Αρχείο για Αύγουστος, 2018

Όσο πλησιάζει η ώρα της αναχώρησης τόσο τα παλιά ταξίδια επιστρέφουν στο νου. Μνήμες απ’ το ταξίδι στο χωριό του πατέρα, στις παλιές γειτονιές του Κυνοσάργους και του Μετς, στο toll στο Νέο Φάληρο που φτιάχναμε ένα ανεμόπτερο, στο Que Gardens Place στο Λονδίνο, στις Σπέτσες, στο Ρίο, στην έρημο της Αριοζόνα, σε μια παγωμένη αεροπρορική βάση έξω απ’ τη Μόσχα, στα αεροπλάνα που πέταξα, σε λίγα απ’ τ’ αυτοκίνητα που οδήγησα, στα περιοδικά που κυκλοφορησαν, στη ζωή μου
μου
Ειχα αρχίσει να γράφω ένα βιβλίο, «Ασημόσπιτο» το έλεγα αλλά το άφησα. Δεν έχω  κουράγιο. Το αφαίρεσαν οι επιλογές μου για τις οποίες πληρώνω αδρά μέχρι σήμερα. Είναι και η αφάνεια που μ’ ενοχλεί κύρια όμως η έλλειψη σκοπού. Όσοι είχα συγκρούστηκαν με τα λάθη μου κι’ έγιναν κομμάτια. Beyond Local Repaira που λένε και οι Αμερικανοί. BLR όπως εγώ με μια ασταμάτητη πικρία που τείνει να μετατραπεί σε κατάθλιψη γιατί, το μέλλον έχει ο ηρωας μου κλεισμένο σ’ ένα δωμάτιο στο Κωσταλέξι;
Είναι και η υγεία που ναι μεν είναι «καλή» για την ηλικία αλλά, δεν επιτρέπει (λόγω φοβερών πόνων στη μέση) να καβαλήσω την μοτοσυκλέτα  η’ να πετάξω -αν και το τελευταίο είναι λίγο πιο εύκολο
Θέλω να γράψω για χίλια πράγματα αλλά, χίλιες εκατό είναι οι αιτίες που με σταματάνε. Συχνά επσιτρέφω σε παλιά κείμενα ψάχνωντας την έμπνεση αλλά, με το που τα διαβάζω σκέφτομαι «ποιος ενδιαφέρεται» κι’ επσιτρέφω στο Καθαρτήριο περιμένοντας την τελική κρίση, όχι ότι πιστεύω σε θεούς και δαίμονες σε παραδείσοτς, πιλάφια και κολάσεις αλλά, να… Δεν ξέρω που αλλού να με τοποθετήσω
Ψάχνοντας βρήκα το παρακάτω κείμενο. Το είχα γράψει δεν θυμάμαι που το 2004
Διαβάστε το
**********
«…πρέπει να επαναλάβω κάτι που έγραφα τα πολύ παλιά χρόνια, όταν έφευγα για λίγο με αυτοκίνητο ή μοτοσικλέτα και χανόμουν σε διαδρομές όπως εκείνη από το Λεωνίδιο στην Τρίπολη και από κει στον Πύργο ή στη Σπάρτη, ή από τον Πύργο στην Αρχαία Ολυμπία και την Ανδρίτσαινα. Είπα Ανδρίτσαινα και θυμήθηκα ότι εκεί κοντά βρίσκεται ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα, αλλά και τόποι που η φύση και οι δρόμοι είναι τόσο ωραίοι που αισθάνεσαι ότι θα πεθάνεις από ευτυχία.
Πολλά από αυτά τα μέρη τα είδα από ψηλά, με ένα ελικόπτερο R-44. Συγκυβερνήτης και παρατηρητής, πήγα σε μέρος που απέχει μόλις τέσσερα χιλιόμετρα από τα Βυτιναίικα Πύργου Ηλείας, που βρίσκεται ο τάφος των παππούδων και γονιών. Βρήκα την ευκαιρία να ρίξω λίγο νερό στο μάρμαρο που τους σκεπάζει και να αγναντέψω τον κάμπο που πριν από πολλές δεκαετίες (δε χρειάζεται να πω πόσες!) γύριζα σαν μικρό παιδί, «πληγώνοντας» (όπως λέει και η ταινία) τα δέντρα.
Ένα απ’ αυτά, η πιο μεγάλη λεύκα, είναι τώρα πεσμένο στο έδαφος από τον αέρα και τα χρόνια. Μάταια έψαξα να βρω την «πληγή» που του ειχα κάνει. Το ξύλο είχε σαπίσει και τα αρχικά «Κ.Δ.Κ. – Ε.Α.Α.» (Κωνσταντίνος Δημητρίου Καββαθάς – Ένωση Αερομοντελιστών Αθηνών!) είχαν εξαφανιστεί, αλλά η ανάμνηση ήταν ζωντανή, όπως ζωντανό και ταπεινό ήταν και το φτωχικό του «θείου», στο οποίο πέρασα μερικά από τα ωραιότερα καλοκαίρια της ζωής μου. Και είχε βρέξει. Όχι μία αλλά δέκα φορές εκείνο το σαββατοκύριακο. Και όχι απλή βροχή, αλλά καταιγίδες, που μας ανάγκασαν να παρατείνουμε την παραμονή μας και έτσι βρήκα την ευκαιρία να πάω στο «χωριό».
Ε, θα πείτε. Και λοιπόν; Δεν υπάρχει Έλληνας που τουλάχιστον μια φορά το χρόνο να μην πηγαίνει στο «χωριό»! Πόσοι όμως έχουν την τύχη να γίνουν μάρτυρες κατακλυσμού που απελευθέρωσε όλα τα αρώματα της γης και πάρ’ τον κάτω τον Καββαθά. Βγήκαμε από το αυτοκίνητο και οι μυρουδιές απ’ το ποτάμι, το αρδευτικό κανάλι, τα σπαρτά, τις ελιές, που ξεπλυμένες και καθαρές έστεκαν η μια δίπλα στην άλλη, κυρίευσαν τις αισθήσεις.
Τι ομορφιά και πόσο μου έχει λείψει έτσι που ζω φυλακισμένος σε γραφεία και αυτοκίνητα!…»
Κώστας Καββαθάς
Αύγουστος 2004
Τελευταία μέρα του Αυγούστου του 18.
Μακάρι να μπορούσα να «φύγω» για κάποιο απ’ τα μέρη που είχα «πάει» παλιά!

Πουθενά δεν είχα πάει βέβαια. Οι άνθρωποι νομίζουν ότι πάνε κάπου, στην πραγματικότητα όμως μένουν ακίνητοι μια και δεν υπάρχειο Χρόνος άρα ούτε παρελθόν, παρόν και μέλλον. Όλα

óñìç

óñìç

γίνωνται τ ώ ρ α, όλα είναι δημιουργήματα ενός κοινού «υποσυνείδητου» μια και ούτε αυτό υπάρχει

Θέλω να πω έχει υποσυνείδητο ο Υπολογιστής; Όχι. Μνήμες φυλκαγμένες στην RAM ναι αλλά, υποσυνείδητο;
Κάποια στγμή θα βγω απ’ την πρίζα, το «μχανημα» θα σβύσει αλλάη Πληροφορία δεν θα πεθάνει. Θαήθελα να μπορούσα να «επιστρέψω», να με βάλω πάλι στην πρίζα και το Σύστημα να κάνει reboot και ν’ αρχίσω πάλι να με παρατηρώ όμως η ώρα δεν έχει έλθει ακόμα
Μάλλον σκέφτετε πως άάρχισα να τα χάνω και λέω ασυναρτησίες και πιθανό να μην κάνετε λαθος
Δεν ξέρω
Η εξορία στο Purgatorium μπορεί να έχει επηρεάσει την «μητρική», τι να πω, δεν είναι και κανείς απ’ τους παλιούς κοντά να βοηθήσει…
to be continued…

Για όσους ακόμα ενδιαφέρονται…

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Δημοσιεύτηκε πριν από μερικές μέρες στον εκπαιδευτικό ιστότοπο esos.gr ένα άρθρο του μαθηματικού Γιάννη Π. Πλατάρου με τον εντυπωσιακό τίτλο «Για ποίους λόγους, η ελληνική γλώσσα, πλησιάζει την τελειότητα» (αγνοήστε τα περιττά κόμματα στον τίτλο, άλλωστε δεν έχουμε ακόμα φτάσει στην τελειότητα). Στο άρθρο ο συγγραφέας, που νομίζω πως είναι και μάχιμος εκπαιδευτικός στη δημόσια εκπαίδευση, παρουσιάζει κάποια επιχειρήματα για να στηρίξει τον ισχυρισμό του τίτλου, αντλημένα εν μέρει από τη δεξαμενή των ελληνοκεντρικών παραγλωσσολογικών μύθων που έχω παλιότερα αποκαλέσει «Λερναίο κείμενο», αλλά μεταπλασμένα και αναδιατυπωμένα.

Αυτό που ξεχωρίζει το πόνημα του κ. Πλατάρου από το αυθεντικό Λερναίο ή τα παρακλάδια του, είναι ότι ο συντάκτης φαίνεται να αποστασιοποιείται σε κάποια σημεία από τη ρητορική των παραγλωσσολογούντων, να αποδοκιμάζει «παραθεωρίες και αναπόδεικτους ισχυρισμούς» για την ανωτερότητα της ελληνικής γλώσσας, να επιδιώκει μια μέση λύση.

Σαν πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα, θα αναφέρω ένα σημείο, στο οποίο μάλιστα γίνεται αναφορά και…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 2.053 επιπλέον λέξεις

Ένα από τα αγαπημένα μου άρθρα γραμμένο ούτε ξέρω πότε ούτε θυμάμαι που
Τμήμα του «Ασημόσπιττου» ‘οταν και εφ’ όσον-Κ.Κ.

Στο θάλαμο του Μαρκόνι στέκουν βουβοί τεράστιοι λαμπάτοι πομποδέκτες, τα βύσματά τραβηγμένα, οι ασφάλειές βγαλμένες, οι μετασχηματιστές ξεχαρβαλωμένοι.
Στα μισάνοιχτα συρτάρια, βιβλία με κωδικούς για κλήσεις μακρινών σταθμών, καμένες λάμπες με τις πολύχρωμες ζωνίτσες τους, ξεχαρβαλωμένα ακουστικά
Ο αέρας του Γενάρη περνά από την καταπακτή που ενώνει το θάλαμο του τηλεγραφητή με το πιλοτήριο και το πορτάκι της χτυπάει τακ, τακ, τακ…
Στέκομαι ανάμεσα σε μονωτήρες και σινιάλα κινδύνου και ρουκέτες που είναι για να πετάνε τα χοντρά παλαμάρια στη στεριά, σωσίβια, χάρτες απ’ όλο τον κόσμο, που τους κοιτάω με έκσταση, θέλοντας να τους μεταφέρω σπίτι σαν μικρά παιδιά.
Είμαι μέσα σ’ ένα μεγάλο φορτηγό, ένα βαπόρι από δω μέχρι ‘κει κάτω, που πήρε φωτιά και μισοκάηκε στον Πειραιά και το ‘φεραν στο Λαύριο και το κόβουνε με τα οξυγόνα τραβώντας το έξω με βαρούλκα που το μέγεθός τους εντυπωσιάζει. Οι κόφτες έχουν φάει όλο το πίσω μέρος και τώρα στέκει κολοβό. Έμεινε μόνο η γέφυρα και τα μπροστινά αμπάρια γεμάτα νερά με τους γερανούς και τα παλάγκα ακίνητα στο γκρίζο ουρανό.

«Ημερομηνία κατά την οποίαν πρώτον ετοποθετήθη η τρόπις…» λέει το πιστοποιητικό στον θάλαμο του τηλεγραφητή. Ημερομηνία; 1937 κι ακολουθούν υπογραφές και σφραγίδες για τις άδειες τηλεγραφίας. Βρεθήκα στο κουφάρι μια απ’ αυτές τις Κυριακές του χειμώνα που γυρίζω την άγνωστη Αττική των καρνάγιων και των ταρσανάδων, των Βυζαντινών εκκλησιών και των παράνομων σπιτιών που τα κατοικούν γέροι γεωργοί εγκαταλειμμένοι από τα παιδιά τους. Βρέθηκα να περπατάω δίπλα στη μηχανή που είχε αλλάξει χρώμα και από μαύρη από τη μουτζούρα εέγινε καφέ, οι διωστήρες, δυο μέτρα ο καθένας, στέκουν ακίνητοι σφίγγοντας γερά σαν να μη θέλουν ν’ αφήσουν τον στροφαλοφόρο.

Πονάς, πλοίο; ρωτάω σιωπηλά το παλιό κουφάρι. Πονάς έτσι που σε κόβουν μέρα με τη μέρα, σήμερα την πλώρη, αύριο το σπιράγιο, μεθαύριο τα μπρούντζινα παράθυρα, όπου να ‘ναι την τσιμινιέρα;
Μιλάει ο αέρας καθώς περνά απ’ τα σπασμένα παράθυρα της γέφυρας. Μαζί φέρνει ψίθυρους τις διαταγές των καπεταναίων. Άμα αφουγκραστείς ακούς τη μοναδική μηχανή να δουλεύει, το χτύπημα των βαλβίδων, το καμπανάκι να χτυπά τις διαταγές. Βιβλία πεταμένα στο πάτωμα. Διαβάζω στις ράχες: China Sea Pilot, Vol I έκδοση του 1951. West Indies Pilot, Vol I, 1934, Antarctic Sea Pilot…Ανοίγω ένα στην τύχη, πέφτει ένα σημείωμα: Signals: Hong Kong 27/03/65, For free Pratique 3 White. For immigration: White, Red, White, Red. Και σε παρένθεση (άφιξη τη νύχτα). Στην ίδια σελίδα ταξιδεύω: Grand Baie des Fai tsi Long. Τα πιο σημαντικά νησιά του κόλπου είναι τα: Ίλ ντε Μιλιέ, Λα Κλοσέτ, Ίλ Ντε Σενάλ, Λα Βουάλ. Και δίπλα βράχοι και φάροι μακρινοί, σχεδιασμένοι από τον καπετάνιο Σμιθ το 1831.

Πιο κάτω πληροφορίες για τους αέρηδες, τα βαθιά, τα περάσματα, τ’ αγκυροβόλια. Εφτακόσιες σελίδες έχει ο «Πιλότος της Θάλασσας της Κίνας». Αφήνω τα βιβλία, κατεβαίνω από τη γέφυρα κάτω, μπαίνω στο στενό διάδρομο που βγάζει στην τραπεζαρία. Δεξιά οι καμπίνες του καπετάνιου και του πρώτου. Ανοίγω μια, η κουκέτα άδεια, στο τραπέζι ένα τασάκι ακόμα γεμάτο αποτσίγαρα, ένα κουτί χάπια πεψαμάρ, ένα σημειωματάριο, αφημένα όλα ξαφνικά όταν έπιασε η φωτιά. Α νεβαίνω στη γέφυρα, κάθομαι δίπλα στο τραπέζι που κάθονταν τις ζεστές νύχτες ο καπετάνιος καθώς το φορτηγό διέσχιζε τις νότιες θάλασσες με εφτά κόμβους την ώρα.
Βρίσκω φωτοβολίδες, πίτουρα για τη φωτιά, ένα σωληνάριο βενziτρίνη, θυμάμαι τα βιβλία για τους πιλότους του 2ου Πολέμου. Το πλοίο με τυλίγει και βρίσκω πως αρκετά, δεν αντέχω να στέκω μες στα φαντάσματα. Κατεβαίνω σιγά, προσεχτικά κάτω, πιάνοντας τα κομμένα σίδερα, πατώ στη γη.
Ο γύρος του κόσμου τελείωσε. Και δεν κουνήθηκα βήμα.

Μετά από 50 χρόνια στον δημοσιογραφικό/εκδοτικό χώρο διασθάνομαι ότι η χώρα είναι «τελειωμένη» αφού οι δεκάδες κυβερνήσεις από το τέλος του 2ου Π.Π δεν μπόρεσαν να δημιουργήσουν αρκετούς π ο λ ί τ ε ς, που π.χ να μην εγκαταλείπουν τα κάθε λογής σκουπίδια στο πλάι του δρόμου αλλά, να βρίσκουν τρόπο να τα εναποθέσουν στον κατάλληλο χώρο.

Το παρέδειγμα που αναφέρω είναι αστείο εμπρός την καθολική ανομία που μας χαρακτηρίζει. Δεκάδες φορές έχει τεθεί το ερώτημα αν φταίει ο λαός ή οι ηγέτες του. Απαντάω πως υπεύθυνοι είναι οι τελευταίοι. Αυτοί φτιάχνουν το πελετειακό/κομματικό σύστημα, επιλέγουν στελέχη, δίνουν παράδειγμα, προβάλουν πρότυπα. Στα χιλιάδες άρθρα  μου προσπαθούσα να δείξω την εικόνα των γραφικών, ασήμαντων, παράξενων, χαρούμενων τύπων που τοποθετήθηκαν σε θέσεις ευθύνης από τις γαλάζιες, πράσινε, γαλαοπράσινες και φούξια κτυβερνήσεις. Από έναν Υπουργό Εξωτερικών που δεν μιλούσε καμία ξένη γλώσσα μέχρι μια metrosexual κυριούλα που έγινε μέλος του …ΚΥΣΕΑ και από Υπουργούς Άμυνας με εμβέλεια 1.60μ (με τα χέρια στην ανάταση) μέχρι γραφικούς «Μπαρμπα Γιώρηγηδες που «δεν βρίσκουν σοβαρά προβλήματα στην πυρκαια».

Οι μεγαλύτεροι θυμούνται τα πρόσωπα που κυβέρνησαν. Από την μιά έφτιαχναν υποδομές (δρόμους, φράγματα, σιδηροδρόμους, αεροδρόμια, λιμάνια, επικοινωνίες) κι’ απ την άλλη δημιουργούσαν φανατισμένους ψηφοφόρους, πράσινα και γαλάζια καφενεία και τοπικές οργανώσεις που είχαν σκοπό να βολέψουν τα «δικά τους παιδιά». Κάποια στιγμή κάτι πήγε να γίνει με την Παιδεία αλλά ενέσκυψε σμήνος «προοδευτικών φελλών» που καταδίκασε τους άριστους οι οποίοι αναχώρησαν μαζικά για την ξένη (κάπου 450.000) για να γλιτώσουν.

Κάποια στιγμή νόμισα ότι, κάτι θ’ αλλάξει αλλά γρήγορα κατάλαβα ότι δεν υπάρχει ελπίδα! Η αλλάγή ήταν ότι, το κόμμα των Λαιμοδετών αντικαταστάθηκε απ’ εκείνο των Ανοιχτογιακάδων. Σε αυτούς προστέθηκαν τύποι με σανδάλια, όρθιους γιακάδες με κόκινο σιρίτι, πουκάμισα με μανσέτες και χ ρ υ σ ά μανικετόκουμπα (ο Lagh a Zani στο ταξί προς το Νομισματοκοπείο) και, κακόμορφα αντίγραφα του Μπολιβάρ και του Γκεβάρα που έφεραν την «επανάσταση» στην Πλατεία Συντάγματος. Αυτά τα παραδείσια ξωπετάχτηκαν με κρότο και παραμένουν  χαρακτήρες που είναι σα να βγήκαν από κουτούκια και μεζεδοπωλεία της 10ετίας του 80 οι. Ως άλλοι Κιχότες, επιτίθενται στα …αυθαίρετα τα οποία είναι βέβαια περισσότερα από τα νόμιμα.

Τελειωνω με μία προσωπική παρατήρηση: αυτό που με ενοχλεί περισσότερο είναι η παντελής έλλειψη Αισθητικής. Θα πείτε πως η Αισθητική είναι «αστική» αξία που δεν σηυνάδει με «αριστερούς». Να θυμίσω την Αισθητική που εξέπεμπε ο Τσε και άλλοι αληθινοί αριστεροί;  Δεν κραύγαζαν την «αριστεροσύνη» τουςτους αλλά, την έδειχναν (και ακόμα δείχνουν) με την ίδια τους την ταπεινή, παραγωγική και δημιουργική τους ζωή…

Άρχισα να γράφω  για τα όσα είδα στην καταστροφή με την πυρκαγιά στον Νέο Βουτζά και στο Μάτι. Για τους δεκάδες νεκρούς, τις κατεστραμενες κατοικίες, τις παραστάσεις που έδωσε (και εξακολουθει), η ομάδα που κυβερνάει τα τελευταία χρόνια. Μισή ώρα αργότερα σταμάτησα καθώς, στο μυαλό έφταναν συνεχώς εικόνες απο παρόμοιες καταστροφές στο παρελθόν. Τι ειναι αυτά που γράφεις, είπα. Επαναλαμβάνεσαι δεν το καταβαίνεις;
Επειδή έχω τη «τύχη» να έχω ο λ α τα άρθρα που έγραψα στη ζωή μου στον Ιστό έβαλα στον Γουγλη τις κατάλληλες λέξεις και εμφανίστηκαν καμία …30αριά, 2-3 απ τα οποία διαβάσατε εδώ
Στα μέχρι τώρα σχόλια μου σημείωσα την εικονα συνοικιακού καφενέ της 10ετίας του 60 που παρουσίασε/παρουσιάζει ο παρων θίασος ιδιαίτερα τη νύχτα της μάζωξης υπό τον κ. Πρωθυπ. Εικόνα ερασιτεχνών, πολιτικαντηδων και δηλωσιών που έχουν απωλέσει το μέτρο το οποίο ίσως ποτέ δεν είχαν
Αυτό όμως  που με «σκότωσε» ήταν η ερώτηση του κ. Αλέκση. «Τι ώρα πετάνε τα αεροπλάνα τω πρωί» που θύμισε στιγμές παλαιός Εγγλεζικης κωμωδίας
Τα όσα επακολούθησαν (και θα) είχαν ένα τρομακτικό χαρακτηριστικό: την απούσία οποιασδήποτε συγγνώμης για τα θύματα. Προσθέστε τις αναιδείς δηλώσεις επιφανών τσαμπουκαδων, την αστεία εικονα του παραιτηθέντος και τα pigeon English του κ. Πάνου και έχουμε την κατάρριψη ενός ακόμα ρεκόρ της Ελληνικής κρατικής μηχανής

Τόσοι ήταν οι επισκέπτες στο blog μου https://kavvathas.com/wp από το 2009 μέχρι την 1η Αυγούστου 2018
Αν σε αυτόν τον αριθμό προσθέστε και τους 20.000/μηνα που «μπαίνουν» στο φατσοβιβλίο (Costas Cavathas και Εν Λευκώ-Κώστας Καββαθάς), φαίνεται πως δεν είμαι εντελώς αόρατος
Ευχαριστώ ολους όσοι είναι κοντά μου!





Αρέσει σε %d bloggers: