγέθυνση των ελλειμμάτων και του χρέους. Το αποτέλεσμα είναι η «εκτίναξη» των επιτοκίων δανεισμού του δημοσίου, καθώς επίσης των επιχειρήσεων της χώρας, η οποία οδηγείται στην παγίδα ρευστότητας – παράλληλα, η μείωση (διολύσθιση) της ισοτιμίας του μάρκου απέναντι στις ισχυρότερες οικονομίες.

Στα πλαίσια αυτά, οι βιομηχανικές επιχειρήσεις της ανακοινώνουν τη μεταφορά μεγάλου μέρους της παραγωγής τους στην υπόλοιπη Ευρώπη – αφού αφενός μεν η γερμανική αγορά είναι πολύ μικρή για τα προϊόντα τους, αφετέρου δε χρειάζονται σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες (χωρίς δηλαδή το φόβο των συνεχών ανατιμήσεων και υποτιμήσεων του νομίσματος τους).

Το γεγονός αυτό αυξάνει ξανά τις δαπάνες του προϋπολογισμού της χώρας λόγω της ανεργίας, μειώνει τα φορολογικά έσοδα και μεγεθύνει το δημόσιο χρέος – οπότε η Γερμανία αναγκάζεται να αυξήσει τους φορολογικούς συντελεστές των επιχειρήσεων και των εργαζομένων της, με αποτέλεσμα να ενταθεί η μετανάστευση τους στο εξωτερικό κοκ.

ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ

 

Η οικονομία της Ευρωζώνης έχει σταθεροποιηθεί – ενώ οι εξαγωγές των πρώην ελλειμματικών οικονομιών της (Ελλάδα, Ισπανία κλπ.), οι οποίες τηρούν πλέον στο ακέραιο τους κοινούς κανόνες και τις μεταξύ τους υποχρεώσεις, αυξάνονται (ειδικά οι εξαγωγές τους στη Γερμανία, η οποία πλέον είναι πολύ λιγότερο ανταγωνιστική από τις ίδιες). Με τον τρόπο αυτό εισάγουν θέσεις εργασίας και μειώνουν τα χρέη τους, δημόσια και ιδιωτικά, εις βάρος της Γερμανίας.

Αντίθετα, η Γερμανία είναι βυθισμένη σε μία βαθιά ύφεση άνευ προηγουμένου – αντιμετωπίζοντας αύξηση της εγκληματικότητας, μεγάλες απεργίες, κοινωνικές εντάσεις και εξεγέρσεις, οι οποίες επιδεινώνουν συνεχώς τα οικονομικά της μεγέθη.

Μετά από διαδοχικές υποτιμήσεις του νομίσματος της λοιπόν, οι οποίες όμως δεν αποφέρουν τα αναμενόμενα, λόγω τωνσυναλλαγματικών πολέμων που μαίνονται διεθνώς, περιορίζοντας τις εξαγωγές της προς τις αναπτυσσόμενες αγορές της Κίνας, της Βραζιλίας, της Ρωσίας κοκ., τα χρέη της, ιδιωτικά και δημόσια, είναι πλέον εκτός ελέγχου.

Κατ’ επακόλουθο, το φάντασμα της «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης» επανέρχεται δριμύτερο– με τα ακραία πολιτικά κινήματα (μεταλλάσσουν συνήθως τον πόνο που προέρχεται από τη φτώχεια, σε μίσος, το οποίο εξελίσσεται με τη σειρά του σε μία καταστροφική βία), να ανεβάζουν συνεχώς τα «εκλογικά» ποσοστά τους στις δημοσκοπήσεις.

Επειδή όμως ο πλανήτης έχει μάθει κάποια πράγματα από την ιστορία του, ενώ το μέγεθος της Γερμανίας είναι πλέον πολύ μικρό, συγκριτικά με τις χώρες της Ευρωζώνης, με τη Ρωσία, με τις Η.Π.Α., με την Κίνα κλπ., δεν ακολουθεί ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος, αλλά η χρεοκοπία της – η οποία την υποχρεώνει να ζητήσει τη «βοήθεια» των συνδίκων του διαβόλου (ΔΝΤ) και την καταδικάζει σε προτεκτοράτο των δανειστών της (αποκρατικοποιήσεις, λεηλασία της ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας της, υποδούλωση).

Δυστυχώς για την ίδια, η συμπεριφορά των υπολοίπων χωρών απέναντι της δεν είναι πλέον ανάλογη, με αυτήν το 1953 – όπου διέγραψαν μεγάλο μέρος των χρεών της, επιμήκυναν τα υπόλοιπα με χαμηλό επιτόκιο καθώς επίσης με δόσεις ανάλογες με τις εξαγωγές της, της επέτρεψαν να αναβάλλει την πληρωμή των πολεμικών επανορθώσεων, της προσέφεραν δυνατότητες ανοικοδόμησης της οικονομίας της (σχέδιο Marshall) κοκ.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Καμία χώρα δεν είναι αλάνθαστη – όπως επίσης κανένα κράτος δεν είναι άτρωτο, απέναντι στις επιθέσεις των αγορών ή στις προδοσίες από το εσωτερικό του. Εκτός αυτού, η υπερχρέωση δεν είναι μία κατάσταση εύκολη στην αντιμετώπιση της – ενώ η χρεοκοπία δεν είναι μία παιδική ασθένεια η οποία, εάν την περάσει κανείς, δεν εμφανίζεται ξανά.

Η σημερινή δεινή θέση άλλωστε της Αργεντινής, το τεκμηριώνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο – ενώ αποδεικνύει πως τα πλεονεκτήματα ενός εθνικού νομίσματος και μίας στάσης/άρνησης πληρωμών, είναι εντελώς ουτοπικά.

Συνεχίζοντας κανένας δεν έχει το δικαίωμα να εξευτελίζει με τέτοιον τρόπο την πατρίδα μας, απλά και μόνο επειδή οι πολίτες της έκαναν σοβαρότατα λάθη τα τελευταία τριάντα χρόνια – επιλέγοντας ανίκανους ή/και διεφθαρμένους ηγέτες,παράγοντας λιγότερο και καταναλώνοντας περισσότερο, σε μεγάλο βαθμό με χρήματα που δεν τους ανήκαν.

Δυστυχώς τα χρόνια της τουρκοκρατίας, όπου δεν βιώσαμε ούτε την αναγέννηση, ούτε το διαφωτισμό, καθώς επίσης οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι που ακολούθησαν, ο εμφύλιος, η φτώχεια και η δικτατορία, κόστισαν πολύ ακριβά στην Ελλάδα – η οποία έχασε κάθε επαφή με τον αρχαίο πολιτισμό της, όσο και αν δεν θέλουμε να το αποδεχθούμε.

Περαιτέρω, κανένας δεν πρέπει να συγχέει το ευρώ με το ευρωπαϊκό όνειρο της ένωσης ισότιμων κρατών μεταξύ τους –σε συνθήκες αειφόρου ευημερίας, ειρήνης, δικαιοσύνης, ελευθερίας και δημοκρατίας. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι, πρέπει κανείς να υποτάσσεται, επιτρέποντας να τον μειώνουν σε τέτοιο βαθμό, όπως συμβαίνει σήμερα με την Ελλάδα και τη Γερμανία – απλά και μόνο για να διατηρήσει τα αμφιλεγόμενα οικονομικά οφέλη ενός κοινού νομίσματος, σε συνθήκες έλλειψης αλληλεγγύης και αλληλοσεβασμού.

Σε κάθε περίπτωση, η εξαιρετικά επώδυνη επιστροφή στο εθνικό νόμισμα δεν θα ήταν καθόλου αρνητική, εάν διαπιστώναμε πως συνεχίζονται οι προσβολές, η λεηλασία και η εξαθλίωση των Ελλήνων – ενώ εμποδίζεται σκόπιμα η ανάπτυξη, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει καμία προοπτική για το μέλλον. Επίσης, εάν διαπιστώναμε πως οδηγούμαστε σε μια γερμανική Ευρώπη και σε ένα 4ο Ράιχ – γεγονός αυτονόητο, αφού η ελευθερία, η ισότητα και η εθνική κυριαρχία, υπερτερούν της οποιασδήποτε οικονομικής ευημερίας.

Ολοκληρώνοντας, είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι η πατρίδα μας, αφενός μεν θα ξεπεράσει τα προβλήματα της, αφετέρου θα βγει ενδυναμωμένη από την κρίση – η οποία ήταν δυστυχώς απαραίτητη, κρίνοντας από τα εξαιρετικά σοβαρά πολιτικά, πολιτισμικά και κοινωνικά της προβλήματα.

Φυσικά θα ήταν ευχής έργο, η έξοδος της Ελλάδας από την κρίση να συμβεί εντός της Ενωμένης Ευρώπης – σε καμία περίπτωση όμως εντός μίας γερμανικής Ευρωζώνης, χωρίς κανένα ίχνος ελευθερίας, δημοκρατίας, ισότητας και αλληλεγγύης.

 

Πρέπει να διαβαστεί. Του Βασίλη Βιλλιάρδου
Αποδεχόμενοι τη δυσκολία επιστροφής στον κανόνα του χρυσού, η μοναδική λύση είναι η κυκλοφορία 100% καλυμμένων χρημάτων – όπου οι τράπεζες θα υποχρεωθούν να έχουν εγγυήσεις στις κεντρικές, ίσες με το σύνολο των χρημάτων που δανείζουν
Αυτό που απομένει σε μία «μικτή Οικονομία» ως η καλύτερη «λύση», σε μία οικονομία δηλαδή που πιστεύει σε ένα όσο το δυνατόν μικρότερο κράτος (το οποίο όμως συνεχίζει να έχει στην κατοχή του τις κοινωφελείς, τις κερδοφόρες μονοπωλιακές και τις στρατηγικές επιχειρήσεις), καθώς επίσης στην ιδιωτική πρωτοβουλία (στην οποία θα πρέπει να τοποθετούνται όρια διασφάλισης του ελεύθερου ανταγωνισμού, ενώ οφείλει να ελέγχεται), δεν είναι άλλο από την κρατικοποίηση των κεντρικών τραπεζών – με τις εμπορικές να παραμένουν μεν στον ιδιωτικό τομέα, αλλά να ελέγχονται αυστηρά από τις κεντρικές και κατ’ επέκταση από το κράτος

Οι κεντρικές τράπεζες οφείλουν να είναι εξ ολοκλήρου δημόσιοι οργανισμοί, ανεξάρτητοι από τον ιδιωτικό τραπεζικό τομέα, από τους ιδιώτες επενδυτές, καθώς επίσης από τις κυβερνήσεις – αποτελώντας τον τέταρτο πυλώνα της κρατικής εξουσίας.Δίπλα στις τρεις ανεξάρτητες εξουσίες, στην εκτελεστική (κυβέρνηση), στη νομοθετική (κοινοβούλιο) και στη δικαστική, οφείλει να προστεθεί η νομισματική εξουσία – ένας δημόσιος θεσμός δηλαδή, ο οποίος να έχει το προνόμιο, το αποκλειστικόδικαίωμα καλύτερα της δημιουργίας των νόμιμων και αποδεκτών μέσων ανταλλαγής: των εκάστοτε χρημάτων και νομισμάτων.

Με τον τρόπο αυτό θα είχε τη δυνατότητα το κράτος να δανείζεται άτοκα – με μέτρο φυσικά και υπό τον διαρκή έλεγχο των υπολοίπων τριών εξουσιών, καθώς επίσης των Πολιτών του. Έτσι θα μπορούσε να λειτουργήσει καλύτερα, όσον αφορά τιςανάγκες του συνόλου της κοινωνίας – ενώ θα είχε τη δυνατότητα να κατευθύνει ορθολογικότερα την ποσότητα χρήματος (επίσης τα βασικά επιτόκια κλπ.), χωρίς να δημιουργούνται οι κερδοσκοπικές φούσκες, οι  υφέσεις και οι  πληθωρισμοί από τις μανιοκαταθλιπτικές, αχόρταγες «αγορές»”.  

Άρθρο

Η χρηματοπιστωτική κρίση, τα οδυνηρά επακόλουθα της οποίας συνεχίζει δυστυχώς να βιώνει ολόκληρος ο πλανήτης, έχει αναμφίβολα πολλές διαφορετικές αιτίες – μερικές από τις οποίες είναι η ασύμμετρη παγκοσμιοποίηση, οι ευρωπαϊκές ασυμμετρίες, καθώς επίσης η παγκόσμια αναδιανομή των εισοδημάτων.

Οι δύο πρώτες οφείλονται κυρίως στην προβληματική συνύπαρξη των ελλειμματικών με τις πλεονασματικές οικονομίες, τόσο σε διεθνές, όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο – όπου δυστυχώς χώρες, όπως η Κίνα και η Γερμανία, απειλούν με τις εξαγωγικές τους «επιδόσεις», σε συνδυασμό με τον σκόπιμο περιορισμό της εσωτερικής τους ζήτησης, αφενός μεν ολόκληρο τον πλανήτη, αφετέρου την Ευρωζώνη και το κοινό νόμισμα.

Όσον αφορά την τελευταία, με βάση την οποία οι μισθοί των αναπτυσσομένων οικονομιών αυξάνονται, ενώ οι μισθοί των ανεπτυγμένων μειώνονται, «τείνοντας» σε ένα σημείο ισορροπίας μεταξύ τους, οι επιπτώσεις της στις ελλειμματικές, εξαρτημένες οικονομίες, στις οποίες ανήκει και η Ελλάδα, είναι εξαιρετικά επώδυνες (ειδικά όταν παράλληλα σχεδιάζεται η δημιουργία ειδικών οικονομικών ζωνών κατάργησης της εργατικής και λοιπής νομοθεσίας – έτσι ώστε οι μισθοί της Ελλάδας, για παράδειγμα, να είναι ίσοι με τους μισθούς της Κίνας, συν το μεταφορικό κόστος).

Περαιτέρω τα κράτη, στα πλαίσια των προσπαθειών τους να αντιμετωπισθεί η χρηματοπιστωτική κρίση, επεμβαίνουν μαζικά στις χρηματαγορές, με στόχο να διασώσουν τις υπερχρεωμένες τράπεζες και τον ίδιο τον εαυτό τους – αφού τόσο ο δημόσιος, όσο και ο ιδιωτικός τομέας των περισσοτέρων, έχει ξεπεράσει τα ανώτατα όρια του δανεισμού.

Ένα από τα βασικά όπλα τους, μία μέθοδος αντιμετώπισης της κρίσης καλύτερα, είναι η πολιτική της αύξησης της ποσότητας χρήματος – η οποία θεωρείται ως η πολιτική του μικρότερου κακού («το μη χείρων βέλτιστον»). Το αποτέλεσμα της είναι η συνέχιση της αύξησης των χρεών, η οποία όμως κάποια στιγμή φτάνει στα ανώτατα όρια της. Στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ειδικά στην περίπτωση της Ευρωζώνης, η μοναδική λύση που θα απομείνει θα είναι η επέμβαση της ΕΚΤ – η οποία θα αναγκασθεί να επιλέξει το «μονεταρισμό» των χρεών, με την μαζική έκδοση νέων χρημάτων.

Το γεγονός αυτό θα μας οδηγήσει δυστυχώς σε έναν υψηλό πληθωρισμό, όπως τεκμηριώνεται από την ιστορία – όπου ο πληθωρισμός αποτελεί ουσιαστικά μία φορολογία, όπως όλες οι άλλες, η οποία όμως είναι εξαιρετικά ύπουλη, ενώ προκαλεί πολύ μεγάλες ζημίες στις οικονομίες των κρατών.

Ειδικότερα, αν και ο πληθωρισμός περιορίζει τα χρέη, δεν οδηγεί δυστυχώς σε ένα καλύτερο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Στην καλύτερη περίπτωση, απλά επιτρέπει την περαιτέρω προβληματική επιβίωση των οικονομιών – ενώ θεωρείται ως μία πολύ ακριβή λύση, για να διατηρηθεί ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα, το οποίο είναι αδύνατον να λειτουργήσει ως έχει μακροπρόθεσμα.Βέβαια, οι κεντρικές τράπεζες (τα ίδια προβλήματα με την Ευρωζώνη έχουν οι Η.Π.Α., η Μ. Βρετανία, η Ιαπωνία και πολλές άλλες χώρες) τονίζουν κάθε φορά ότι, έχουν αρκετά μέσα στη διάθεση τους, με τα οποία μπορούν να απορροφήσουν την υπερβάλλουσα ρευστότητα από τις αγορές, έτσι ώστε να αποφευχθεί ο πληθωρισμός – κάτι που τεχνικά είναι φυσικά εφικτό.

Εν τούτοις, το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι η τεχνική της μείωσης της ποσότητας χρήματος, αλλά η δυνατότητα να αποφασισθεί κάτι τέτοιο από την πολιτική – κάτι που είναι πολύ δύσκολο, αφού ο πληθωρισμός μειώνει τα χρέη των νοικοκυριών, καθώς επίσης όλων των άλλων υπερχρεωμένων συντελεστών, ιδιαίτερα δε των τραπεζών.

Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΟΥ ΧΑΡΤΙΝΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Συνεχίζοντας, αν και ο κίνδυνος να εξελιχθεί ο πληθωρισμός σε υπερπληθωρισμό δεν φαίνεται σήμερα μεγάλος, παραμένει υπαρκτός. Σε μία τέτοια περίπτωση, όλοι οι συμμετέχοντες στην αγορά ανησυχούν, παρατηρώντας τη διαρκή αύξηση της ποσότητας χρήματος – με αποτέλεσμα να μην εμπιστεύονται πλέον τα χάρτινα χρήματα, τα οποία κατ’ επακόλουθο χάνουν ραγδαία, όσον αφορά την αγοραστική τους αξία.

Αν και ο κίνδυνος δεν φαίνεται σήμερα υπαρκτός, έχουμε την άποψη ότι, δεν είναι παράλογο να ασχοληθεί κανείς με ένα τέτοιο σενάριο, το οποίο έχει άμεση σχέση με το μέλλον του «ακάλυπτου», του μη εγγυημένου δηλαδή «χάρτινου» χρήματος, το οποίο επικράτησε στον πλανήτη μετά την κατάργηση του Bretton Woods.

Πολύ περισσότερο, επειδή η ευρωπαϊκή «πολιτική διασώσεων» (EFSF, ESM κλπ.), στα θεμέλια της οποίας «ελλοχεύει» μίατραπεζική βόμβα μεγατόνων, ενώ στο δρόμο της έχει τοποθετηθεί μία θανατηφόρα γερμανική παγίδα, διορθώνει μόνο τα συμπτώματα της κρίσης – αφήνοντας ανέπαφες τις αιτίες της.

Αναλυτικότερα «η αιτία των αιτιών», αυτή δηλαδή που «κρύβεται» στη βάση του προβλήματος, είναι η αρχιτεκτονική του σημερινού, χάρτινου νομισματικού συστήματος – της δημιουργίας χρημάτων από το πουθενά, μέσω κυρίως των εμπορικών τραπεζών.

Το γεγονός αυτό οδηγεί υποχρεωτικά σε συνεχώς αυξανόμενες και συχνότερες οικονομικές κρίσεις, οι οποίες αποτελούν ταυτόχρονα «την αιτία και το αιτιατό» της υπερχρέωσης. Για εκείνο το χρονικό διάστημα λοιπόν που δεν θα αποφασισθεί η αντιμετώπιση του κεντρικού προβλήματος της δημιουργίας χρημάτων από το πουθενά, κυρίως εκ μέρους των εμπορικών τραπεζών, οι κρίσεις θα συνεχίζονται αυξανόμενες – μέχρι την τελική κατάρρευση του συστήματος.

Τα παραπάνω δεν αφορούν φυσικά μόνο την Ευρωζώνη, αλλά όλα εκείνες τις «νομισματικές ζώνες», οι οποίες χρησιμοποιούν ακάλυπτα, χάρτινα χρήματα – γεγονός που σημαίνει ότι, είμαστε αντιμέτωποι με μία παγκόσμια κρίση του συστήματος των χάρτινων χρημάτων. Οι προσπάθειες δε καταπολέμησης της κρίσης με την έκδοση νέων, «ακάλυπτων» χρημάτων, με τεχνητά χαμηλά επιτόκια δανεισμού (τα οποία διαστρεβλώνουν τις αξίες, δημιουργούν τεράστιες φούσκες και καταστρέφουν «το αόρατο χέρι της αγοράς»), είναι αδύνατον να έχουν αποτέλεσμα.

Κατά την άποψη μας, όπως επίσης πολλών άλλων οικονομολόγων, αποδεχόμενοι τη δυσκολία και τους κινδύνους της επιστροφής στον κανόνα του χρυσούη μοναδική λύση είναι η κυκλοφορία χρημάτων, τα οποία θα είναι 100% καλυμμένα (εγγυημένα) – γεγονός που είναι δυνατόν να συμβεί, εάν οι εμπορικές τράπεζες υποχρεωθούν να διαθέτουν εγγυήσεις στις εκάστοτε κεντρικές, ίσες με το 100% τω χρημάτων που δανείζουν (αντί μόλις 2% σήμερα).

Η ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ

Μετά τη μεγάλη ύφεση του 1929, πολλοί Αμερικανοί οικονομολόγοι τότε ήταν επίσης της άποψης ότι, οι εμπορικές τράπεζες θα έπρεπε να υποχρεωθούν να καλύπτουν όλα τα δάνεια που ενέκριναν, διατηρώντας 100% εγγυήσεις στις εκάστοτε κεντρικές.

«Η βασική ιδέα είναι να ανεξαρτητοποιηθούν τα χρήματα από τις πιστώσεις», τεκμηρίωσε τότε τη θέση του ο οικονομολόγος I.Fisher ολοκληρώνοντας με το εξής: «Οφείλουμε να διαχωρίσουμε τη διαδικασία της δημιουργίας και της καταστροφής των χρημάτων, από τις τραπεζικές λειτουργίες».

Η πρόταση του κ. I. Fisher, γνωστή ως το «πλάνο του Σικάγου», εξετάσθηκε τότε πολύ σοβαρά από τον Αμερικανό πρόεδρο (F.Roosevelt), ο οποίος όμως δεν μπόρεσε να την εφαρμόσει στην πράξη – επειδή αντιστάθηκε με επιτυχία ο πανίσχυροςχρηματοπιστωτικός κλάδος, ο οποίος κερδίζει τεράστια ποσά, από το «βασιλικό» αυτό του προνόμιο.

Δύο οικονομολόγοι του ΔΝΤ τώρα ασχολήθηκαν με την ερώτηση, σχετικά με τα επακόλουθα της εφαρμογής αυτής της ιδέας στη σημερινή εποχή, προσπαθώντας να απαντήσουν με τη βοήθεια των μεθόδων της σύγχρονης μακροοικονομίας – δημιουργώντας ένα μοντέλο, το οποίο εμπλούτισαν με στοιχεία της αμερικανικής οικονομίας.

Τα αποτελέσματα των ερευνών τους ήταν εντυπωσιακά – αφού διαπιστώθηκε ότι, οι μελέτες των οικονομολόγων από το 1930 είναι εξ ολοκλήρου σωστές.

«Η εφαρμογή του πλάνου του Σικάγου σήμερα, θα μείωνε σημαντικά τις μανιοκαταθλιπτικές εξάρσεις των αγορών, οι οποίες είναι συνδεδεμένες με τους ρυθμούς ανάπτυξης-ύφεσης. Θα μπορούσε επί πλέον να εμποδίσει εντελώς τις τραπεζικές επιθέσεις (bank runs), καθώς επίσης να οδηγήσει στον περιορισμό των δημοσίων και ιδιωτικών χρεώΕκτός αυτού, θα είχε σαν αποτέλεσμα την σημαντική καλυτέρευση του βιοτικού μας επιπέδου – ενώ θα προκαλούσε ανάπτυξη, η οποία θα πλησίαζε ακόμη και το 10% του ΑΕΠ», ήταν σε γενικές γραμμές τα συμπεράσματα των δύο οικονομολόγων.

Ολοκληρώνοντας, από τη στιγμή εκείνη που τα κράτη παρέδωσαν το κυριαρχικό τους προνόμιο, σχετικά με τη δημιουργία χρημάτων, στις εμπορικές τράπεζες, καθώς επίσης τα κέρδη τους από αυτό (υπολογίζονται μεταξύ 5% και 10% επί των δημοσίων εσόδων), οι τράπεζες κατάφεραν να αναδειχθούν στον κυρίαρχο του παιχνιδιού – με αποτέλεσμα τα κράτη, οι πολίτες τους δηλαδή, να πληρώνουν ετήσια υπέρογκους τόκους (στην Ελλάδα σήμερα το κόστος δανεισμού του δημοσίου, οι τόκοι δηλαδή, ξεπερνούν το 25% των εσόδων από τη φορολογία).

Ολοκληρώνοντας, σε σχέση με τη δημιουργία του χρήματος, είναι ίσως σκόπιμο να παραθέσουμε ξανά το παρακάτω κείμενο:

Η ΕΥΡΗΜΑΤΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ

Αναλυτικότερα, με τη διαδικασία της «δημιουργίας» χρήματος «κατασκευάζεται» ουσιαστικά το «λογιστικό χρήμα», το οποίο στη συνέχεια «διοχετεύεται» στο κυκλοφοριακό σύστημα της Οικονομίας. Το γεγονός αυτό δεν συμβαίνει βέβαια με την εκτύπωση χρημάτων, αλλά με την λήψη δανείων εκ μέρους του δημοσίου, των επιχειρήσεων και των ιδιωτών, από τις εμπορικές τράπεζες – επίσης, με τη δανειοδότηση των ιδιωτικών τραπεζών από τις εκάστοτε κεντρικές τους, ή από την αντίστοιχη μεταξύ τους, στη διατραπεζική αγορά.

Για παράδειγμα, όταν μία εταιρεία (ιδιώτης, δημόσιο) δανείζεται από μία εμπορική τράπεζα, «δημιουργούνται» αυτόματα νέα χρήματα – όπως και όταν η ιδιωτική τράπεζα δανείζει κάποια άλλη ή δανείζεται από την κεντρική. Εκτός αυτού, δημιουργούνται επίσης νέα χρήματα από τις ιδιωτικές τράπεζες, όταν αγοράζουν στοιχεία του Ενεργητικού τους (αξιόγραφα, ακίνητα κλπ.), ανοίγοντας πιστωτικό λογαριασμό (όψεως) στον πωλητή, με τον οποίο συναλλάσσονται.

Έτσι λοιπόν, η «δημιουργία» του νέου χρήματος είναι συνδεδεμένη με τη δημιουργία πιστώσεων, ενώ η εξόφληση των πάσης φύσεως δανείων, ή η πώληση των στοιχείων του ενεργητικού από τις τράπεζες «καταστρέφει», περιορίζει δηλαδή, την υφιστάμενη ποσότητα χρημάτων.

Τα «άϋλα» χρήματα δε που «παρασκευάζονται» ή «καταστρέφονται» με αυτόν τον τρόπο, ονομάζονται, σε αντίθεση με αυτά που προέρχονται από τα ευγενή μέταλλα, «Fiat Money» – από το λατινικό «fiat», το οποίο μεταφράζεται ως «δημιουργία» (στην προκειμένη περίπτωση, χρήματα που δημιουργούνται από το τίποτα).

Είναι ίσως σκόπιμο να προσθέσουμε εδώ ότι, τα χρήματα που δημιουργούνται με αυτή τη «μαγική» διαδικασία,αντιπροσωπεύουν πραγματικές αξίες (ΑΕΠ), εφόσον δανείζονται έναντι υλικών αξιών (ακίνητα, αξιόγραφα, μετοχές κλπ.), οι οποίες «δεσμεύονται» από τις τράπεζες σαν εγγυήσεις.

Όταν όμως οι υλικές αυτές αξίες είναι υπερτιμημένες, όπως στο παράδειγμα των Subprimes (Η.Π.Α., Ισπανία, Ιρλανδία κλπ.), όταν δηλαδή υπάρχουν «στρεβλώσεις» στις αγορές, τότε τα χρήματα που δημιουργούνται με το συγκεκριμένο αντίκρισμα είναι εντελώς αδικαιολόγητα – με αποτέλεσμα να «εκβάλλουν» στις γνωστές μας χρηματοπιστωτικές κρίσεις, όπου«καταστρέφονται» (διαγράφονται, καίγονται) στην πραγματικότητα οι υπερβάλλουσες ποσότητες.

Οφείλουμε να σημειώσουμε επίσης ότι, οι εμπορικές τράπεζες επιτρέπεται να δανείζουν στους καταναλωτές (επιχειρήσεις και ιδιώτες), ένα συγκεκριμένο πολλαπλάσιο ποσόν των συναλλαγματικών αποθεμάτων τους (καταθέσεων), στην εκάστοτε κεντρική τράπεζα.

Στην Ευρώπη (ΕΚΤ) είναι υποχρεωμένες να διαθέτουν ένα ελάχιστο απόθεμα καταθέσεων (ρεζέρβα) ύψους 2% – γεγονός που σημαίνει ότι μπορούν να δανείζουν το 50πλάσιο των καταθέσεων που διατηρούν στην κεντρική τράπεζα, με τη μορφή λογιστικών χρημάτων (θα αλλάξει στο 33πλάσιο, με βάση τη συνθήκη της Βασιλείας ΙΙΙ, αλλά από το 2018 – τόσος ήταν ο «πολλαπλασιαστής» κεφαλαίων στη Lehman Brothers, όταν χρεοκόπησε).

Σε ορισμένες χώρες (Καναδάς, Σουηδία, Μ. Βρετανία) δεν είναι υποχρεωμένες οι ιδιωτικές τράπεζες να διαθέτουν ελάχιστα αποθέματα στις κεντρικές. Φυσικά τηρούνται παράλληλα ορισμένοι άλλοι κανόνες, όπως το ύψος των καταθέσεων σε σχέση με την εκχώρηση δανείων, έτσι ώστε να υπάρχει κίνητρο για τις τράπεζες, η «διαχείριση» των αποταμιεύσεων και ιάφοροι άλλοι, στους οποίους θα αναφερθούμε εκτενέστερα στο μέλλον. Ειδικά όσον αφορά τα μετρητά χρήματα, η δημιουργία τους είναι αποκλειστικό «προνόμιο» της εκάστοτε κεντρικής τράπεζας – αν και αποτελούν ένα ελάχιστο μέρος (περί το 3%), της συνολικής ποσότητας χρήματος, ενώ βαίνουν συνεχώς μειούμενα.

Η αιτία της μείωσης των μετρητών χρημάτων, ανεξάρτητα με τα όσα συνήθως λέγονται, είναι η περιορισμένη ωφέλεια (κερδοφορία) των τραπεζών, αφού δεν μπορούν να 50πλασιαστούν ανάλογα – παράλληλα με το ότι απαιτούνται ίσου ύψους καταθέσεις των εμπορικών, στις κεντρικές τράπεζες.

Αυτός είναι ουσιαστικά ο κύριος λόγος, για τον οποίο οι συναλλαγές με μετρητά χρήματα περιορίζονται συνεχώς, ακόμη και νομοθετικά, αντικαθιστάμενες με το «πλαστικό χρήμα», με τη χρήση επιταγών ακόμη και για μικρά ποσά κλπ. Οι τράπεζες αντιπαθούν λοιπόν τις συναλλαγές με μετρητά, επειδή διαθέτουν συνήθως πολύ περιορισμένα αποθέματα πραγματικών χρημάτων – για κανέναν άλλο λόγο.

Συνεχίζοντας, από τα παραπάνω τεκμηριώνεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο η «τοκογλυφική» λειτουργία των τραπεζών, η οποία δεν είναι «σχήμα λόγου», αλλά απτή πραγματικότητα. Για παράδειγμα, όταν μία τράπεζα διαθέτει καταθέσεις ενός εκατομμυρίου στην κεντρική μπορεί, σύμφωνα με όσα έχουμε αναφέρει, να δανείζει 50 εκατομμύρια – δηλαδή, 49.000.000 περισσότερα από αυτά που διαθέτει. Εάν χρεώνει λοιπόν επιτόκιο 5%, κερδίζει ετήσια 2.500.000, διαθέτοντας καταθέσεις ύψους 1.000.000. Επομένως, κερδίζει 250% ετησίως στο ποσόν που πραγματικά «επενδύει» – ένα εξόφθαλμα τοκογλυφικό επιτόκιο, άνω του 20% μηνιαία (οι τοκογλύφοι κερδίζουν πολύ λιγότερα).

Εάν συμπληρώσουμε δε ότι οι τράπεζες, με διάφορα τεχνάσματα, πολλαπλασιάζουν ακόμη περισσότερο τον «αέρα» που δανείζουν (για παράδειγμα, όταν ασφαλίζουν τα δάνεια τους, θεωρούνται σαν να μην υπάρχουν – έτσι λειτούργησαν οι τράπεζες με τα γνωστά μας πια CDS, τα Credit Default Swaps), τότε τα επιτόκια που απολαμβάνουν στο αρχικό τους εγγυητικό κεφάλαιο του 1.000.000, ξεπερνούν κατά πολύ το 500% ετησίως. 

Ο κίνδυνος τώρα των μαζικών αναλήψεων των καταθετών από τις τράπεζες (επιδρομή στις τράπεζες – Bank run) οφείλεται στο ότι, οι τράπεζες διαθέτουν μόνο ένα ελάχιστο ποσοστό των καταθέσεων σε μετρητά, της τάξης του 3%. Εάν λοιπόν ένας μεγαλύτερος αριθμός καταθετών θελήσει να αποσύρει τα χρήματα του, οι τράπεζες αδυνατούν να τα διαθέσουν.

Έτσι συνέβη σε γενικές γραμμές στην κρίση του 1930 – κάτι που τελικά επιλύθηκε αργότερα, ως ένα βαθμό, με τη βοήθεια της ίδρυσης των κεντρικών τραπεζών, οι οποίες καλύπτουν (εν μέρει φυσικά), τέτοιου είδους ενδεχόμενα (Bank run).

Αυτό που επίσης συνέβη στην ίδια κρίση (1930), ήταν η μανία «αποχρέωσης» των νοικοκυριών (επιστροφή παλαιών δανείων, κανένας νέος δανεισμός) – γεγονός που είχε σαν αποτέλεσμα, αφενός μεν την «καταστροφή» μεγάλων ποσοτήτων χρήματος, αφετέρου το μηδενισμό της δημιουργίας νέων (μία από τις σημαντικότερες «παρενέργειες» του φαινομένου του «στασιμοπληθωρισμού», από τον οποίο κινδυνεύει τα μέγιστα σήμερα η χώρα μας, λόγω της ΔΝΤ-πολιτικής, στην οποία «σέρνεται» κυριολεκτικά η κυβέρνηση μας).

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Σε αρκετές χώρες δημιουργούνται ήδη κινήματα πολιτών, με στόχο την κατά 100% κάλυψη των δανείων από τις εμπορικές τράπεζες – επίσης, με την επαναφορά της νομισματικής κυριαρχίας, του αποκλειστικού προνομίου καλύτερα της έκδοσης χρημάτων, στα κράτη.

Κατά την άποψη μας και με δεδομένο το ότι, οφείλει να αντιμετωπισθεί άμεσα η δικτατορία των τραπεζών, πριν οδηγηθούμε στην ολοκληρωτική κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού μας συστήματος, ανάλογα κινήματα οφείλουν να υπάρξουν και στην Ελλάδα – παρά το ότι τα προβλήματα της χώρας μας, η οποία ευρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα για τέταρτο συνεχές έτος, οφείλονται κυρίως στη «χρήση» της ως πειραματόζωο, εκ μέρους της Γερμανίας και των Η.Π.Α.

Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright)

Αθήνα, 28. Οκτωβρίου 2012

viliardos@kbanalysis.com

Facebook   Twitter   Linked in 

    Ο κ. Βασίλης Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος (μακροοικονομία), πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

 Eνδιαφέρον άρθρο-ανάλυση του Βασίλη Βιλλιάρδου που πρέπει να μελετηθεί απ’ όλους._Κ.Κ.
Υπάρχουν πάρα πολλές ενδείξεις σχετικά με το ότι, πλησιάζει το τέλος της Ευρωζώνης – ένα ενδεχόμενο που θα ισοδυναμούσε με μία πυρηνική χρηματοπιστωτική έκρηξη, με καταστροφικές, παγκόσμιες συνέπειες“Μετά το τέλος ενός μεγάλου σεισμού, προσπαθούμε συνήθως να διαπιστώσουμε, εάν ήταν ο κύριος – έτσι ώστε να προετοιμαστούμε για έναν επόμενο, μεγαλύτερο ή όχι. Το βασικό κριτήριο μας, όσον αφορά το συγκεκριμένο φυσικό φαινόμενο, είναι το μέγεθος των μετασεισμικών δονήσεων, οι οποίες ακολουθούν. Εάν αυτές είναι μικρότερης ισχύος, τότε θεωρούμε ότι, αυτό που βιώσαμε ήταν ο κύριος σεισμός – οπότε ησυχάζουμε και παύουμε να ασχολούμαστε.

Η μακροοικονομία μοιάζει σε κάποιο βαθμό με τα φυσικά φαινόμενα – αφού πολλές φορές «υποτάσσεται» σε ανάλογους κανόνες. Στα πλαίσια αυτά, όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με μία σοβαρή οικονομική κρίση, η οποία ουσιαστικά είναι το αντίστοιχο ενός σεισμού, προσπαθούμε να ανακαλύψουμε εάν είναι η κύρια – έτσι ώστε να προετοιμαστούμε κατάλληλα για την επόμενη, να καταπολεμήσουμε έγκαιρα τις αιτίες της, αποφεύγοντας μία καταστροφική μεγαλύτερη και να μην αναλώσουμε τις δυνάμεις μας στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων.

Δυστυχώς, όπως φαίνεται, έχουν γίνει πολλά και μεγάλα σφάλματα παγκοσμίως, μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007 – τα μεγαλύτερα δε είναι το ότι, καταπολεμούμε έκτοτε τα συμπτώματα, τη λάθος κρίση και με εσφαλμένα, «ανεπαρκή» μέτρα. Εκτός αυτού, το συνεχώς αυξανόμενο μέγεθος των μετασεισμικών δονήσεων τεκμηριώνει αφενός μεν ότι δεν ήταν ο κύριος σεισμός, αφετέρου πως δεν έχουν βρεθεί ακόμη τα πραγματικά αίτια του «φαινομένου» – ένα καθόλου ευχάριστο συμπέρασμα για το μέλλον μας”.

Ανάλυση

Τόσο οι Η.Π.Α., όσο και η Ευρωζώνη, ανάγκασαν τις τράπεζες, τις οποίες διέσωσαν το 2008 από την κρίση των ενυπόθηκων δανείων χαμηλής εξασφάλισης (subrimes), να αγοράσουν μεγάλες ποσότητες κρατικών ομολόγων – η «ποιότητα» των οποίων όμως δεν ήταν ασφαλώς η καλύτερη, όπως φαίνεται σήμερα. Το γεγονός αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να πλημμυρίσουν οι ισολογισμοί των τραπεζών με επικίνδυνα κρατικά ομόλογα, τα οποία χάνουν συνεχώς σε αξία – οπότε τα κράτη ήταν υποχρεωμένα να βοηθήσουν ξανά τις τράπεζες, για να αποφευχθεί η χρεοκοπία τους.

Με τον τρόπο αυτό ξεκίνησε μία αλυσιδωτή αντίδραση, ένας φαύλος κύκλος καλύτερα (τα κράτη διασώζουν τις τράπεζες, οι τράπεζες τα κράτη και τανάπαλιν), ο οποίος αυξάνει συνεχώς το μέγεθος του προβλήματος – στο οποίο υποχρεώθηκαν να συμμετέχουν και οι κεντρικές τράπεζες (στη συνέχεια τα ταμεία χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, το νέο ESM κοκ.), χωρίς καμία ενέργεια ασφαλούς αντιμετώπισης του.

Ειδικότερα, μόνο οι αμερικανικές τράπεζες έχουν αγοράσει (από το 2008 και μετά) ομόλογα του δημοσίου των Η.Π.Α. (treasuries), αξίας 700 δις $ – γεγονός που επεξηγεί τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού της υπερδύναμης (αυξημένη ζήτηση). Οι ιταλικές τράπεζες έχουν αγοράσει ομόλογα του ιταλικού δημοσίου αξίας 86 δις €, μέσα σε πέντε μόλις μήνες (από το Νοέμβριο του 2011 έως το Μάρτιο του 2012) – ενώ οι ισπανικές περί τα 90 δις € και οι βρετανικές 100 δις £. Συνολικά δε, οι ευρωπαϊκές τράπεζες κατέχουν ομόλογα της Ισπανίας, της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας και της Ιταλίας ύψους 1,2 τρις $, όπως προκύπτει από τις καταστάσεις της τράπεζας διεθνών διακανονισμών (BIS).

Το πρόβλημα εδώ επικεντρώνεται κυρίως στο ότι, τα κράτη έχουν επιτρέψει στις τράπεζες να μην εμφανίζουν τους ισολογισμούς τους τα επικίνδυνα αυτά ομόλογα – με τις ρυθμιστικές Αρχές να μην απαιτούν πλέον την αυστηρή τήρηση των κανόνων, ενθαρρύνοντας τις τράπεζες να αγοράζουν. Το γεγονός αυτό έχει μετατρέψει όλες σχεδόν τις τράπεζες σε εκρηκτικές ωρολογιακές βόμβες, οι οποίες θα μπορούσαν να προκαλέσουν ένα γιγαντιαίο κραχ στην παγκόσμια οικονομία – αφού, όταν εμφανισθούν τα «άχρηστα» ομόλογα στους ισολογισμούς τους, θα εξαφανιστούν τα ίδια κεφάλαια τους, οπότε θα αντιμετωπίσουν τεράστια προβλήματα επιβίωσης.

Η διαδικασία αυτή τεκμηριώνει τους λόγους, για τους οποίους οι πολιτικοί, κυρίως στην Ευρώπη, πιέζουν σχεδόν ομόφωνα να χρησιμοποιηθεί το νέο «εργαλείο» χρηματοπιστωτικής σταθερότητας (ESM) για τη διάσωση των τραπεζών – αν και δημιουργήθηκε για τη διάσωση των κρατών. Στην προκειμένη περίπτωση πάντως οι τράπεζες, οι οποίες έχουν υποχρεωθεί να αγοράσουν ομόλογα, δεν είναι μόνο θύτες, αλλά και θύματα της αδιάντροπης «πολιτικής δημιουργίας χρεών» των κυβερνήσεων – κάτι που στις Η.Π.Α. έχει παράδοση πολλών ετών.

Περαιτέρω η πολιτική λιτότητας, στην οποία υποχρεώθηκαν όλες οι χώρες της Ευρωζώνης από τη Γερμανία σχεδόν ακαριαία, χωρίς καμία «περίοδο χάριτος» δηλαδή, δημιούργησε μία ακόμη εστία μόλυνσης στους ισολογισμούς των τραπεζών – ειδικά σε αυτές των χωρών του ευρωπαϊκού νότου και ιδίως σε όσες «λυμαίνεται» το ΔΝΤ.

Η ύφεση που προκάλεσε και τα δυσμενή επακόλουθα της, όπως η ανεργία, το κλείσιμο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων κλπ., αυξάνουν συνεχώς τα μη εξυπηρετούμενα (κόκκινα) δάνεια – τα οποία επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο τους ισολογισμούς των τραπεζών, μειώνοντας τα ίδια κεφάλαια τους. Εάν σε όλα αυτά προστεθούν οι εκροές καταθέσεων, οι οποίες είτε συμπληρώνουν τα ελλιπή εισοδήματα των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, είτε κατευθύνονται σε ασφαλέστερους προορισμούς, η εικόνα των τραπεζών γίνεται πολύ χειρότερη, από αυτήν που θα μπορούσαμε ποτέ να διανοηθούμε.

Παράλληλα φυσικά διεξάγονται πολλές άλλες εμφύλιες διαμάχες μεταξύ των κρατών – με αντικείμενο τις θυγατρικές των τραπεζών. Για παράδειγμα, μεταξύ της Ιταλίας και της Γερμανίας, όσον αφορά τη θυγατρική της Unicredit στο Μόναχο – η οποία διαθέτει 170 δις € καταθέσεις (εξαγόρασε γερμανική τράπεζα), 940 υποκαταστήματα και περί τους 19.000 υπαλλήλους.

Μέχρι τα τέλη του 2011, η ιταλική τράπεζα έλαβε από τη γερμανική θυγατρική της συνολικά 11,3 δις € – από τις καταθέσεις ουσιαστικά Γερμανών. Η ρυθμιστική υπηρεσία της Γερμανίας (BaFin), όταν ανακάλυψε το γεγονός αυτό, θορυβήθηκε σε μεγάλο βαθμό – επειδή κατάλαβε ότι, με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσαν όλες οι τράπεζες εκείνων των χωρών, οι οποίες αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας, να απορροφήσουν χρήματα από το σχετικά υγιές τραπεζικό σύστημα της Γερμανίας.

Έτσι η υπηρεσία απευθύνθηκε στη μητρική Unicredit στο Μιλάνο, ζητώντας της να σταματήσει την «απομύζηση» της γερμανικής θυγατρικής της – με αποτέλεσμα η κεντρική τράπεζα της Ιταλίας να θεωρήσει προσβλητική την ανάμιξη της Γερμανίας στα εσωτερικά των τραπεζών της και να αρχίσει να ελέγχει τη θυγατρική της Deutsche Bank στο Μιλάνο.

Ολοκληρώνοντας, εάν δεν ανοίξει αργά-αργά και ελεγχόμενα το «καπάκι της κατσαρόλας με το νερό που βράζει» διεθνώς (διαγραφή μέρους των δημοσίων και ιδιωτικών χρεών, «εκτόνωση» των τραπεζικών ισολογισμών κλπ.), η έκρηξη που θα ακολουθήσει, ειδικά όσον αφορά το χρηματοπιστωτικό σύστημα, θα είναι κάτι παραπάνω από καταστροφική.

Η ΙΣΠΑΝΙΚΗ ΕΣΤΙΑ ΠΥΡΚΑΓΙΑΣ

Το πρόβλημα των τραπεζών, η πραγματική δηλαδή αιτία της κρίση της Δύσης (κρύβεται σκόπιμα πίσω από την Ελληνική κρίση χρέους), φαίνεται σήμερα πολύ πιο καθαρά στην Ισπανία – η οποία είτε θα οδηγηθεί άμεσα κάτω από την «ασπίδα προστασίας» της Ευρωζώνης, είτε θα υιοθετήσει το εθνικό της νόμισμα. Η επαναφορά της πεσέτας θεωρείται ως ένα πολύ πιθανό ενδεχόμενο, επειδή η χώρα αφενός μεν είναι υπερήφανη, αφετέρου δε διαθέτει μία σχετικά σημαντική βιομηχανική υποδομή – ενώ η ισοτιμία του ευρώ είναι σχεδόν απαγορευτική για τις εξαγωγές της (κυρίως στη Λατινική Αμερική).

Εκτός αυτού, η ασπίδα του ευρώ είναι μάλλον μικρή για το μέγεθός της Ισπανίας, ενώ η κυβέρνηση της δεν θέλει να καταλήξει στα νύχια του ΔΝΤ – θεωρώντας, πολύ σωστά, εντελώς αποτυχημένες τις «συνταγές» του στην Ελλάδα, στην Πορτογαλία και στην Ιρλανδία.

Παρά το ότι λοιπόν η Ευρωζώνη επιμένει στη συνήθη «στρατηγική των ψεμάτων» (άρνηση των συζητήσεων με το ΔΝΤ κλπ.), η Ισπανία είναι αδύνατον να διαχειριστεί την τεράστια κρίση του τραπεζικού της συστήματος, με δικά της μέσα. Πόσο μάλλον όταν εντός του 2012 οι πληρωμές αποκλειστικά και μόνο των τόκων για το δημόσιο χρέος της, υπολογίζονται στο αστρονομικό ποσόν των 30 δις € – με τις ανάγκες ανακεφαλαίωσης των τραπεζών της να ξεπερνούν, αρκετά ίσως, τα 200 δις €.

Παράλληλα φυσικά υπάρχουν εξαιρετικά μεγάλες ανάγκες χρηματοδότησης των υπερχρεωμένων δήμων της, καθώς επίσης των ελλειμμάτων του τακτικού προϋπολογισμού της – τα οποία συνεχίζουν να αυξάνονται με μεγάλο ρυθμό (ανάλυση του τεράστιου ιδιωτικού χρέους της Ισπανίας, στο άρθρο μας «Ελλάδα, ενώπιοι ενωπίω«).

Με τα επιτόκια δανεισμού της Ισπανίας να έχουν φθάσει στο 7%, με τα CDS να αυξάνονται συνεχώς και με τις εκροές των καταθέσεων των Πολιτών της να εντείνονται καθημερινά (Πίνακας Ι), οι αποφάσεις της ισπανικής κυβέρνησης δεν μπορούν να καθυστερήσουν για πολύ χρόνο ακόμη.

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Εκροές τραπεζικών καταθέσεων σε δις €

Εκροές

2011

Ιαν-2012

Φεβ-2012

Μάρτ-2012

Δις €

75,30

5,34

25,55

66,20

Πηγή: Κεντρική τράπεζα της Ισπανίας / El Pais

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα Ι, οι εκροές τους τρεις πρώτους μήνες ξεπέρασαν τις αντίστοιχες για ολόκληρο το 2011. Αυτό σημαίνει ότι, οι Πολίτες της χώρας γνωρίζουν πως φτάνει σύντομα το τέλος – κάτι που πιθανότατα δεν πρόκειται να αντέξει η υπόλοιπη Ευρωζώνη.

ΟΙ ΛΟΙΠΕΣ ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩ-ΔΙΑΛΥΣΗΣ

Είναι προφανές ότι η κρίση των τραπεζών, η οποία έχει κάνει «μετάσταση» στην ΕΚΤ (θεωρείται ως η πιο επικίνδυνη τράπεζα του κόσμου, η μεγαλύτερη ίσως bad bank του πλανήτη), δεν πρόκειται να επιλυθεί εύκολα – επίσης το ότι, η κρίση της Ισπανίας θα μολύνει πολύ σύντομα την Ιταλία και τη Γαλλία, οι οποίες αφενός μεν είναι εκτεθειμένες με δάνεια στην Ισπανία, αφετέρου ευρίσκονται ήδη αντιμέτωπες με τα δικά τους πολύ μεγάλα εσωτερικά προβλήματα. Σε τελική ανάλυση βέβαια, αυτός που πληρώνει τελικά στην Ευρωζώνη, έτσι όπως είναι κατασκευασμένη, είναι αυτός που διαθέτει τα περισσότερα χρήματα – γεγονός που μάλλον τεκμηριώθηκε από την πρόσφατη εικόνα κατάρρευσης του γερμανικού χρηματιστηρίου, χωρίς καμία εμφανή αιτία.

Εκτός από τα παραπάνω όμως, υπάρχουν πολλές άλλες ενδείξεις, οι οποίες ενισχύουν την άποψη ότι, αργά αλλά σταθερά, εκτός απροόπτου, πλησιάζει το τέλος της Ευρωζώνης και του Ευρώ – ένα ενδεχόμενο το οποίο θα ισοδυναμούσε με μία «πυρηνική χρηματοπιστωτική έκρηξη», με απίστευτα καταστροφικές, παγκόσμιες συνέπειες. Ειδικότερα οι εξής:

(α) Τα επιτόκια των γερμανικών ομολόγων: Όπως γνωρίζουμε, το επιτόκιο του δεκαετούς ομολόγου της Γερμανίας έχει μειωθεί στο 1,5% περίπου, ενώ το επιτόκιο του διετούς είναι πλέον αρνητικό. Με δεδομένο λοιπόν το ότι, οι αγορές δεν επενδύουν ποτέ χρήματα χωρίς κέρδος, συμπεραίνει κανείς αμέσως πως κάτι άλλο κρύβεται πίσω από αυτήν την, φαινομενικά μη ορθολογική, συμπεριφορά τους.

Χωρίς να επεκταθούμε σε περισσότερες λεπτομέρειες, εμείς τουλάχιστον υποθέτουμε ότι, οι αγορές προβλέπουν είτε τη διάλυση της Ευρωζώνης, είτε την αποχώρηση της Γερμανίας από το κοινό νόμισμα – γεγονότα που θα είχαν σαν αποτέλεσμα την υιοθέτηση του μάρκου και την ανατίμηση του κατά περίπου 40%, σε σχέση με το ευρώ ή με τα εθνικά νομίσματα των υπολοίπων χωρών-μελών. Επομένως, μία ανάλογη απόδοση των ομολόγων του γερμανικού δημοσίου – ένα συναλλαγματικό υπερκέρδος της τάξης του 40% για τις αγορές, κάτι για το οποίο θα μπορούσαν ακόμη και να δολοφονήσουν όλους όσους τυχόν θα εμπόδιζαν την πραγματοποίηση του.

(β) Οι μετοχές της βρετανικής De La Rue: Πρόκειται για τη μεγαλύτερη εταιρεία εκτύπωσης χαρτονομισμάτων παγκοσμίως, οι μετοχές της οποίας αυξήθηκαν κατά 36% εντός των προηγουμένων εννέα μηνών – παρά το ότι ο τζίρος της μειώθηκε κατά 17%, ενώ τα κέρδη της παρουσίασαν πτώση της τάξης του 63%. Σε κάθε περίπτωση, όταν ο εκπρόσωπος της ρωτήθηκε σχετικά με το εάν εκτυπώνει ελληνικές δραχμές, δεν δέχθηκε να σχολιάσει το παραμικρό – μία ανάλογη συμπεριφορά με αυτήν της γερμανικής κεντρικής τράπεζας, η οποία δεν θέλησε να σχολιάσει την πιθανότητα εκτύπωσης μάρκων.

(γ) Η ραγδαία πτώση της ισοτιμίας του Ευρώ: Παρά το ότι η αμερικανική οικονομία αντιμετωπίζει τεράστια προβλήματα (άρθρο μας), ενώ η Fed αυξάνει συνεχώς την ποσότητα χρήματος, διατηρώντας μηδενικό το βασικό επιτόκιο, το δολάριο κερδίζει διαρκώς απέναντι στο ευρώ – φτάνοντας ακόμη και κάτω από το 1,24. Αυτό σημαίνει ότι, οι αγορές προβλέπουν την κατάρρευση του κοινού νομίσματος – οπότε προσπαθούν αφενός μεν να εξασφαλίσουν τα χρήματα τους, αποσύροντας τις καταθέσεις τους από το ευρώ και αγοράζοντας δολάρια, αφετέρου δε να κερδίσουν, στοιχηματίζοντας όλο και περισσότερα χρήματα εναντίον του ευρώ (πιθανολογούμε ότι θα ακολουθήσει η δυσανάλογη αύξηση της τιμής του χρυσού, απέναντι στο ευρώ, επειδή το δολάριο δεν είναι ασφαλές, όπως αναλύσαμε).

(δ) Τα επιτόκια των ομολόγων του νότου: Τα ισπανικά και ιταλικά επιτόκια δανεισμού πλησιάζουν επικίνδυνα το απαγορευτικό όριο του 7%, παρά το ότι οι αγορές γνωρίζουν το πρόβλημα που θα δημιουργηθεί – όσον αφορά την εξυπηρέτηση των παλαιών δανείων των παραπάνω χωρών. Επομένως, ο φόβος επικρατεί της απληστίας – γεγονός που σημαίνει ότι επιλέγουν την ασφάλεια από το κέρδος και προσπαθούν να προστατευθούν απέναντι σε μία ευρωπαϊκή κατάρρευση. Η διαφορά μεταξύ βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων επιτοκίων δε δηλώνει ουσιαστικά το χρονικό σημείο (δύο έτη), στο οποίο τοποθετούν οι αγορές την ενδεχόμενη διάλυση.

(ε)  Οι αυξανόμενες εκροές των τραπεζικών καταθέσεων: Οι επιδρομές εναντίον των τραπεζών (bank runs) εμφανίζονται σε όλο και πιο πολλές χώρες της Ευρωζώνης – στην Ελλάδα, στην Ιταλία, στην Ισπανία, στο Βέλγιο, στη Γαλλία, στην Πορτογαλία, στην Κύπρο κοκ. Το γεγονός αυτό αφενός μεν λειτουργεί δυστυχώς ως μία αυτοεκπληρούμενη προφητεία, αφετέρου δε είναι ένα προάγγελος της κατάρρευσης του κοινού νομίσματος.

Θα μπορούσαμε να αναλύσουμε αρκετές άλλες ενδείξεις, όπως για παράδειγμα, τη συνεχή πτώση των χρηματιστηρίων, την μείωση των τιμών των εμπορευμάτων (πετρέλαιο κλπ.), την ξαφνική αναζωπύρωση της τιμής του χρυσού, τη σταθερή άρνηση της Γερμανίας στην έκδοση ευρωομολόγων, τις προετοιμασίες πολλών επιχειρήσεων και οργανισμών για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, την αδυναμία πολιτικής ένωσης της Ευρωζώνης λόγω «εθνολογικών» διαφορών και πολλά άλλα. Εν τούτοις θεωρούμε ότι, τα παραπάνω είναι αρκετά για να μας δώσουν μία εικόνα, σε σχέση με τις πιθανότητες διάλυσης της Ευρωζώνης.

ΤΟ ΣΕΝΑΡΙΟ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ 

Σύμφωνα με τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις, πάνω από το 50% των Γερμανών επιθυμούν την υιοθέτηση του μάρκου – έχοντας πλέον τρομοκρατηθεί από τη συνεχιζόμενη κρίση χρέους της Ευρωζώνης. Επομένως δεν είναι απίθανο να συμβεί κάτι τέτοιο, ενώ σε γενικές γραμμές θα λειτουργούσε ως εξής:

Παρασκευή βράδυ, μετά το κλείσιμο του αμερικανικού χρηματιστηρίου, ανακοινώνεται η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα, έτσι ώστε να μεσολαβήσει ενδιάμεσα το σαββατοκύριακο – παράλληλα με την ενημέρωση των πολιτών, σχετικά με το κλείσιμο των τραπεζών για δύο ημέρες (Δευτέρα και Τρίτη), καθώς επίσης με τη σύσταση μίας υπηρεσίας ελέγχου της διακίνησης των κεφαλαίων. Φυσικά η αλλαγή του νομίσματος είναι μεν προετοιμασμένη από πριν, αλλά γίνεται ξαφνικά και χωρίς καμία προειδοποίηση – επίσης, με γρήγορους ρυθμούς, έτσι ώστε να εμποδιστούν τυχόν παρενέργειες.

Στην περίπτωση της υιοθέτησης του μάρκου από τη Γερμανία, η σημαντικότερη ενέργεια θα ήταν ο έλεγχος των συνόρων – επειδή θα ήθελαν αρκετοί πολίτες άλλων χωρών να ανταλλάξουν τα ευρώ τους με μάρκα, προσβλέποντας σε μία αύξηση της ισοτιμίας κατά τουλάχιστον 40%.

Τα προβλήματα που θα αντιμετώπιζε αμέσως μετά η χώρα δεν θα ήταν εντελώς αμελητέα. Το ισχυρό μάρκο θα έκανε πανάκριβες τις εξαγωγές της, με αποτέλεσμα να βυθιστεί στην ύφεση η οικονομία της, το χρηματιστήριο της θα ακολουθούσε την πορεία της οικονομίας, θα έπρεπε να τυπωθούν χαρτονομίσματα αξίας 400 δις μάρκων, τα πάντα θα έπρεπε να μετατραπούν στο νέο νόμισμα κοκ.

Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος αναπροσαρμογής υπολογίζεται στα περίπου δύο χρόνια – ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, με προβλήματα που είναι πολύ δύσκολο να προβλεφθούν. Εν τούτοις, η διαδικασία επιστροφής θα ήταν πολύ πιο εύκολη για τη Γερμανία, από ότι για οποιαδήποτε άλλη χώρα – πόσο μάλλον για τα ελλειμματικά κράτη της Ευρωζώνης, τα οποία θα ερχόταν αντιμέτωπα με πολύ πιο δύσκολα προβλήματα.

ΤΑ ΣΕΝΑΡΙΑ ΤΩΝ ΑΓΟΡΩΝ

Φυσικά οι αγορές προσπαθούν να είναι προετοιμασμένες απέναντι σε κάθε ενδεχόμενο, ακόμη και στο πιο απίθανο να συμβεί – για παράδειγμα, τι ακριβώς θα επακολουθούσε, εάν η Ελλάδα εγκατέλειπε πρώτη το κοινό νόμισμα, υιοθετώντας το δικό της, με θετικά επακόλουθα για την οικονομία της. Στην περίπτωση αυτή υποθέτουν ότι, αμέσως μετά θα ακολουθούσαν οι υπόλοιπες ελλειμματικές χώρες, οι οποίες υποφέρουν κάτω από το βάρος της πολιτικής λιτότητας – η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Ιταλία και η Ισπανία.

Αν και στο σενάριο αυτό δίνουν πολύ μικρές πιθανότητες, ειδικά μετά την υπογραφή του PSI, με βάση το οποίο το δημόσιο χρέος της Ελλάδας δεν μπορεί να μετατραπεί πια σε δραχμές, τίποτα δεν μπορεί να αποκλεισθεί – πόσο μάλλον εάν η Ελλάδα διαπραγματευόταν σωστά με τους δανειστές της και ακολουθούσε το δρόμο της Ισλανδίας, αποδεχόμενη μία οδυνηρή μεν διαδικασία, η οποία όμως θα είχε αίσιο τέλος. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα ήταν αναμφίβολα ένας εφιάλτης για την πολιτική ηγεσία της Ευρωζώνης – η οποία αφενός μεν θα ερχόταν αντιμέτωπη με μία Lehman Brothers του 1 τρις €, αφετέρου δεν θα μπορούσε πλέον να εγγυηθεί τη συνέχεια της νομισματικής ένωσης. Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, υπάρχουν τα εξής σενάρια:

(α)  Καταθέσεις σε μετρητά: Στην περίπτωση χρεοκοπίας ενός κράτους, θα ήταν πολύ επικίνδυνες οι τράπεζες της οποιασδήποτε άλλης χώρας – ακόμη και της πιο ισχυρής. Επομένως, θα απειλούταν οι αποταμιεύσεις, παρά το ότι είναι εγγυημένες πανευρωπαϊκά, μέχρι το ύψος των 100.000 € – επειδή οι εγγυήσεις αυτές έχουν τα όρια τους. Ακριβώς για το λόγο αυτό, οι καταθέτες οφείλουν να έχουν μικρότερους λογαριασμούς σε περισσότερες τράπεζες – κυρίως σε αυτές που δεν δραστηριοποιούνται επενδυτικά.

Εν τούτοις, ούτε αυτό αποτελεί μία επαρκή εγγύηση – αφού, με βάση την εμπειρία, ένα μεγάλο μέρος των καταθέσεων μπορεί να παγώσει, με νομοθετική ρύθμιση, με στόχο να αποφευχθεί ένα bank run (επίσης αυτών που ευρίσκονται σε θυρίδες, οι οποίες συνήθως ελέγχονται παρουσία των Αρχών).

Από την άλλη πλευρά, αυτός που φροντίζει να μεταφέρει τα χρήματα του στο εξωτερικό, με στόχο να αποφύγει τέτοιου είδους ενδεχόμενα, οφείλει να γνωρίζει ότι, στην περίπτωση διάλυσης της Ευρωζώνης, τα περισσότερα νομίσματα θα υποτιμηθούν – οπότε θα χάσει ένα μεγάλο μέρος της αξίας των χρημάτων του (ακριβώς για το λόγο αυτό οι Γερμανοί αποσύρουν μαζικά τις επενδύσεις και τις καταθέσεις τους από το Νότο). Εάν δε τα τοποθετήσει σε μία σίγουρη χώρα, όπως για παράδειγμα στην Ελβετία, οι έλεγχοι στη διακίνηση των κεφαλαίων θα τον δυσκολέψουν να τα χρησιμοποιήσει στη χώρα του.

(β)  Κρατικά και εταιρικά ομόλογα: Τα ομόλογα του δημοσίου είναι στον πυρήνα της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης – επομένως, θα επιβαρύνονταν πολύ περισσότερο, από οποιαδήποτε άλλη επένδυση. Εάν διαλυόταν η Ευρωζώνη, τότε η ΕΚΤ δεν θα αγόραζε πλέον κανένα ομόλογο εκείνων των χωρών, οι οποίες είναι βυθισμένες στην κρίση – με αποτέλεσμα να επιδεινωθεί σε μεγάλο βαθμό η οικονομία τους. Θα έπρεπε λοιπόν να διαγράψουν ένα μέρος των χρεών τους, όπως έκανε πρόσφατα η Ελλάδα – οπότε να μειωθεί ανάλογα η αξία των υφισταμένων ομολόγων τους.

Εάν τυχόν επέστρεφαν οι χώρες της Ευρωζώνης στην πεσέτα, στη λίρα, στη δραχμή κοκ., η αξία των ομολόγων των χωρών αυτών θα μειωνόταν ακόμη περισσότερο – αφού όλα όσα θα είχαν εκδοθεί με το εθνικό δίκαιο, θα μετατρέπονταν στο εθνικό νόμισμα. Για παράδειγμα, οι Γερμανοί (ιδιώτες, ασφαλιστικές εταιρείες κλπ.), οι οποίοι θα είχαν αγοράσει ισπανικά κρατικά ή εταιρικά ομόλογα σε ευρώ, θα αποπληρώνονταν σε υποτιμημένες πεσέτες, τις οποίες θα υποχρεώνονταν στη συνέχεια να ανταλλάξουν με υπερτιμημένα μάρκα – ένα τρομακτικό σενάριο, το οποίο όμως δεν είναι ουτοπικό.

Από την άλλη πλευρά, τα κρατικά και εταιρικά ομόλογα της Γερμανίας θα ήταν πολύ πιο ελκυστικά για τους ξένους επενδυτές, επειδή θα «εμπλουτίζονταν» με συναλλαγματικά κέρδη. Ακριβώς για το λόγο αυτό η ζήτηση τους σήμερα είναι πολύ αυξημένη, παρά τις χαμηλές έως και μηδενικές αποδόσεις τους. Εν τούτοις, θα έπρεπε κανείς να είναι πολύ προσεκτικός, ακόμη και με αυτά τα ομόλογα – αφού μία ενδεχόμενη διάλυση της Ευρωζώνης θα κόστιζε πολύ ακριβά στη Γερμανία (μόνο η Bundesbank είναι εκτεθειμένη με 600 δις € στο ευρωσύστημα, ενώ οι απαιτήσεις των εταιρειών της από τους πελάτες τους στο εξωτερικό, είναι πολλές εκατοντάδες δις €).

Εκτός αυτού, οι διάφοροι άλλοι γερμανικοί δανειακοί τίτλοι (certificates) θα έπρεπε να αποφεύγονται, επειδή συνήθως εκδίδονται από τράπεζες – πολλές από τις οποίες θα χρεοκοπούσαν, εάν διαλυόταν η Ευρωζώνη (κατά το παράδειγμα της Lehman Brothers, οι δήθεν «εγγυημένου κεφαλαίου» τίτλοι της οποίας έχασαν εντελώς την αξία τους, όταν χρεοκόπησε).

Σε κάθε περίπτωση, αυτού καθαυτού το γεγονός ότι, οι αγορές εγκαταλείπουν την αγορά ομολόγων δημοσίου, ενώ οι τράπεζες διαθέτουν ήδη περισσότερα από όσα μπορούν, σημαίνει πως ο δανεισμός κρατών και εταιρειών θα γίνεται συνεχώς δυσκολότερος και ακριβότερος – μέχρι εκείνο το σημείο που δεν θα μπορούν πια να ανταπεξέλθουν, με αποτέλεσμα να ακολουθήσουν μαζικές χρεοκοπίες, οι οποίες θα οδηγούσαν αυτόματα στην ανεξέλεγκτη διάλυση της Ευρωζώνης.

(γ)  Μετοχές, Εμπορεύματα, Πρώτες ύλες: Εάν τυχόν διαλυόταν η Ευρωζώνη, τα χρηματιστήρια θα κατέρρεαν, ενώ η κρίση θα διαρκούσε πολλά χρόνια. Γνωρίζοντας δε ότι, τα χρηματιστήρια προβλέπουν ή υποθέτουν το μέλλον, διαμορφώνοντας ανάλογα τις αξίες στο παρόν (ανάδραση), θα κατέρρεαν πολύ πριν από ένα τέτοιο ενδεχόμενο – επιταχύνοντας ή/και προκαλώντας το, στα πλαίσια μίας αυτοεκπληρούμενης προφητείας.

Οι επενδυτές λοιπόν θα αποσύρονταν μαζικά από όλα τα χρηματιστήρια του πλανήτη, κυρίως δε από αυτά του Ευρωπαϊκού νότου. Περαιτέρω, οι μετοχές θα μετατρέπονταν στα εθνικά νομίσματα της κάθε χώρας, με αποτέλεσμα να υποτιμηθούν ανάλογα με την υποτίμηση του νομίσματος. Όλοι όσοι λοιπόν θα διέθεταν μέχρι εκείνη τη στιγμή μετοχές σε ιταλικές εταιρείες, για παράδειγμα, θα πανικοβάλλονταν και θα τις πουλούσαν αμέσως, έτσι ώστε να αποφύγουν την προβλεπόμενη υποτίμηση – με πρώτες από όλες τις τραπεζικές μετοχές και κυρίως αυτές εκείνων των τραπεζών, οι οποίες δραστηριοποιούνταν στο νότο.

Περαιτέρω, οι μετοχές των γερμανικών επιχειρήσεων δεν θα ήταν τόσο ασφαλείς, όσο νομίζουμε – αφού δεν θα υπήρχε πλέον κανένα «σίγουρο λιμάνι». Ολόκληρο το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα θα κινδύνευε να καταρρεύσει, ενώ η ανάπτυξη θα σταματούσε ακαριαία – με πολύ οδυνηρά επακόλουθα για τις εξαγωγικές γερμανικές εταιρείες, οι οποίες πολύ δύσκολα θα μπορούσαν να επιβιώσουν (επί πλέον στο ισχυρό μάρκο, το οποίο θα εμπόδιζε παράλληλα τις εξαγωγές). Επίσης για τα εμπορεύματα (πετρέλαιο), για τις πρώτες ύλες (μέταλλα) κλπ. – αφού ακόμη και η παραμικρή ένδειξη περιορισμού του ρυθμού ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας, γκρεμίζει απότομα τις τιμές τους.

(δ) Ακίνητα: Αν και συνήθως επιβαρύνονται με πολλούς φόρους (χαράτσια), όταν οι χώρες αντιμετωπίζουν προβλήματα επιβίωσης, τα ακίνητα (ιδιαίτερα τα οικόπεδα) αποτελούν την καλύτερη επένδυση σε εποχές κρίσης – γεγονός που σημαίνει ότι, η Ελλάδα ευρίσκεται σε πολύ καλύτερη θέση από άλλες χώρες, αφού οι τοποθετήσεις των Πολιτών της είναι κυρίως σε ακίνητα (σε αντίθεση με αυτές των Γερμανών, οι οποίες είναι σε μετρητά χρήματα).

Στην περίπτωση λοιπόν διάλυσης της Ευρωζώνης ή επιστροφής κάποιας χώρας στο εθνικό της νόμισμα, γεγονός που ενδεχομένως θα την οδηγούσε ακόμη και σε υπερπληθωρισμό, οι καταθέσεις και οι μετοχές θα έχαναν σε μεγάλο βαθμό την αξία τους – τα ακίνητα όμως όχι. Επί πλέον, θα μειωνόταν η αξία των ενυπόθηκων δανείων λόγω πληθωρισμού, με αποτέλεσμα να πληρώνονται πολύ πιο εύκολα από τους δανειολήπτες – ενώ τα επιτόκια θα διατηρούταν σχετικά χαμηλά, για να αποφευχθεί η ύφεση (ειδικά σε ισχυρές χώρες, όπως η Γερμανία). Μοναδικό πρόβλημα θα ήταν οι φόροι επί της αξίας και όχι επί των εσόδων τους – όπως δυστυχώς συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Έχουμε την άποψη πως από όλα τα παραπάνω έχει γίνει κατανοητό ότι, η πολιτική ηγεσία της Ευρωζώνης, καθώς επίσης η Γερμανία, παίζουν στην κυριολεξία με τη φωτιά – ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας, η οποία εκβιάζεται και ενδεχομένως θα κάνει τελικά το μεγάλο λάθος να επιλέξει ξανά μία κυβέρνηση, στα πλαίσια του προηγουμένου δικομματισμού. Ένας λαός όμως ο οποίος τρομοκρατείται και ψηφίζει με μίσος αυτούς που αντιπαθεί, σιχαίνεται και δεν μπορεί να τιμωρήσει, οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια σε αιματηρές εξεγέρσεις και σε επαναστάσεις άνευ προηγουμένου – ένα ενδεχόμενο που θα οδηγούσε πολύ σύντομα στη διάλυση της Ευρωζώνης, για την οποία οι αγορές ήδη προετοιμάζονται (επιταχύνοντας ή/και προκαλώντας το μοιραίο).

Με την Ελλάδα λοιπόν να κινδυνεύει να «εξελιχθεί» άδικα σε ένα «αποτυχημένο κράτος» (failed state – σε μία χώρα δηλαδή, η κυβέρνηση της οποίας αδυνατεί να εξασφαλίσει την ασφάλεια, την ευημερία και τη δικαιοσύνη σε όλους τους Πολίτες της) και με την ευθύνη να μην αποδίδεται σε κανέναν, τα αποτελέσματα για την Ευρώπη δεν θα είναι αμελητέα – γεγονός που οφείλει να προβληματίσει ακόμη και αυτά τα πολιτικά κόμματα, οι ηγέτες των οποίων οδηγούνται ερήμην τους στην εξουσία, με στόχο να καλυφθούν τα εγκλήματα των περισσότερων προκατόχων τους.

Κυρίως όμως οφείλει να προβληματίσει τη Γερμανία, την Ευρώπη, τη Δύση και ολόκληρο τον πλανήτη, για τον οποίο η σπίθα της Ελλάδας θα μπορούσε να προκαλέσει, αθέλητα της φυσικά, μία πυρηνική έκρηξη χωρίς κανένα προηγούμενο – καταστρέφοντας ένα τραπεζικό και πολιτικό σύστημα ηλικίας άνω των διακοσίων ετών, το οποίο οδήγησε αρκετούς λαούς στην πρόοδο και στην ευημερία.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 Ολοκληρώνοντας την ανάλυση μας, επειδή είναι αρκετοί αυτοί που αναρωτιούνται σχετικά με το ποιος είναι ο κύριος υπεύθυνος για τη σημερινή κρίση της χώρας μας, ενοχοποιώντας σε μεγάλο βαθμό τη «νοοτροπία» του λαού μας, θα ήταν ίσως σωστό να διακρίνουμε (τουλάχιστον) δύο χρονικές περιόδους:

(α) Έως το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης, την οποία αναμφίβολα προκάλεσαν οι Η.Π.Α. – πολύ πιθανόν σκόπιμα, με στόχο να εξάγουν σε όλο τον υπόλοιπο πλανήτη τα μεγάλα προβλήματα της (υπερβολικά νεοφιλελεύθερης, μετά το 1980) οικονομίας τους.

Για το χρονικό αυτό διάστημα, οι περισσότεροι θεωρούν ως κύριους υπεύθυνους τα δύο κόμματα εξουσίας, τα οποία δημιούργησαν και συντήρησαν έναν διεφθαρμένο (σε μεγάλο βαθμό) δημόσιο τομέα – μία διαδικασία και ένα «πρότυπο», το οποίο μιμήθηκε δυστυχώς μία μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, με αποτέλεσμα να συμβάλλει με τη σειρά της στη διόγκωση του προβλήματος (αποβιομηχανοποίηση, «ομηρεία» των επιχειρήσεων, διεφθαρμένο και ασαφές φορολογικό σύστημα, ελλειμματικό επιχειρηματικό πλαίσιο, αδυναμία προσέλκυσης επενδύσεων κλπ.).

Φυσικά δεν εξαιρούνται κάποιες συνδικαλιστικές οργανώσεις (ποτέ δεν γενικεύουμε), καθώς επίσης αρκετές επαγγελματικές και λοιπές συντεχνίες, οι οποίες ανέκαθεν εμπόδιζαν την «αναδιάρθρωση» της οικονομίας και τη λειτουργία ενός πραγματικού Κράτους Δικαίου.

Από την άλλη πλευρά, ένας από τους πλέον σημαντικούς εξωτερικούς παράγοντες, ο οποίος συνέβαλλε με τη σειρά του στην σημερινή κρίση της χώρας μας, ήταν η «μερκαντιλιστική» πολιτική, την οποία ακολούθησε η πλεονασματική Γερμανία μετά το 2000 – οδηγώντας στις ευρωπαϊκές ασυμμετρίες, από τις οποίες σήμερα απειλείται να διαλυθεί ολόκληρη η Ευρωζώνη.

(β) Μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης και ιδιαίτερα μετά την «προδοσία» της χώρας, στην οποία προσκλήθηκαν χωρίς κανέναν απολύτως λόγο οι σύνδικοι του διαβόλου – δηλαδή, οι μπράβοι των τοκογλύφων (ΔΝΤ).

Για το χρονικό αυτό διάστημα δεν είναι σε καμία περίπτωση υπεύθυνοι οι Έλληνες Πολίτες – οι οποίοι για τρία ολόκληρα χρόνια υπέφεραν και συνεχίζουν να υποφέρουν τα πάνδεινα, χωρίς καμία σχεδόν διαμαρτυρία. Η συμπεριφορά τους αυτή τεκμηρίωσε το ότι, γνώριζαν πολύ καλά τα τεράστια προβλήματα του συστήματος και συμφωνούσαν με την διόρθωση τους – παρά το μεγάλο κόστος για τους ίδιους.

Απόλυτα υπεύθυνοι για την περίοδο αυτή είναι πριν από όλους οι Έλληνες Πολιτικοί. Αμέσως μετά οι άπληστες αγορές (πολυεθνικές τράπεζες, κερδοσκόποι), η ευρωπαϊκή ηγεσία (πίσω από την οποία κρύβεται η πρωσική Γερμανία), καθώς επίσης το ΔΝΤ – πρόθεση του οποίου δεν ήταν ποτέ η «θεραπεία» της Ελλάδας, αλλά η είσπραξη των τοκογλυφικών χρεών της, καθώς επίσης η λεηλασία τόσο του δημοσίου, όσο και του ιδιωτικού πλούτου της.

Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright)

Αθήνα, 03. Ιουνίου 2012

viliardos@kbanalysis.com

Facebook   Twitter    Netlog

Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι συγγραφέας, οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχει εκδώσει πρόσφατα τρία βιβλία της σειράς «Η κρίση των κρίσεων» (διάθεση με παραγγελία στο kb@kbanalysis.com).

 

Εξαιρετικό!
του Βασίλη Βιλλιάρδου
Η σιωπή των αμνών γίνεται καθημερινά όλο και πιο εκκωφαντική – γεγονός που όμως δεν σημαίνει απαραίτητα ότι, οι Έλληνες έχουν αποδεχθεί τη μοίρα τους, αφού η επανάσταση το Μάη του 68 στη Γαλλία, ήλθε εντελώς απρόσμενα

«Πρακτικά, μεταξύ του κόσμου της Πολιτικής και του κόσμου της Οικονομίας, δεν μεσολαβεί ούτε καν ένα λεπτό φύλο χαρτιού. Οι σύγχρονες τάσεις, με την πρωτοβουλία των μονοπωλιακών υπερεπιχειρήσεων, φαίνεται να μας οδηγούν στην επαναφορά της φεουδαρχίας. Αυτό σημαίνει ότι, δίπλα από τις τυπικές δομές, δίπλα δηλαδή από τα δημοκρατικά εκλεγμένα κοινοβούλια, η «άτυπη», η σκιώδης καλύτερα εξουσία, κερδίζει ξανά ειδικό βάρος – με συνεχώς αυξανόμενους ρυθμούς.

Οι εκλεκτοί της άτυπης εξουσίας τώρα, οι αυτοαποκαλούμενοι βέβαια εκλεκτοί, οι οποίοι κυβερνούν τον κόσμο εκ των άνω, κρύβονται όλο και περισσότερο από τους υπόλοιπους» – σε λέσχες με κρυφά, αυστηρώς εμπιστευτικά θέματα συζητήσεων, καθώς επίσης πίσω από τις «εκλεγμένες» κυβερνήσεις«.

Σύμφωνα με τον K.Popper, τα χρήματα, αυτά καθαυτά, δεν είναι ιδιαίτερα επικίνδυνα. Γίνονται όμως επικίνδυνα, εάν μπορούν να αγοράσουν δύναμη – είτε άμεσα, είτε έμμεσα, είτε με την υποδούλωση των οικονομικά αδύναμων, οι οποίοι αναγκάζονται να «πουλήσουν» τον εαυτό τους για να ζήσουν. Οι σημερινές συνθήκες της εντυπωσιακής τρομοκρατίας του «πλήθους», με «αιτία» τον κίνδυνο χρεοκοπίας των κρατών, μάλλον τεκμηριώνει τα μέγιστα την τεράστια «ισχύ» των χρημάτων – εάν υπάρξουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις.

Περαιτέρω, η Πολιτεία είναι σε θέση, μέσω του νόμου (Κράτος Δικαίου), να εγγυηθεί την ίση (δίκαιη) αντιμετώπιση όλων των Πολιτών της, καθώς επίσης ότι, ο καθένας που θέλει να εργασθεί, θα μπορεί να κερδίσει τα μέσα συντήρησης του. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει κανένας ουσιαστικός λόγος, για τον οποίο δεν θα ήταν κάτι τέτοιο εφικτό.

Από αυτήν την πλευρά, η «πολιτική δύναμη» αποτελεί το κλειδί της προστασίας μας, απέναντι στις προσπάθειες της οικονομικής μας υποδούλωσης. Επομένως, η λύση των προβλημάτων μας είναι η πολιτική δύναμη και ο έλεγχος της – αφού κανένας δεν επιθυμεί την απόλυτη κυριαρχία της οικονομικής δύναμης. Εάν χρειασθεί λοιπόν, η οικονομική δύναμη οφείλει να καταπολεμηθεί, έτσι ώστε να τεθεί κάτω από τον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας.

Κατ’ επέκταση, το κεντρικό πρόβλημα των ανθρωπίνων κοινωνιών είναι ο έλεγχος της πολιτικής εξουσίας, η οποία είναι η μόνη που μπορεί να ελέγξει την οικονομική δύναμη. Από τη στιγμή λοιπόν που θα καταφέρουμε να βρούμε τις μεθόδους ελέγχου της πολιτικής δύναμης, όλα τα υπόλοιπα προβλήματα της κοινωνικής ζωής είναι πολύ πιο εύκολο να επιλυθούν. Τότε, δεν θα υπάρχει πλέον λόγος να κατηγορούμε κανέναν άλλο – ούτε να «κραυγάζουμε» εναντίον των κακών οικονομικών διαβόλων, οι οποίοι δρουν στο «παραπέτασμα».

Σε μία Δημοκρατία λοιπόν, οι ελεύθεροι Πολίτες είναι αυτοί, οι οποίοι κρατούν τα κλειδιά, για τον έλεγχο των «διαβόλων» – επομένως, οι Πολίτες είναι αυτοί που έχουν τη δυνατότητα να τους «δαμάσουν». Οφείλουν όμως να συνειδητοποιούν την τεράστια αυτή δύναμη τους, καθώς επίσης να χρησιμοποιούν σωστά τα «κλειδιά» που έχουν στη διάθεση τους.

Ο καλύτερος δυνατός τρόπος «χρήσης» των κλειδιών, είναι η επιμονή των Πολιτών στη διαμόρφωση θεσμών – συγκεκριμένων «πλαισίων» δηλαδή, σε σχέση με τη λειτουργία και τον έλεγχο της Πολιτείας. Οι θεσμοί αυτοί θα ελέγχουν δημοκρατικά την Πολιτική, υποχρεώνοντας την ταυτόχρονα να ελέγχει την οικονομική δύναμη – με στόχο την προστασία όλων από την οικονομική ή λοιπή «εκμετάλλευση».

Εν τούτοις, δεν πρέπει να υποτιμούμε το γεγονός ότι, κάθε δύναμη είναι επικίνδυνη – επομένως, τόσο η οικονομική, όσο και η πολιτική. Υπάρχει λοιπόν μία δεδομένη απειλή, στην περίπτωση που επιλέγουμε την αύξηση της ισχύος της Πολιτικής, με στόχο τον έλεγχο της οικονομικής εξουσίας. Η προστασία μας τότε δεν είναι άλλη από τον καθορισμό του χαρακτήρα της Πολιτικής ο οποίος, όπως έχουμε ήδη τονίσει, πρέπει να είναι θεσμικός και όχι προσωπικός.  Δηλαδή, δεν πρέπει να ψηφίζουμε με κριτήριο τα κόμματα ή τα πρόσωπα, αλλά με βάση τα προγράμματα διακυβέρνησης – τα οποία οφείλουν να αριστοποιούν διαρκώς τα πλαίσια λειτουργίας της κοινωνίας και του κράτους μας, προς όφελος του συνόλου των Πολιτών του.

Συνεχίζοντας, εάν επιλέξουμε τη «διεύρυνση» της εξουσίας της Πολιτικής, με στόχο την προστασία της ελευθερίας μας από την οικονομική εξουσία, θα πρέπει να σκεφθούμε ότι είναι δυνατόν κάποτε, αυτές οι διευρυμένες «πολιτικές» εξουσίες, να περιέλθουν στα χέρια λάθος προσώπων – οπότε θα πρέπει να λάβουμε έγκαιρα, σωστά μέτρα αντιμετώπισης τέτοιων κινδύνων. Η πιθανότητα αυτή τεκμηριώνει επίσης την άρνηση μας, να εμπιστευόμαστε την ηγεσία ενός κράτους σε κάποιους «εκλεκτούς» (Πλάτωνας) – επειδή κανένας δεν μας εγγυάται ούτε την «ποιότητα», ούτε τη διάρκεια ή τη συνέχεια αυτής της εξουσίας.

Ολοκληρώνοντας, επειδή θεωρείται ότι, η κρατική δύναμη, η πρωτοκαθεδρία της Πολιτικής δηλαδή, πρέπει να παραμείνει για πάντα ένα επικίνδυνο αλλά αναγκαίο κακό, αφού είναι η μοναδική «Αρχή», η οποία ελέγχεται από τους «Αρχόμενους», από τους Πολίτες και την ψήφο τους δηλαδή, οφείλουν να ενισχύονται συνεχώς οι δημοκρατικοί θεσμοί μας – ενώ δεν πρέπει ποτέ να «χαλαρώνουμε» την επαγρύπνηση μας, αφού οι αυξημένες δικαιοδοσίες στο κράτος, για «παρεμβατικό σχεδιασμό» της κοινωνικής ζωής, απειλούν τα μέγιστα την «ορισμένη», την οροθετημένη δηλαδή ελευθερία μας.

Προφανώς, αναφερόμαστε σε μία ελευθερία ενός επίσης θεσμικά καθορισμένου βαθμού – επειδή η ελευθερία αυτοκαταστρέφεται, εάν είναι απεριόριστη. Εάν όμως αυτοκαταστραφεί ή χαθεί η ελευθερία, τα πάντα είναι χαμένα – αφού μόνο η ελευθερία μπορεί να κάνει την ασφάλεια ασφαλή. Όταν δε επιλέγεται η υπερβολική ασφάλεια εις βάρος της ελευθερίας, όπως δυστυχώς συμβαίνει για παράδειγμα σε κάποιο βαθμό στη Γερμανία, ο κίνδυνος της επικράτησης ολοκληρωτικών καθεστώτων είναι σχεδόν αναπόφευκτος.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Όπως γράφει ο Russell, «Η οικονομική δύναμη μέσα στο κράτος, αν και σε τελευταία ανάλυση πηγάζει από το νόμο και την κοινή γνώμη, αποκτά εύκολα μία ορισμένη ανεξαρτησία. Μπορεί να επηρεάσει το νόμο με τη διαφθορά και την κοινή γνώμη με την προπαγάνδα. Μπορεί να θέσει τους πολιτικούς κάτω από υποχρεώσεις που παρεμβαίνουν ανασταλτικά στην ελευθερία τους. Μπορεί να απειλήσει ότι θα προκαλέσει οικονομική κρίση».

Η Πολιτική λοιπόν, αφού  αποτελεί τη μοναδική ελπίδα διατήρησης της ελευθερίας μας, πρέπει να ελέγχεται συνεχώς, έτσι ώστε να μην είναι εφικτή η «υποδούλωση» της από την οικονομική εξουσία. Εν τούτοις, όπως διαπιστώνεται σήμερα διεθνώς, τόσο ο έλεγχος, όσο και η πραγματική εξουσία της, υπολείπονται κατά πολύ του επιθυμητού. Ταυτόχρονα, οι εργαζόμενοι αποδέχονται, παραδόξως σχεδόν εθελούσια, μειώσεις αμοιβών, περιορισμό των κεκτημένων δικαιωμάτων τους (συντάξεις, επιδόματα ανεργίας κλπ), καθώς επίσης αυξήσεις του χρόνου απασχόλησης τους και τόσα πολλά άλλα, τα οποία θα ήταν αδιανόητα στο παρελθόν – προφανώς «υπό το κράτος» της αδράνειας και του φόβου για το μέλλον τους. 

Επομένως, δεν φαίνεται δυστυχώς να επαγρυπνούν, ενεργητικά και άφοβα, οι Πολίτες – ούτε ίσως να συνειδητοποιούν ότι, τόσο οι σημερινοί πόλεμοι, όσο και η κατάληψη της εξουσίας από ξένους, δεν προϋποθέτει αναγκαστικά τη χρήση όπλων (ενώ οι οικονομικές κρίσεις είναι δυνατόν να προκληθούν σκόπιμα, με στόχο την ιδιωτικοποίηση των κρατών). Πόσο μάλλον όταν ο έλεγχος της παγκόσμιας πληροφορίας (ειδήσεις, δημοσιογραφικές αναλύσεις κλπ), όπως και η οικονομική δύναμη, συγκεντρώνονται διαρκώς σε λιγότερους «ανθρώπους» – αυξάνοντας σε υπερβολικό, σε ανεξέλεγκτο καλύτερα βαθμό τη δύναμη τους.

Ολοκληρώνοντας, μόνο εάν παραλύσει ο μηχανισμός που συντηρεί αυτό το σύστημα, το σύστημα θα καταρρεύσει. Ο μηχανισμός όμως αυτός δεν παραλύει μόνο με συγκεντρώσεις και με πορείες. Εμείς οι ίδιοι τον συντηρούμε: με το να πληρώνουμε αυτά που μας επιβάλλει, με το να πηγαίνουμε υπάκουα στη δουλειά μας, με το να μη φέρνουμε αντιρρήσεις, με το να φοβόμαστε τον ίσκιο μας και με το να μην βλέπουμε τίποτα άλλο, πέρα απ’ την μίζερη ζωούλα μας και τον μικρόκοσμό μας.

Για να το πω απλά, εάν παραλύσουμε τον μηχανισμό που παράγει χρήματα και διεφθαρμένα κόμματα ή πολιτικούς, τότε αυτό το σαθρό σύστημα θα καταρρεύσει – αφού αυτό εξαρτάται από εμάς και όχι εμείς από αυτό.

Σε αυτή τη θέση βέβαια ο κλασικός αντίλογος των υπερασπιστών της υποτέλειας είναι ότι, θα κυριαρχήσει το χάος και η αναρχία. Όμως, είναι αδιαμφισβήτητο πλέον ότι ζούμε «κατ’ επίφαση εν τάξει» – εκτός εάν «τάξη» θεωρείται να μην ξέρεις τι φόρους θα σου επιβάλλουν την επόμενη εβδομάδα, αν θα έχεις δουλειά αύριο ή όχι, αν θα μπορείς να πληρώσεις φάρμακα, αν πρέπει να μεταναστεύσεις για να επιβιώσεις, αν τα νοσοκομεία θα έχουν γάζες, αν τα σχολεία θα συνεχίσουν να λειτουργούν και αν τα παιδιά σου θα έχουν το δικαίωμα να ονειρεύονται.
Ίσως πρέπει λοιπόν να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας – όχι όμως για να την παραδώσουμε ξανά σε κάποιον άλλον…….

Αθήνα, 03. Μαΐου 2012

http://www.facebook.com/viliardos





Αρέσει σε %d bloggers: