Αρχείο για Απρίλιος, 2012

Advertisements


 Για πρωϊνή …μελέτη!
του Βασίλη Βιλιάρδου (copyright), «Σοφοκλέους 1)»Αθήνα, 29. Απριλίου 2012

Eάν δεν υπάρξει η βούληση για μία από κοινού αρμονική ανάπτυξη, είναι καλύτερα να υποχωρήσει η Ευρωζώνη στην προηγούμενη της κατάσταση, με την υιοθέτηση των εθνικών νομισμάτων – με στόχο να ξεκινήσει από την αρχή η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

«Πολύ λίγοι από εμάς αντιλαμβανόμαστε με πειστικό τρόπο την έντονα ασυνήθη, ασταθή, περίπλοκη, αναξιόπιστη και προσωρινή φύση της οικονομικής οργάνωσης, μέσω της οποίας έχει ζήσει η Δυτική Ευρώπη τον τελευταίο μισό αιώνα.Υποθέτουμε ότι κάποια από τα πιο ιδιάζοντα και προσωρινά των πρόσφατων πλεονεκτημάτων μας είναι φυσικά, μόνιμα και αξιόπιστα, ενώ καταστρώνουμε ανάλογα τα σχέδια μας.

Επάνω σε αυτό το αμμώδες και τεχνητό θεμέλιο απεργαζόμαστε την κοινωνική βελτίωση και προετοιμάζουμε τα πολιτικά μας προγράμματα, επιδιώκουμε τις εχθρότητες μας και τις ιδιαίτερες φιλοδοξίες μας, ενώ αισθανόμαστε ότι έχουμε αρκετό διαθέσιμο περιθώριο για να ενθαρρύνουμε την εμφύλια διαμάχη στην ευρωπαϊκή οικογένεια – αντί να την κατευνάζουμε.

Παρακινούμενος από παράλογη αυταπάτη και απερίσκεπτη αυτοεκτίμηση, ο γερμανικός λαός ανέτρεψε τα θεμέλια, επάνω στα οποία ζούσαμε και κτίζαμε όλοι μας……..Δεν πρέπει λοιπόν ποτέ να διαπραγματεύεσαι με έναν Γερμανό ή να συμφιλιώνεσαι μαζί του – πρέπει να του υπαγορεύεις. Υπό οποιουσδήποτε άλλους όρους, δεν θα σε σέβεται ή δεν θα τον εμποδίσεις από το να σε εξαπατήσει.

Οι εκπρόσωποι όμως του γαλλικού και του βρετανικού λαού, ανέλαβαν το ρίσκο να ολοκληρώσουν την καταστροφή που ξεκίνησε η Γερμανία, μέσω μίας πλασματικής, ψεύτικης ειρήνης η οποία, αν πραγματοποιηθεί, θα καταστρέψει κατ’ ανάγκη ακόμη περαιτέρω την ήδη διαταραγμένη και διαλυμένη από τον πόλεμο ευπαθή, περίπλοκη οργάνωση, μόνο μέσω της οποίας οι ευρωπαϊκοί λαοί μπορούν να απασχοληθούν και να ζήσουν – μολονότι θα μπορούσε να την αποκαταστήσει» (J.M.Keynes περί το 1919, μετά τον 1ο παγκόσμιο πόλεμο – υπενθυμίζοντας ότι, ο οικονομικός πόλεμος ελάχιστα διαφέρει από τον συμβατικό).

Ανάλυση

Αναφερθήκαμε στο κείμενο του Keynes έχοντας την άποψη πως η σημερινή κατάσταση στην Ευρώπη παρουσιάζει αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με το διάστημα του μεσοπολέμου – το οποίο οδήγησε τη Δύση στη μεγάλη ύφεση και στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Παράλληλα, στην Ελλάδα φαίνεται να δημιουργούνται εκείνες οι συνθήκες, οι οποίες οδήγησαν στηγαλλική επανάσταση – ενώ δεν θα ήταν ίσως λάθος να υπενθυμίσουμε ξανά ότι, «οι δικτατορίες χτίζονται επάνω στους πεινασμένους και στους ανέργους».

Ελπίζουμε βέβαια να κατανοηθεί έγκαιρα, τόσο στην Ελλάδα, όσο και σε ολόκληρη την Ευρώπη, πως ο καπιταλισμός σε μία δημοκρατία προαπαιτεί τη συναίνεση των Πολιτών – ότι δηλαδή μία κοινωνία οφείλει να προσφέρει στους εργαζομένους βιώσιμους μισθούς και ένα επαρκές κράτος προνοίας, εάν δεν θέλει να επικρατήσουν εκείνες οι τρομακτικές συνθήκες, οι οποίες «προλογίζουν» τα απολυταρχικά καθεστώτα.

Ανεξάρτητα τώρα από τα παραπάνω, στις αρχές Μαρτίου του 2012, οι 25 από τις 27 χώρες της ΕΕ (εκτός της Μ. Βρετανίας και της Τσεχίας), με «εισηγητή» τη Γερμανία, υπέγραψαν στις Βρυξέλλες ένα σύμφωνο δημοσιονομικής σταθερότητας και πειθαρχίας, το οποίο περιλαμβάνει την απαγόρευση της υπερχρέωσης, καθώς επίσης την επιβολή κυρώσεων σε εκείνα τα κράτη, τα οποία εμφανίζουν υψηλά ελλείμματα στους προϋπολογισμούς τους (ως συνήθως, η Γερμανία επιλέγει τις επικίνδυνες χειρουργικές επεμβάσεις, από την κουραστική, μακροχρόνια, αλλά λιγότερο οδυνηρή θεραπεία μίας ασθένειας).

Εν τούτοις η ελπίδα ότι, με τη βοήθεια αυτής της ενέργειας θα ξεπερασθεί η κρίση της Ευρωζώνης, φαίνεται μάλλον ουτοπική. Από τη μία πλευρά είναι εντελώς ανόητο να θεωρήσει κανείς πως το νέο σύμφωνο θα τηρηθεί πολύ πιο αυστηρά, από τα κριτήρια του Μάαστριχτ – ενώ από την άλλη είναι μάλλον επικίνδυνο, αφού  στηρίζεται σε μία απόλυτα εσφαλμένη διάγνωση.

Ειδικότερα, η αντιμετώπιση του προβλήματος της Ευρωζώνης στηρίχθηκε στη διάγνωση, σύμφωνα με την οποία η κρίση οφείλεται στην υπερχρέωση ορισμένων χωρών της ένωσης – σαν αποτέλεσμα της δυνατότητας τους να δανείζονται με χαμηλά επιτόκια, μετά την υιοθέτηση του κοινού νομίσματος.

Η διαπίστωση αυτή, η οποία πραγματικά ισχύει για ορισμένα κράτη (όπως για την Ελλάδα και την Ιταλία), είναι εντελώς εσφαλμένη για όλα σχεδόν τα υπόλοιπα – στα οποία οι ροές κεφαλαίων δεν κατευθύνθηκαν στο δημόσιο τομέα, αλλά στον ιδιωτικό. Το γεγονός αυτό, η υιοθέτηση δηλαδή του ευρώ, διευκόλυνε την υπερχρέωση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών κυρίως στην Ισπανία και στην Ιρλανδία – ενώ το δημόσιο χρέος υποχώρησε σημαντικά, λόγω της αύξησης των εσόδων από την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα (το ακριβώς αντίθετο συνέβη στην Ελλάδα).

Μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης όμως αυξήθηκαν τα χρέη του δημοσίου της Ιρλανδίας, αφού αναγκάσθηκε να αναλάβει τις ζημίες των τραπεζών, από 25% του ΑΕΠ τέλη του 2007, στα 119% τέλη του 2013 – ενώ κάτι ανάλογο θα συμβεί και σε πολλές άλλες χώρες, όπως στην Ισπανία, στο Βέλγιο (το οποίο υποφέρει παράλληλα από πολύ υψηλό δημόσιο χρέος, καθώς επίσης από μία διαρκή ακυβερνησία), στην Ολλανδία, στην Αυστρία κλπ.

ΟΙ ΡΟΕΣ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ

Η εισαγωγή του ευρώ προκάλεσε μία μαζική ροή κεφαλαίων προς τα κράτη της ευρωπαϊκής περιφέρειας, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία μεγάλων ελλειμμάτων στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών τους. Η ροή των κεφαλαίων οφειλόταν στην εμπιστοσύνη των αγορών στη σταθερότητα της Ευρωζώνης, η οποία εγγυόταν υποθετικά τόσο για την ανάπτυξη των κρατών, όσο και την ασφάλεια των χρημάτων των δανειστών.

Αρκετοί από τους υπερασπιστές της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων, οι οποίοι σήμερα κατακρίνουν τη δημιουργίαμακροοικονομικών ασυμμετριών εντός της Ευρωζώνης, θεωρούσαν την τότε ροή των χρημάτων σαν έναν ορθολογικό μηχανισμό, για την εξισορρόπηση των κεφαλαιακών αποδόσεων.

Σύμφωνα λοιπόν με τους ίδιους, τα κεφάλαια έρρεαν από τις μη ανταγωνιστικές χώρες υψηλού εργατικού κόστους του Βορρά, στις ανταγωνιστικές περιοχές χαμηλού εργατικού κόστους του Νότου, οι οποίες είχαν ελάχιστες υποδομές και μεγάλες δυνατότητες απορρόφησης επενδυτικών κεφαλαίων – παράγοντες οι οποίοι (δήθεν) εγγυόταν αυξημένη παραγωγικότητα, καθώς επίσης υψηλότερη αποδοτικότητα των επενδυμένων κεφαλαίων. Ο Πίνακας Ι που ακολουθεί, ο οποίος εμφανίζει τις απαιτήσεις των γερμανικών τραπεζών, τεκμηριώνει τις παραπάνω διεργασίες:

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Εξωτερικές απαιτήσεις (δάνεια) των γερμανικών τραπεζών σε δις €, στις «ελλειμματικές» χώρες του Νότου, με ημερομηνία καταγραφής τέλη Αυγούστου 2010

Χώρες Συνολικά Τράπεζες Επιχειρήσεις Δημόσιο
Ισπανία 146.755 62.963 63.439 20.353
Ιταλία 133.296 48.138 45.664 39.494
Ιρλανδία* 114.707 43.025 69.318 2.364
Πορτογαλία 28.685 13.130 9.862 5.693
Ελλάδα 27.990 2.451 7.614 17.925
Ευρώπη 1.524.366
Λοιπός κόσμος 928.625
Γενικό σύνολο** 2.452.991

Πηγή: Bundesbank

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

* Το ΑΕΠ της Ιρλανδίας το 2008 ήταν 185,7 δις €, οπότε το χρέος της απέναντι στις Γερμανικές τράπεζες ήταν περίπου 62% του ΑΕΠ. Για σύγκριση, το αντίστοιχο χρέος της Ελλάδας (ΑΕΠ 2008 στα 242,9 δις €) ήταν μόλις 11,5% του ΑΕΠ.

** Τεράστιο ποσόν, περίπου όσο το ΑΕΠ της.

Σημείωση: Η «μοίρα» των πλεονασματικών χωρών, όπως η Γερμανία, είναι να δανείζουν τις ελλειμματικές – αφενός μεν για να πουλούν τα προϊόντα τους, αφετέρου για να επενδύουν τα πλεονάσματα τους (ας σημειωθεί εδώ ότι, οι απαιτήσεις της Bundesbank απέναντι στην ΕΚΤ έχουν ξεπεράσει τα 600 δις € – κάτι που προβληματίζει ιδιαίτερα τη Γερμανία). Σε περιόδους όμως κρίσης, όπως στη σημερινή, αυτός που συνήθως ζημιώνεται στο τέλος δεν είναι ο οφειλέτης, αλλά ο δανειστής – γεγονός που πολύ σωστά τρομοκρατεί τη Γερμανική κυβέρνηση, παρά τα όσα ανακριβή ανακοινώνει στους Πολίτες της.

Συνεχίζοντας, με το ξέσπασμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, οι διαθέσεις άλλαξαν ριζικά – όπως συνήθως συμβαίνει, όταν οι αγορές κυριεύονται από τον πανικό της απώλειας των χρημάτων τους. Ξαφνικά λοιπόν πολλοί επενδυτές διαπίστωσαν ότι, οι δομές διακυβέρνησης δεν ήταν τόσο σταθερές σε όλη την έκταση της Ευρωζώνης, όπως νόμιζαν στο παρελθόν. Παράλληλα, αποφάσισαν να αποσύρουν τα κεφάλαια τους από τις παραγωγικές επενδύσεις (πραγματική οικονομία) και να τα τοποθετήσουν σε μη παραγωγικούς χώρους – όπως για παράδειγμα στα χρηματιστήρια και στα ακίνητα, με αποτέλεσμα να εκτοξευθούν αυτές οι αξίες στα ύψη.

Στη συνέχεια, όλο και περισσότεροι επενδυτές άρχισαν να αποσύρουν τα χρήματα τους τόσο από τις κερδοσκοπικές επενδύσεις, όσο και από τις χώρες της περιφέρειας. Έτσι αντιστράφηκαν οι ροές των κεφαλαίων, από τις χώρες του Νότου προς τις χώρες του Βορρά – με κριτήριο πλέον όχι την αποδοτικότητα (κερδοφορία) αλλά την ασφάλεια των κεφαλαίων. Φυσικά το γεγονός αυτό δημιούργησε τεράστια προβλήματα τόσο στην πραγματική οικονομία, όσο και στις χώρες του Νότου, για τις οποίες ξεκίνησε μία αντίστροφη μέτρηση άνευ προηγουμένου.

Η εμπειρία πολλών χρηματοπιστωτικών κρίσεων έχει τεκμηριώσει το ότι, μετά από μία απελευθέρωση/απορύθμιση των χρηματοπιστωτικών αγορών, μετά από το άνοιγμα δηλαδή του κλουβιού που κρατιόταν φυλακισμένο το αιμοβόρο καιπαρανοϊκό θηρίο, προκαλούταν πάντοτε πιστωτικές φούσκες – οι οποίες έσπαζαν ξαφνικά, με έναν εκκωφαντικό θόρυβο. Αυτό συνέβη ουσιαστικά στη Λατινική Αμερική τη δεκαετία του 1970 ή στην Ασία στο τέλος της τελευταίας δεκαετίας.

Όπως φαίνεται η ελπίδα, σύμφωνα με την οποία οι αγορές θεωρούν ότι μπορούν να αποσύρουν έγκαιρα τα κεφάλαια τους από τις εκάστοτε εστίες πυρκαγιάς, είναι εντελώς ουτοπική – με αποτέλεσμα να προκαλούνται κρίσεις πανικού, όταν πιστεύουν πως η πυρκαγιά απειλεί πλέον να κλείσει όλους τους δρόμους διεξόδου τους. Με δεδομένο δε ότι, η οποιαδήποτε αλλαγή κατεύθυνσης μίας οικονομίας, μετά το σπάσιμο της φούσκας, απαιτεί χρόνο για να επανέλθει σε μία σωστή πορεία, χρόνο όμως που δεν είναι καθόλου διατεθειμένες να προσφέρουν οι πανικοβλημένες αγορές, η κατάσταση επιδεινώνεται συνήθως πολύ περισσότερο, από όσο θα ήταν λογικό.

Μία ξαφνική αντιστροφή της ροής κεφαλαίων λοιπόν έχει σαν συνέπεια την κατάρρευση ακόμη και εκείνων των επενδυτικών προγραμμάτων, τα οποία είναι απολύτως κερδοφόρα – με αποτέλεσμα οι εταιρείες ή τα κράτη, τα οποία εγκαταλείπονται ξαφνικά από τα κεφάλαια, να αποσταθεροποιούνται, βυθιζόμενα στο χάος και στην καταστροφή, χωρίς καμία δυνατότητα αντιστροφής της τάσης.

Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΧΡΕΟΥΣ

Από την πλευρά της Γερμανίας, η αιτία της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους, είναι η έλλειψη δημοσιονομικής πειθαρχίας – η μη τήρηση δηλαδή του συμφώνου σταθερότητας (έλλειμμα 3%), κατά την κατάρτιση και εφαρμογή των ετησίων προϋπολογισμών. Αντίθετα, από την πλευρά της Ισπανίας, «ένοχοι» για την κρίση είναι οι κερδοσκόποι. Και στις δύο περιπτώσεις, «παραγνωρίζονται» προφανώς οι ευρύτερες αλληλεξαρτήσεις ιδιωτικών και δημοσίων χρεών, ενώ δεν λαμβάνονται καθόλου υπ’ όψιν οι μεγάλες «ενδοευρωπαϊκές ανισορροπίες», στον τομέα της παραγωγικότητας (για παράδειγμα, 30-40% χαμηλότερη παραγωγικότητα της Ελλάδας, σε σχέση με τη Γερμανία, σχεδόν αντίστοιχα υψηλότερες τιμές καταναλωτή κλπ).

Περαιτέρω, οι προσπάθειες των ευρωπαϊκών κρατών, με στόχο τη «συλλογική», την από κοινού δηλαδή μείωση των δημοσίων ελλειμμάτων, οδηγούν ασφαλώς στην ύφεση (depression). Αντίθετα, η μερική «θεραπεία» των προβλημάτων της Ευρωζώνης, με τη βοήθεια του ελεγχόμενου πληθωρισμού, κατά το «παράδειγμα» των Η.Π.Α. («εκτύπωση» χρημάτων από την ΕΚΤ, Ευρωομόλογα κλπ.), θα ήταν μάλλον μία βραχυπρόθεσμη λύση. Άλλωστε, όπως έχουμε ήδη αναλύσει, η απόσυρση των μέτρων στήριξης είναι μία εξαιρετικά δύσκολη, επικίνδυνη διαδικασία, χωρίς απολύτως κανένα εγγυημένο αποτέλεσμα.

Η καλυτέρευση τώρα της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας, κατά το «πρότυπο» της Γερμανίας (συγκράτηση των μισθών, περιορισμός του κοινωνικού κράτους, μειωμένη εσωτερική κατανάλωση κλπ), θα οδηγήσει σε επικίνδυνες, παγκόσμιεςοικονομικές ανισορροπίες – ενώ, η συνέχιση του ενδοευρωπαϊκου ανταγωνισμού, ξανά εκ μέρους της Γερμανίας(επιδότηση/dumping εργατικού κόστους, ανάπτυξη εις βάρος των «εταίρων» της κ.α.), θα προκαλέσει αργά ή γρήγορα τη διάσπαση της Ευρωζώνης.

Κατά την άποψη μας η διέξοδος, η λύση της Ευρώπης δηλαδή, δεν είναι άλλη από τη «συμμετρική» εξέλιξη, από την «ταιριαστή», την αρμονική ανάπτυξη καλύτερα των κρατών-μελών της όπου, οι μέχρι σήμερα πλεονασματικές χώρες, όπως η Γερμανία και η Ολλανδία, θα αποδεχθούν μεγαλύτερα ελλείμματα – έτσι ώστε οι «ελλειμματικές» χώρες, όπως η Ισπανία και η Ελλάδα, να μπορούν να μειώσουν τα δικά τους.

Για παράδειγμα, μόνο εάν αυξήσει την εσωτερική της κατανάλωση η Γερμανία, μειώνοντας τους φόρους και αυξάνοντας τους μισθούς των εργαζομένων της, εισάγοντας παράλληλα προϊόντα από την Ελλάδα και επενδύοντας στη χώρα μας (αντί στην Κίνα ή αλλού), θα υπάρξει ταυτόχρονη, αρμονική ανάπτυξη και στις δύο χώρες.

Στην αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή δεν υπάρξει η βούληση για συμμετρική εξέλιξη, για μία αρμονική ανάπτυξη, η οποία θα οδηγήσει στην πολιτική ένωση της Ευρώπης, είναι καλύτερα να διασπασθεί άμεσα η Ευρωζώνη, με δική της πρωτοβουλία – «υποχωρώντας» ίσως στην προηγούμενη της κατάσταση (ΕΟΚ), με την υιοθέτηση των εθνικών νομισμάτων εκ μέρους όλων των μελών της, τα οποία πλέον θα συνιστούν μία απλή ζώνη ελευθέρου εμπορίου (μαζί με τη Ρωσία).

Περαιτέρω, η «κατά περίπτωση» υιοθέτηση ενός εθνικού νομίσματος, όπως αυτή συζητείται τόσο για την Ελλάδα (δραχμή), όσο και για τη Γερμανία (μάρκο), δεν οδηγεί πουθενά – ενώ είναι απολύτως «ουτοπική», αφού στη μεν Ελλάδα θα είχε σαν αποτέλεσμα την «εκτόξευση» του χρέους σε ευρώ (δημοσίου και ιδιωτικού), λόγω «ραγδαίας» υποτίμησης της δραχμής, ενώ στη Γερμανία την καταβαράθρωση των εξαγωγών (65% στην ΕΕ), λόγω αθρόας ανατίμησης του μάρκου.Μόνο μία «ελεγχόμενη» λοιπόν, μία μεθοδική και προγραμματισμένη έξοδος όλων των μελών από την Ευρωζώνη, «κοινή συναινέσει», θα μπορούσε να έχει κάποιες ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας. 

Δυστυχώς όμως, η κατάσταση φαίνεται να οδηγείται αλλού. Ειδικότερα, αν και το 2009 θεωρούσε κανείς εντελώς απίθανη τη διάλυση της Ευρωζώνης, κυρίως λόγω των τεράστιων χρηματοπιστωτικών αλληλεξαρτήσεων των χωρών-μελών της (συγκοινωνούντα δοχεία), σήμερα δεν αποτελεί πλέον έναν τόσο μεγάλο κίνδυνο. Όπως διαπιστώνεται δε πολλές κεντρικές τράπεζες, με πρώτη από όλες τη γερμανική Bundesbank, προετοιμάζονται πυρετωδώς για ένα τέτοιο ενδεχόμενο – γεγονός που θα άλλαζε εντελώς την εικόνα του πλανήτη, αφού το ευρώ είναι το δεύτερο σημαντικότερο αποθεματικό νόμισμα παγκοσμίως.

Ολοκληρώνοντας, θεωρούμε ότι καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν είναι τόσο ισχυρή για να μπορέσει να αντιμετωπίσει μόνη της τις διαρκείς επιθέσεις του κερδοσκοπικού κεφαλαίου. Πόσο μάλλον αφού, τα τεράστια προβλήματα της μέχρι σήμερα σύνδεσης των διαφόρων ευρωνομισμάτων με το ύπουλα ισχυρό «γερμανικό ευρώ», ταυτόχρονα με την αδυναμία άσκησης αυτόνομης «νομισματικής πολιτικής», εκ μέρους των κεντρικών τραπεζών των κρατών-μελών της Ευρωζώνης, θα οδηγούσαν όποια χώρα επιθυμούσε να εξέλθει «ηρωικά» μόνη της, στην απόλυτη οικονομική καταστροφή – εάν όχι, στην πλήρη εξάρτηση της «από τρίτους».

ΟΙ ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΝΤ

Όπως έχουμε αναφέρει στο παρελθόν οι σύνδικοι του διαβόλου, το ΔΝΤ δηλαδή, από το 1971 και μετά (κατάργηση του κανόνα του χρυσού), είναι όργανο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής – επομένως, των πολυεθνικών της Wall Street. Μετά την αποτυχία του τώρα στη Λατινική Αμερική, καθώς επίσης στις αναπτυσσόμενες χώρες (Ασία κλπ), έμεινε ουσιαστικά χωρίς αντικείμενο. Τόσο αυτό λοιπόν, όσο και η «σκοτεινή δύναμη» πίσω του (η Παγκόσμια Τράπεζα), αντιμετώπιζαν σοβαρότατα οικονομικά προβλήματα.

Στα πλαίσια αυτά, οι Η.Π.Α. «επιτέθηκαν» τόσο στην Ευρώπη (κυρίως), όσο και αλλού, δια μέσου της πώλησης των ενυπόθηκων δανείων χαμηλής εξασφάλισης (CDO’S) – διαπράττοντας τη μεγαλύτερη ληστεία όλων των εποχών. Εξήγαγαν λοιπόν τα προβλήματα τους σε ολόκληρο τον κόσμο, καταστρέφοντας τεράστιες ποσότητες χρημάτων και οδηγώντας αρκετές χώρες στο χείλος του γκρεμού.

Στη συνέχεια, εμφανίστηκε το ΔΝΤ σαν «ο από μηχανής Θεός», εν πρώτοις στην Ανατολική Ευρώπη και αργότερα στην Ευρωζώνη – από την πόρτα που του άνοιξε πρώτη η Ελλάδα, όταν βρέθηκε στο «μάτι του κυκλώνα». Η «κερκόπορτα» αυτή ανοίχθηκε με την αυθαίρετη πρωτοβουλία της Ελληνικής κυβέρνησης, η οποία ουσιαστικά προσκάλεσε μόνη της το ΔΝΤ – με την ανοχή δυστυχώς, αν όχι με τη συμμετοχή, της κυρίας Merkel.

Ο «σοσιαλιστής» ηγέτης τώρα του ΔΝΤ, κατάφερε να αποβιβαστεί στην Ευρώπη,  πείθοντας τη Γερμανίδα καγκελάριο για τις αγαθές του προθέσεις (ή, ίσως, συνεργαζόμενος μυστικά μαζί της), έχοντας φυσικά εξασφαλίσει την αμέριστη «συμπαράσταση» του Έλληνα πρωθυπουργού. Λίγους μήνες αργότερα, αφού προηγουμένως είχε εγκατασταθεί μόνιμα ησκιώδης κυβέρνηση στην Αθήνα, «αποκρατικοποιώντας» την εξουσία, διεύρυνε τις μεθοδικές επιθέσεις του, με τη βοήθεια των συμβατικών αμερικανικών όπλων (εταιρείες αξιολόγησης κλπ.) και της ευρωπαϊκής κυβερνητικής «ανεπάρκειας».

Έτσι λοιπόν εισέβαλλε τελικά στη δεύτερη χώρα της Ευρωζώνης, στην Ιρλανδία, η οποία όμως, αυτή τη φορά, δεν το ζήτησε μόνη της, όπως η Ελλάδα, αλλά της επιβλήθηκε «εκ των άνω». Αργότερα ακολούθησε η Πορτογαλία, ενώ έπονται φυσικά και άλλες χώρες (Ισπανία, Βέλγιο, Ιταλία κλπ), αφού πλέον το ΔΝΤ έχει βρει μία πολύ πιο «αποδοτική» δραστηριότητα, από αυτήν που είχε μέχρι σήμερα.

Συνεχίζοντας, τα ποσά που δανείζει το ΔΝΤ είναι πλέον σε «τοκογλυφική» συνεργασία με την Κομισιόν και την ΕΚΤ, είναι πολύ πιο μεγάλα από τα συνήθη (για παράδειγμα στη Βραζιλία, σε μία πάμπλουτη σε υπέδαφος και ενέργεια χώρα των 190 εκ. κατοίκων, είχε περιορισθεί στα περίπου 30 περίπου δις $), ενώ χρησιμοποιούνται φρεσκοτυπωμένα, πληθωριστικά δολάρια, χωρίς αντίκρισμα (η ανοδική πορεία της τιμής του χρυσού, είναι η καλύτερη απόδειξη της απαξίωσης του δολαρίου).

Μπορεί λοιπόν να αυξάνει απεριόριστα τα κεφάλαια του, χωρίς καθόλου να προβληματίζεται για την εύρεση τους, όπως οι «εταίροι» του στην Ευρωζώνη – οι οποίοι, κάποια στιγμή, θα δυσκολευθούν να το ακολουθήσουν, με όλα όσα κάτι τέτοιο συνεπάγεται για το μέλλον τους.

Ο στόχος του φαίνεται να είναι, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η υποδούλωση των χωρών-πελατών του, δια μέσου της κατάληψης της σκιώδους εξουσίας (ειδικά των εκάστοτε υπουργείων οικονομικών), η πλουσιοπάροχη αμοιβή των στελεχών του (δεν πληρώνουμε μόνο τόκους, αλλά και υψηλούς μισθούς στο ΔΝΤ), η λεηλασία των κερδοφόρων δημοσίων επιχειρήσεων από τις πολυεθνικές-εντολοδόχους του, καθώς επίσης η κερδοφόρα εγκατάσταση των ξένων εταιρειών – σε χώρες που «επιβάλλει» το ίδιο αφενός μεν μία εκτεταμένη φοροαποφυγή, αφετέρου δε μία τεράστια «συμπίεση» των αμοιβών των εργαζομένων, η οποία καταλήγει στην εξαθλίωση της πλειοψηφίας τους.

Φυσικά, το «Ταμείο» είναι πλήρως οργανωμένο, ενώ έχει την ικανότητα «χειρισμού» της κοινής γνώμης, δια μέσου της «χειραγώγησης» κάποιων ΜΜΕ, ορισμένων «επιφανών» συνδικαλιστών και γενικότερα των περισσοτέρων από αυτούς που εκπροσωπούν τους ονομαζόμενους «κοινωνικούς εταίρους».

Σε γενικές γραμμές δε το φοβισμένο, το «παγωμένο» στη θέση του και άβουλο πλήθος, δεν αντιδράει αμέσως – συνήθως πολύ αργότερα, όταν είναι πλέον αδύνατον να αντιστραφούν τα αποτελέσματα. Για παράδειγμα, το «πλήθος» στην Αργεντινή βγήκε τότε μόνο στους δρόμους, όταν η χώρα είχε λεηλατηθεί και χρεοκοπήσει, μετά από αρκετά χρόνια δραστηριοποίησης των συνδίκων του διαβόλου.

Κλείνοντας, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, “Όταν μία αντιπροσωπεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου «επισκέπτεται» μία χώρα, θέτοντας σαν προϋπόθεση για την εκχώρηση δανείων τον περιορισμό των κοινωνικών και λοιπών δαπανών, η διαφορά δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη, σε σχέση με τη φυσική καταστροφή που θα προκαλούσε ένας βομβαρδισμός εκ μέρους του ΝΑΤΟ.

Το ΔΝΤ απαιτεί το κλείσιμο νοσοκομείων, σχολείων και βιομηχανιών, με ένα πολύ χαμηλότερο κόστος «εισβολής» για τηΔύναμη που εκπροσωπεί, από αυτό που θα είχε ο ανελέητος βομβαρδισμός των νοσοκομείων, των σχολείων και των βιομηχανιών – όπως στο παράδειγμα της Γιουγκοσλαβίας. Το αποτέλεσμα όμως, για τη χώρα «υποδοχής» του, είναι σχετικά το ίδιο: Η απόλυτη καταστροφή της” (M.Chossudovsky).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Είναι γνωστό ότι, σε περιόδους ανάπτυξης περιορίζεται το δημόσιο χρέος, αφού εισπράττονται φόροι σε συνεχώς υψηλότερο ΑΕΠ, ενώ αυξάνεται το ιδιωτικό χρέος – λόγω των μεγαλυτέρων επενδύσεων, καθώς επίσης της αυξημένης κατανάλωσης. Αντίθετα, σε περιόδους ύφεσης, μεγεθύνεται το δημόσιο χρέος (σε ποσοστιαία και απόλυτα νούμερα) ενώ περιορίζεται το ιδιωτικό.

Επομένως όταν μία χώρα, όπως η Ελλάδα, με υπερχρεωμένο το δημόσιο τομέα και ελάχιστα δανεισμένο τον ιδιωτικό, εφαρμόζει την ακριβώς αντίθετη οικονομική πολιτική, είναι αδύνατον να καταπολεμήσει τα οικονομικά της αδιέξοδα.

Εν τούτοις, δεν ισχύουν τα ίδια για όλες τις χώρες της Ευρωζώνης – όπως για παράδειγμα, στην Ισπανία, ο ιδιωτικός τομέας της οποίας είναι υπερχρεωμένος, ενώ το δημόσιο όχι. Εκτός αυτού, ανεξάρτητα από τον παραπάνω οικονομικό κανόνα, πολλές υπερχρεωμένες χώρες κινδυνεύουν δυστυχώς με χρεοκοπία, εάν δεν ακολουθήσουν μία περιοριστική δημοσιονομική πολιτική.

Η λύση των προβλημάτων λοιπόν, ειδικά στην Ευρωζώνη, ευρίσκεται κατά την άποψη μας αφενός μεν στην άμεση εκδίωξη του ΔΝΤ από ολόκληρη την ήπειρο, αφετέρου στη συμμετρική ανάπτυξη των επί μέρους κρατών της.Ειδικότερα, σε ένα διαφορετικό μοντέλο κοινής ανάπτυξης, η οποία θα στηρίζεται στις επενδύσεις και όχι στην κατανάλωση – σε ένα μοντέλο που θα εξασφαλίζει τη σωστή κατανομή των αναπτυξιακών ωφελημάτων, χωρίς να έρχεται σε αντίθεση (συναλλαγματικοί πόλεμοι κλπ) με τον υπόλοιπο πλανήτη.

Κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί, μόνο εάν τα πλεονάσματα των πλουσίων χωρών της Ευρωζώνης  μειωθούν, προς όφελος των ελλειμματικών κρατών της – εάν όχι με τη βοήθεια της «αγοράς» (μεγαλύτερη κατανάλωση των πλεονασματικών χωρών, επικεντρωμένη σε προϊόντα των ελλειμματικών), τότε με μία πολιτικά και δημοκρατικά ελεγχόμενη μεταφορά πόρων, από τις πλεονασματικές στις ελλειμματικές χώρες – η οποία όμως απαιτεί μία περισσότερο «διακρατική», ευρωπαϊκή σκέψη,  αν όχι την απεριόριστη αλληλεγγύη των μελών της Ευρωζώνης μεταξύ τους, προς όφελος ολόκληρης της Ένωσης.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Οφείλουμε να σημειώσουμε ότι, εμείς οι Έλληνες αντιμετωπίζουμε πάρα πολλά προβλήματα από τη συμμετοχή μας στη ζώνη του ευρώ – αν και τα σημαντικότερα προέρχονται από τη διαφθορά, από την ανικανότητα και από την ανεπάρκεια των τελευταίων κυβερνήσεων μας. Το γεγονός αυτό, σε συνάρτηση με την απίστευτη αλαζονεία της πρωσικής Γερμανίας, μας κάνει αναμφίβολα πολύ επιρρεπείς στο κάλεσμα εκείνων των σειρήνων, οι οποίες μας προτείνουν να εγκαταλείψουμε την ευρωπαϊκή οικογένεια – με τον αυθαίρετο ισχυρισμό πως έτσι θα λύσουμε ευκολότερα τα προβλήματα μας.

Εν τούτοις εάν κατανοήσουμε πως δεν είναι μόνο η Ελλάδα στο μνημόνιο, αλλά ολόκληρη σχεδόν η Ευρώπη, αφού οι περισσότερες χώρες της, η μία μετά την άλλη, υποχρεώνονται να υιοθετήσουν την ίδια πολιτική εγκληματικής λιτότητας (μοναδική ίσως διαφορά της Ελλάδας είναι το ότι απλά προηγείται στο δρόμο της καταστροφής, δανειζόμενη ενυπόθηκα από τα άλλα κράτη – τα οποία όμως δανείζονται με τη σειρά τους για να την δανείσουν, από τους ίδιους τοκογλύφους), θα διαπιστώσουμε πως μας συνδέουν πολύ περισσότερα με τις άλλες χώρες, από όσα μας χωρίζουν.

Οφείλουμε επίσης να καταλάβουμε ότι οι πολιτικοί, με εξαίρεση φυσικά τους όποιους διατεταγμένους (άρθρο μας), προσπαθούν συνήθως να αφουγκραστούν, να συναισθανθούν και να νοιώσουν τις απαιτήσεις της κοινής γνώμης – έτσι ώστε την ενστερνισθούν σε κάποιο βαθμό, αφού διαφορετικά είναι αδύνατον να εκλεγούν ή/και να παραμείνουν στην εξουσία, υπηρετώντας τις όποιες φιλοδοξίες τους.

Στα πλαίσια αυτά, όταν διαπιστώνουν ότι οι Πολίτες αποδέχονται τις πολιτικές των μνημονίων και δεν επαναστατούν, ενώ συνεχίζουν να τους ακούν στα ΜΜΕ, να τους διαβάζουν στις εφημερίδες ή/και να επισκέπτονται τις κομματικές εκδηλώσεις τους, λαμβάνουν λανθασμένα μηνύματα – τα οποία στη συνέχεια μεταδίδουν στους δανειστές της χώρας τους, οι οποίοι παρακολουθούν με μεγάλη προσοχή όλα όσα διαδραματίζονται.

Από την άλλη πλευρά, όταν οι Έλληνες Πολίτες συνεχίζουν να παραμένουν σιωπηλοί, πόσο μάλλον εάν τελικά επιβραβεύσουν τα δύο κόμματα της συγκυβέρνησης με 151 βουλευτικές έδρες, τότε οι πολιτικοί, όσο και αν το επιθυμούν, είναι αδύνατον να απελευθερώσουν την πατρίδα τους από τους κατακτητές της.

Μη έχοντας τη στήριξη των Πολιτών, μέσα από την οργισμένη αντίδραση τους απέναντι στη λεηλασία της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας τους, καθώς επίσης στην εξαθλίωση τους, είναι αδύνατον να αντιμετωπίσουν τους τοκογλύφους – πόσο μάλλον να συμβάλλουν στην, από κοινού με τα άλλα κράτη, καλυτέρευση εκείνων των συνθηκών, κάτω από τις οποίες η Ευρώπη έχει διατηρήσει την ειρήνη και την κοινωνική συνοχή, καθώς επίσης το κράτος πρόνοιας, για πάνω από 60 χρόνια (για πρώτη φορά στην ιστορία της).

Με απλούστερα λόγια, εάν όλοι εμείς αποδεχόμαστε αδιαμαρτύρητα την απόλυτη εξαθλίωση και την καταστροφή του κοινωνικού κράτους, καθώς επίσης τον κίνδυνο της ανεξέλεγκτης, μη συντεταγμένης διάλυσης της Ευρωζώνης, πως είναι δυνατόν να περιμένουμε να μας υπερασπιστούν οι πολιτικοί, απέναντι στις ηγεμονικές βλέψεις της πρωσικής Γερμανίας, στην επέλαση του άκρατου νεοφιλελευθερισμού και στα σχέδια υποδούλωσης μας από τα παιδιά του Σικάγου;

Εάν λοιπόν παραμείνουμε αδρανείς, εκβιαζόμενοι από τα ψεύτικα διλήμματα και εκλέγοντας αυτούς οι οποίοι υπέγραψαν την καταδίκη της χώρας μας, δεν θα βοηθήσουμε ούτε την Ελλάδα, ούτε τους όποιους ικανούς πολιτικούς της – οπότε θα είμαστε άξιοι της μοίρας μας, απογοητεύοντας όχι μόνο τα παιδιά μας, αλλά ολόκληρη την Ευρώπη, η οποία περιμένει ξανά από την Ελλάδα την επιστροφή στη δημοκρατία.

Κλείνουμε με μία ακόμη αναφορά στον Keynes: “Ο οικονομολόγος, όπως και ο πολιτικός, όταν απευθύνεται στην κοινή γνώμη (η απροσδιόριστη μαζική κοινή γνώμη εμπεριέχει τόσο το ουσιώδες, όσο και το επουσιώδες), χρησιμοποιεί επίσης την πειθώ –αλλά, σε αντίθεση με τον πολιτικό, μόνο υπό τη διάσταση της ως ρητορικό συμπλήρωμα της αλήθειας”.

CATASTROIKA από infowar

Ενδιαφέρον

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου, Κυριακή 27.04.12

Η δήλωση Τσίπρα, ότι θα μπορούσε να στηριχθεί και στον Καμμένο για να σχηματισθεί κυβέρνηση που θα διακόψει την καταστροφική μνημονιακή πορεία, πρέπει να θεωρηθεί, εφόσον βέβαια επιμείνει στη γραμμή αυτή και δεν υποκύψει στους δήθεν «αριστεριστές» γραφειοκράτες του, εν δυνάμει, η αρχή μιας από τις σημαντικότερες πολιτικές πρωτοβουλίες της ελληνικής Αριστεράς μετά τον εμφύλιο.

Για πρώτη φορά, ηγέτης της Αριστεράς φεύγει, στα λόγια τουλάχιστο ακόμα, αλλά και αυτά έχουν την αξία τους, από το στενό, παραταξιακό «καβούκι», που προσδιόρισε η συμφωνία Στάλιν-Τσώρτσιλ του Οκτωβρίου 1944 και αποδέχτηκε το ΚΚΕ, και από την «ψυχολογία της ήττας», που σφράγισε την παράταξη της αριστεράς μετά το 1949. Με τη δήλωσή του, ο επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ απευθύνεται στο απειλούμενο έθνος, αρχίζοντας, δειλά έστω, να του προτείνει-προσφέρει, σε μια τραγική στιγμή της νεώτερης ιστορίας του, μια λύση, που ο ελληνικός λαός μπορεί να δεχτεί ή να απορρίψει, στις εκλογές και μετά.

Η σφοδρή επίθεση που έκανε στον Τσίπρα η εφημερίδα «Νέα», με το αλάνθαστο (και «ταξικό», όπως θα έλεγαν οι φίλοι «επαναστάτες» του ΣΥΡΙΖΑ), κριτήριό της, ακολουθούμενη από όλο το συγκρότημα του δικομματισμού, συνιστά αναμφίβολα την καλύτερη επιβεβαίωση της ορθότητας της γραμμής του και της ευφυίας, που επέδειξε στην περίπτωση αυτή ο ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ, ευθυγραμμιζόμενος με το βαθύτερο ένστικτο του αγωνιούντος για τη χώρα του, σταδιακά αφυπνιζόμενου και ανθιστάμενου ελληνικού λαού. Που δεν ενδιαφέρεται σήμερα πρωτίστως για αριστερά και δεξιά, ούτε για τους γελοίους προεκλογικούς καυγάδες δύο συνεργαζόμενων-αλληλοϋβριζόμενων κομμάτων, που τον κατέστρεψαν, λεηλάτησαν και πρόδωσαν. Οι πολίτες ενδιαφέρονται να σταματήσουν την καταστροφή της χώρας, να εξασφαλίσουν δουλειά και αμοιβή, σύνταξη και επιβίωση. Θέλουν να πάρουν πίσω την Ελλάδα τους από την τρόικα και τα κόμματα που την κατέστρεψαν.

‘Όπως ήταν αναμενόμενο, δεν ήταν λίγα τα στελέχη και του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ που «έπεσαν να φάνε τον Τσίπρα», κατά την έκφραση άριστου γνώστη της «εσωκομματικής κουζίνας». Αυτό ήταν επόμενο να συμβεί και, στην πραγματικότητα, μάλλον επιβεβαιώνει την ορθότητα της γραμμής του που ενοχλεί, ακριβώς γιατί βγάζει από τη «βολή» του έναν ανεπαρκή, συντηρητικό μηχανισμό, που δεν ξέρει να κάνει πολιτική, έχει κάνει τέχνη την επίκληση της ιδεολογίας για να μην αγωνίζεται και δεν έχει μεγάλη διάθεση να αντιμετωπίσει τα πραγματικά, τραγικά προβλήματα της χώρας. Για να είμαστε πιο ακριβείς, δεν διανοείται να μπει στον δρόμο της Μέρκελ και των Τραπεζών που επιτίθενται στην Ελλάδα. Προτιμά τους κινδύνους της ήττας της χώρας από το Μνημόνιο, από τους κινδύνους να δείξει σε όλο το μεγαλείο του την ανεπάρκειά του.

Σημερινοί επικριτές του Τσίπρα δεν αμφισβήτησαν πολύ πιο συζητήσιμους συμβιβασμούς, όπως την κοινή εκλογική κάθοδο με τη δεξιά (1956), την ΕΑΔΕ, τη συγκυβέρνηση με Μητσοτάκη ή το Μάαστριχτ. ‘Oπως λέει συνεργάτης του κ. Τσίπρα: «Τι προτείνουν όσοι αντιδρούν; Να μη δώσουμε διέξοδο στο λαό; Να προτείνουμε να συνεχίσει με τα κόμματα του Μνημονίου;»

Μέχρι τώρα, ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετώπιζε με φόβο και αδυναμία τον Καμμένο, με αποτέλεσμα να χάνει ψήφους προς αυτόν. Τώρα, για πρώτη φορά μοιάζει, εκ των αντιδράσεών του (όπως και των ΚΚΕ και ΔΗΜΑΡ) να προκαλεί αμηχανία. Οι «πούροι αριστεροί» μιλάνε βέβαια για «ιδεολογική άβυσσο» με τον Καμμένο, αλλά ο τρόπος να ξεκαθαρίζουν τα ζητήματα είναι η πράξη. Τώρα, καλείται ο κ. Καμμένος να δείξει πως εννοεί την ανάγκη υπέρβασης των παραταξιακών τειχών ενώπιον εθνικής ανάγκης και την ανάγκη σύνθεσης εθνικού-κοινωνικού που επαγγέλλεται.

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα δεν επιδέχεται δύο χιλιάδες απαντήσεις. Αν συμφωνεί κάποιος με το Μνημόνιο, πρέπει να ψηφίσει ΠΑΣΟΚ/ΝΔ. Αν δεν συμφωνεί, πρέπει να επιδιώξει σχηματισμό κυβέρνησης που θα επαναδιαπραγματευθεί τις δανειακές υποχρεώσεις και θα πάρει έκτακτα μέτρα σωτηρίας. Τα υπόλοιπα είναι ανεύθυνες σαχλαμάρες, πολιτικαντισμοί, υπεκφυγές.

Αθήνα, 27.4.2012

Konstantakopoulos.blogspot.com

Το είδα στο «Olympia.gr». Το αναδημοσιεύω σαν ένα είδος …συγγνώμης για την, μάλλον, βιαστική μου κρίση για το βινεοπόνημα της Κας Μουτσάτου._Κ.Κ

Η απίθανη γεωγραφία των ονομάτων.

Ενημερωτικό. Από το «Σοφοκλέους 10«

Πέμπτη, 26 Απρίλιος 2012 00:12
Σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, πολλοί αναρωτιούνται γιατί η οικονομική ανάκαμψη αργεί τόσο πολύ. Πράγματι, η βραδύτητα των εξελίξεων έχει προκαλέσει την έκπληξη ακόμα και των ειδικών. Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η παγκόσμια οικονομία θα έπρεπε να επιδείξει ρυθμούς ανάπτυξης της τάξεως του 4,4% και του 4,5%το 2011 και το 2012 αντίστοιχα. Στην πραγματικότητα, τα τελευταία στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας δείχνουν ότι η ανάπτυξη έφθασε μόλις το 2,7% το 2011, και θα επιβραδυνθεί φέτος κατά 2,5% – ένα ποσοστό που μπορεί να χρειαστεί να αναθεωρηθεί μάλλον προς τα κάτω.

Υπάρχουν δύο πιθανές αιτίες για την απόκλιση που παρατηρείται. Είτε η ζημιά που προκλήθηκε από τη χρηματοπιστωτική κρίση ήταν πιο σοβαρή από αυτό που πιστεύαν όλοι, είτε το φάρμακο που δόθηκε στις ασθενείς οικονομίες ήταν λιγότερο αποτελεσματικό από αυτό που είχαν προβλέψει οι ειδικοί.

Στην πραγματικότητα, η σοβαρότητα της τραπεζικής κρίσης έγινε γρήγορα αντιληπτή. Δόθηκαν τεράστια πακέτα τόνωσης της οικονομίας  κατά την χρονική περίοδο 2008-9, με επικεφαλής τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, με τη  Βρετανία να συντονίζει της προσπάθειες και τη Γερμανία να παρουσιάζεται ουσιαστικά ως απρόθυμος υποστηρικτής της όλης διαδικασίας. Τα επιτόκια μειώθηκαν αισθητά, τράπεζες που κατέρρεαν διασώθηκαν πανηγυρικά, τυπώθηκε νέο χρήμα, κόπηκαν οι φόροι και ενισχύθηκαν οι δημόσιες δαπάνες. Ορισμένες χώρες προχώρησαν και σε υποτιμήσεις των νομισμάτων τους.

Ως αποτέλεσμα, ο κατήφορος σταμάτησε, και η ανάκαμψη ήταν ταχύτερη από ότι αρχικά αναμενόταν. Αλλά η τόνωση της οικονομίας με τα μέτρα αυτά μετέτρεψαν την τραπεζική κρίση σε δημοσιονομική κρίση και κρίση δημόσιου χρέους. Από το 2010 και μετά, οι κυβερνήσεις άρχισαν να αυξάνουν και πάλι τους φόρους και να μειώνουν δαπάνες ανταποκρινόμενες στις συχενιζόμενη απειλή της χρεοκοπίας. Στο σημείο αυτό, η ανάκαμψη άλλαξε πορεία.

Όπως επισημαίνουν οι Reinhart και Rogoff στο αριστουργηματικό τους βιβλίο This Time is Different (Αυτή τη φορά είναι διαφορετικά) δεν υπάρχει ασφαλής τρόπος να ξεγελάσεις μια βαθιά κρίση του τραπεζικού συστήματος. Η κρίση προέρχεται από την «υπερβολική συσσώρευση χρέους» η οποία καθιστά τις οικονομίες «ευάλωτες σε κρίσεις εμπιστοσύνης». Οι τράπεζες πρέπει να διασωθούν από τις κυβερνήσεις – και στη συνέχεια οι τράπεζες καλούνται να διασώσουν τις κυβερνήσεις αυτές.  Στο τέλος, και οι δύο πρέπει να διασωθούν από τις κεντρικές τράπεζες.

Όλα αυτά, σύμφωνα με τους Reinhart και Rogoff, οδηγούν σε μια «παρατεταμένη και έντονη συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας.» Εκτιμούν δε ότι η μέση διάρκεια των μεταπολεμικών κρίσεων έχει 4,4 χρόνια – o χρόνος που απαιτείται για την αναγκαία «απομόχλευση» δηλάδη την ελάφρυνση των χρεών – κατόπιν το κλίμα κρίσης αντιστρέφεται και αναζωπυρώνεται η οικονομική ανάπτυξη.

Ωστόσο, κάτι  λείπει από την ιστορία. Η ανάκαμψη από την παγκόσμια οικονομική ύφεση του 1929 διήρκησε περίπου 10 χρόνια, περισσότερο από το διπλάσιο του μέσου όρου που παρατηρείται κατά της μεταπολικές κρίσεις. Οι Reinhart και Rogoff υπογραμμίζουν δύο πιθανούς λόγους για αυτή τη χρονική διαφορά στους ρυθμούς ανάκαμψης: η αργή πολιτική ανταπόκριση στην παγκόσμια οικονομική ύφεση και ο χρυσός κανόνας, που σήμαινε ουσιαστικά ότι οι μεμονωμένες χώρες δεν ήταν σε θέση να βγουν από την ύφεση μέσω των εξαγωγών. Με άλλα λόγια, η δημοσιονομική πολιτική και το καθεστώς νομισματικής πολιτικής παίζουν αποφασιστικό ρόλο στις διαστάσεις που παίρνει η ύφεση αλλά και στο χρόνο που απαιτεί η οικονομική ανάκαμψη.

Είναι επίσης σημαντικό ότι ευρείς οικονομικές κρίσεις σημειώθηκαν και πάλι στη δεκαετία του 1970, μετά από ουσιαστική απουσία στις δεκαετίες του 1950 και 1960, όταν επικρατούσαν η Κεϋνσιανή διαχείριση του οικονομικού συστήματος και το σύστημα Bretton Woods για τη διαχείριση των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Οι μεγάλες μεταπολεμικές κρίσεις που αναλύουν οι Reinhart και Rogoff έλαβαν χώρα μεταξύ 1977 και 2001. Συνέβησαν επειδή είχαν αρθεί οι έλεγχοι των κινήσεων κεφαλαίων και η συνολική εποπτεία των τραπεζών. Ήταν μικρότερης διάρκειας από την ύφεση της δεκαετίας του 1930, κυρίως γιατί οι πολιτικές λύσεις που δόθηκαν δεν στερούνταν ευφυίας όπως παλιότερα.

Ο Πρόεδρος της Ινδονησίας κ. Susilo Bambang Yudhoyono τόνισε το σημείο αυτό κατά τη συνάντηση του με τον Βρετανό Πρωθυπουργός David Cameron νωρίτερα τον Απρίλιο τονίζοντας ότι το επιτυχές σχέδιο εξόδου της Ινδονησίας από την κρίση μετά την κατάρρευση του 1998 ήταν εμπνευσμένο από τον John Maynard Keynes. «Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι οι άνθρωποι μπορούν να αγοράσουν. Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι οι βιομηχανίες μπορούν να παράγουν …»

Σήμερα, πολλές κυβερνήσεις, ιδιαίτερα στην ευρωζώνη, φαίνεται να έχουν εξαντλήσει τις δυνατότητες διαμόρφωσης πολιτικής. Με τη δημοσιονομική λιτότητα στην μόδα, δεν ασχολούνται πλέον με το αν οι «άνθρωποι μπορούν να αγοράσουν» και αν «οι βιομηχανίες μπορούν να παράγουν.» Οι κεντρικές τράπεζες έχουν πια αναλάβει την αποστολή στήριξης των οικονομιών, αλλά τα περισσότερα από τα χρήματα που τυπώνουν παραμένουν εντός του τραπεζικού συστήματος, χωρίς να αντιστρέφουν τη στασιμότητα της κατανάλωσης και την πτώση των επενδύσεων.

Επιπλέον, η ίδια η ευρωζώνη αποτελεί ένα μίνι-χρυσό πρότυπο, με υπερχρεωμένη μέλη που δεν μπορούν να υποτιμήσουν τα νομίσματά τους, επειδή απλά δεν έχουν εθνικά νομίσματα για να υποτιμήσουν. Έτσι, δεδομένου ότι και η κινεζική ανάπτυξη είναι σε επιβράδυνση, η παγκόσμια οικονομία φαίνεται ότι θα ακολουθήσει την υποτονική της πορεία για αρκετό καιρό ακόμα, με αύξηση της ανεργίας σε ορισμένες χώρες έως 20% ή και περισσότερο.

Με μπλοκαρισμένες τη δημοσιονομική, νομισματική και συναλλαγματική πολιτική, υπάρχει διέξοδος από την παρατεταμένη ύφεση; Ο John Geanakoplos του Πανεπιστημίου του Yale τάσσεται υπέρ γενναίων διαγραφών των χρεών. Αντί να περιμένουν να απαλλαγούν από το χρέος μέσω πτωχεύσεων, οι κυβερνήσεις πρέπει «να απαιτήσουν άφεση χρέους.» Θα μπορούσαν να αγοράσουν τα επισφαλή δάνεια από τους δανειστές και να διαγράψουν ένα μέρος του κύριου κεφαλαίου που καταβάλλεται από τους δανειολήπτες, μειώνοντας ταυτόχρονα τις απαιτήσεις των ασφαλιστικών δαπανών και του συνολικού χρέους. Στις ΗΠΑ, τα προγράμματα TALF (Term Asset-Backed Securities Loan Facility) και PPIP (Public-Private Investment Program) αποτελούσαν ουσιαστικά προσπάθειες μερικής διαγραφής χρεών για κατόχους επισφαλών δανείων κατοικίας, αλλά σε πολύ μικρή κλίμακα.

Αλλά η αρχή της διαγραφής χρέους έχει σαφώς εφαρμογές και για το δημόσιο χρέος, ιδιαίτερα στην ευρωζώνη. Εκείνες που φοβούνται πολύ υψηλό δημόσιο χρέος είναι οι τράπεζες που το κατέχουν. Επισφαλή ομόλογα δημοσίου δεν διαφέρουν από  επισφαλή ιδιωτικά ομόλογα. Δανειστές και δανειζόμενοι θα έβγαιναν ουσιαστικά κερδισμένοι από μια ορθολογική ακύρωση του χρέους. Όπως επίσης και οι πολίτες των οποίων οι ζωές καταστρέφονται από απεγνωσμένες προσπάθειες των κυβερνήσεων για απο-μόχλευση των χρεών.

Η διαγραφή των χρεών στηρίζεται φιλοσοφικά στην πεποίθηση ότι οι πιστωτές φέρουν μερίδιο ευθύνης για την κατάσταση που παρατηρείται, αφού ουσιαστικά χορήγησαν επισφαλή δάνεια. Εφ’ όσον ο οφειλέτης δεν παραπλάνησε το δανειστή κατά τη στιγμή της λήψης του δανείου, ο δανειστής φέρει τουλάχιστον κάποια ευθύνη για τη συναλλαγή.

Το 1918, ο Keynes υπστήριξε την ακύρωση των χρεών μεταξύ των Συμμάχων που προέκυπταν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο «Ποτέ δεν θα μπορέσουμε να κινηθούμε και πάλι, εκτός αν ελευθερωθούμε από αυτά τα χάρτινα δεσμά», έγραψε. Και το 1923, η έκκλησή του έγινε μια προειδοποίηση που πολιτικοί του σήμερα καλά θα κάνουν να λάβουν υπόψη τους: « Οι απολυταρχικοί των συμβάσεων … είναι οι πραγματικοί γονείς της επανάστασης.»

Ενδιαφέρον άρθρο από το e-fsw.gr

Πέμπτη, 26 Απρίλιος 2012 08:38

2410Του Peter Tchir (MW)

Μία μεγάλη πληθώρα πολύ μικρών πραγμάτων φαίνεται ότι συμβάλλουν στην αντοχή της αγοράς, αλλά υπάρχει επίσης η πεποίθηση πως τελικά η Γερμανία «έχει λάβει το μήνυμα».

Η Γερμανία τελικά πρόκειται να υπαναχωρήσει των απαιτήσεών της για επιπρόσθετη λιτότητα.

Το πρώτο ερώτημα είναι: Ποιός είναι ο ορισμός της λιτότητας; Προγράμματα που παρέχουν σήμερα χρήματα τα οποία επανακυκλοφορούν ταχέως στην οικονομία επειδή απευθύνονται σε κόσμο για να καλύψει τις βασικές ανάγκες διαβίωσής του, δεν πρέπει να κόβονται. Όταν περικόπτονται, μιλάμε για μία κακή λιτότητα.

Σε γενικές γραμμές η αύξηση των φόρων είναι ενδεχομένως επίσης μία μορφή κακής λιτότητας, αλλά τι γίνεται στην πραγματικότητα όταν προσπαθεί το κράτος να εισπράξει φόρους από εκείνους που αποφεύγουν να τους πληρώσουν; Τα σχέδια για τη μείωση των μακροπρόθεσμων ωφελειών πρέπει να μην σταματήσουν καθώς είναι και το ελάχιστο κόστος για την οικονομία αλλά ταυτόχρονα είναι και απαραίτητα για οποιαδήποτε μακροπρόθεσμη λύση. Έτσι, ενώ η «λιτότητα» αν και δεν έχει αποφέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, ορισμένες εκφάνσεις της πρέπει να διατηρηθεί για να υπάρξει και η παραμικρή ελπίδα ότι η κατάσταση μπορεί να αντιστραφεί στο μέλλον.

Το δεύτερο, και πιο σημαντικό ερώτημα είναι: Γιατί κάθε λογικός άνθρωπος πιστεύει πως οι δαπάνες που αποσκοπούν στην ανάπτυξη θα τελεσφορήσουν; Ας κάνουμε έστω για λίγο μία παύση και να σκεφτούμε. Πώς δημιουργήθηκαν μαζικά όλα αυτά τα ελλείμματα; Όλες οι δαπάνες έγιναν επιπόλαια; Δε νομίζω. Ένα μέρος αυτών των δαπανών είχε ως στόχο τη δημιουργία ανάπτυξης σε ορισμένους τομείς. Απλά, είναι πολύ δύσκολο να πετύχουμε την ανάπτυξη.

Εάν ο σκοπός της οποιασδήποτε δαπάνης σε παγκόσμια κλίμακα ήταν η ανάπτυξη, η αμερικανική οικονομία που θεωρείται ο «βασιλιάς» του καταναλωτισμού και άρα των μαζικών δαπανών θα βίωνε μία αύξηση του ΑΕΠ παρόμοια – αν όχι ίση – με την αντίστοιχη της Κίνας. Δεν είναι τόσο εύκολη η μετάβαση στην ανάπτυξη. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι τα χρήματα που διοχετεύτηκαν για το “Solyndra”, διατέθηκαν επειδή υπήρχε μία πραγματική πεποίθηση ότι ενδεχομένως ήταν μια καλή επένδυση που θα έφερνε ανάπτυξη ανάπτυξη. Η περίπτωση της General Motors θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως παράδειγμα, αλλά δεν είμαι πεπεισμένος ότι οι κρατικές δαπάνες πέτυχαν περισσότερο από ό,τι θα πετύχαιναν τα ιδιωτικά κεφάλαια στην εκδοχή μίας πραγματικής πτώχευσης .

Ο ενθουσιασμός για «τις δαπάνες που προκαλούν ανάπτυξη» συνεπαίρνουν σχεδόν το ανθρώπινο μυαλό, επειδή εναντιώνονται στην προϊστορία που θέλει τις κυβερνήσεις να αδυνατούν να επιτύχουν την πραγματική ανάπτυξη. Αλλά, υπάρχει και μία πλευρά του όλου ζητήματος που φαίνεται ότι βγάζει κάποιο νόημα τουλάχιστον από πλευράς Wall Street.

Έτσι, το τελικό ερώτημα είναι: Ποιος θα χρηματοδοτήσει όλες αυτές τις δαπάνες; Και αυτός είναι και ο πραγματικός λόγος που η Wall Street ενθουσιάζεται με τις δαπάνες που αφορούν την ανάπτυξη.

Εάν η Ισπανία ανακοίνωνε μια νέα μεγάλη εκστρατεία δαπανών, θα πίστευε πραγματικά κανείς ότι θα μπορούσε να «λειτουργήσει»; Τι θα έκαναν οι Ισπανοί; Θα έφτιαχναν και άλλα σπίτια για να τονώσουν την αγορά της οικοδομής; Πώς θα βοηθούσε κάτι τέτοιο όταν η διαφαινόμενη φούσκα στην αγορά των ακινήτων είναι μέρος του προβλήματος; (στην πραγματικότητα έχει σκάσει η φούσκα, απλά δεν έχει ανακοινωθεί επίσημα και από τις τράπεζες).

Οι απογοητευμένοι επενδυτές – καθώς θα λάβουν επιτόκιο μόνο 4,75% από τον πενταετή δανεισμό τους προς το κράτος – θα στηνόντουσαν στην γραμμή για να πάρουν σειρά προκειμένου να αγοράσουν όλο το κρατικό χρέος σκεπτόμενοι τα κίνητρα που απορρέουν από τις δαπάνες; Και πάλι δε νομίζω.

Αγοράζοντας νέο χρέος σε ένα περιβάλλον όπου οι χώρες αισθάνονται ελεύθερες να δαπανούν χρήματα και να έχουν ελλείμματα, επειδή η λιτότητα που εφαρμόζεται είναι αναποτελεσματική, θα αποτρέψουν μόνο την είσοδο των ιδιωτικών κεφαλαίων. Έτσι, οι παγκόσμιες κεντρικές τράπεζες του κόσμου θα πρέπει να πρωτοστατήσουν εκ νέου και να προβούν σε νέες χρηματοδοτήσεις. Δεν νομίζω ότι κάτι τέτοιο είναι καλό, αλλά μπορώ να καταλάβω γιατί μερικοί το κάνουν, καθώς οι στόχοι τους από οικονομικής άποψης είναι εντελώς ιδιοτελείς.

Η πραγματικότητα είναι ότι οι δαπάνες δεν λύνουν κανένα πρόβλημα. Απεναντίας όσο περισσότερες είναι οι κρατικές δαπάνες τόσο μεγαλύτερο θα είναι και το χρέος της χώρας χωρίς να υπάρξει βελτίωση της οικονομίας. Το να αρθούν τα – μακροπρόθεσμου χαρακτήρα – μέτρα λιτότητας, ο δείκτης του δημοσίου χρέους ως προς το ΑΕΠ θα φαντάζει όλο και πιο τρομακτικός. Η αναδιάρθρωση θα πρέπει τελικά να γίνει μαζικά.

Δεν είναι τυχαίο ότι στις ΗΠΑ το δημόσιο χρέος χρηματοδοτείται από θεσμικούς παράγοντες. Το σχέδιο είναι να εγκαταλείψουν πιο εύκολα οιεπενδυτές το ευρώ.

Για παράδειγμα, ένα ιταλικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα έχει τόσο το ενεργητικό του όσο και το παθητικό του στην Ιταλία. Η επιστροφή της χώρας στη λιρέτα, καθιστά τη διαχείριση του χρέους – ιδιαίτερα σε μία κατάσταση όπως η σημερινή – εφικτή. Όντως, τα ιταλικά ομόλογα μετατρέψιμα σε λιρέτες μπορούν να μεταθέσουν την εμπορευσιμότητά τους σε χαμηλότερα επίπεδα λόγω της υποτίμησης του εθνικού νομίσματος. Ωστόσο, την ίδια στιγμή οι αποδόσεις αυτών των προγραμμάτων στη λήξη τους θα είναι λιγότερης αξίας λόγω και πάλι της εν λόγω υποτίμησης.

Το ίδιο ισχύει και στον τραπεζικό τομέα. Οι επιχειρήσεις που δεν θα έχουν αυτήν την πολυτέλεια, καθώς οι πιο πολλές εμφανίζουν δραστηριότητα σε παγκόσμια εμβέλεια έχοντας τις έδρες τους σε όλο τον κόσμο. Παρ’ όλα αυτά, η τελευταία διαπίστωση μπορεί να εξηγήσει γιατί οι ιταλικές και οι ισπανικές επιχειρήσεις το μόνο που παρήγαγαν ήταν το χρέους. Έτσι, η επιστροφή των χωρών στα εθνικά τους νομίσματα θα έχει την μικρότερη επίδραση στην ευρωζώνη ειδικότερα στην περίπτωση που το δημοσιονομικό χρέος στο εσωτερικό της βρεθεί σε ακόμα υψηλότερα σημεία από τα τωρινά. Αυτή είναι η κατεύθυνση στις οποίες φαίνεται ότι κινούνται τόσο οι χώρες του ευρώ όσο και η ΕΚΤ. Μία κατεύθυνση η οποία δείχνει να είναι και η μοναδική πιθανή πραγματική λύση.

Η αναδιάρθρωση του χρέους από την άποψη της μείωσης των τοκομεριδίων, της πλασματικής μείωσης, και της επέκτασης του χρονικού σημείου ωρίμανσής του είναι επίσης κάτι το εφικτό. Αν οι χώρες έμαθαν κάτι από την Ελλάδα, αυτό είναι το να περιμένεις εδώ και πάρα πολύ καιρό περισσότερα χρήματα από την τρόικα παρά από τον ιδιωτικό τομέα για να σου διαγραφεί το χρέος, έτσι δε λύνεις το πρόβλημά σου ως χώρα.

Ένας λόγος που η ΕΚΤ δεν έχει ενεργοποιήσει το πρόγραμμά της μέσω της δευτερογενούς αγοράς, είναι ότι οι χώρες-μέλη της δεν είναι σίγουρες πόσα της χρωστάνε. Η ΕΚΤ έχει αποδείξει ότι δεν βοηθάει σε τίποτα για την αλλαγή της δυσμενούς δημοσιονομικής κατάστασης των κρατών της περιοχής της.

Έτσι, η εφαρμογή της πολιτικής «λιτότητα τώρα» αν και δείχνει πως πνέει τα λοίσθια, τουλάχιστον δεν δίνει και δείχνει και το δρόμο της οριστικής εξόδου από την κρίση. Η επιστροφή στα εθνικά νομίσματα ή η αναδιάρθρωση του χρέους θα είναι οι τελευταίες πράξεις του έργου.

http://alithinapsemata.gr/home/sections/prophetic.html

Τετάρτη, Απρίλιος 25, 2012

Από τον «Λόγιο Ερμή» (μέσω «Αληθινά Ψέματα»)

Ο ελληνικός λαός παρακολουθεί ένα δράμα με ιδιαίτερη πλοκή με επίκεντρο την τύχη της ελληνικής οικονομίας.

Η Ελλάδα για να φθάσει στο σήμερα παρακολούθησε πολλά επεισόδια της τραγωδίας που συντελέστηκε.

Παρακολούθησε πως τα spreads από τις 21 μονάδες βάσης έναντι των γερμανικών έφθασαν στις 6-7 χιλ μονάδες βάσης πρόσφατα.

Τότε το πολιτικό σύστημα εξήγησε στην κοινωνία  ότι «οι κακοί κερδοσκόποι φταίνε»
Παρακολούθησε τα spreads από τις 150 μονάδες βάσης στις 7800 μονάδες βάσης.
Τότε το πολιτικό σύστημα εξήγησε στην κοινωνία ότι «οι κακοί κερδοσκόποι και η αδύναμη οικονομίας μας» τα οδήγησαν στα ύψη.

Η ελληνική κοινωνία παρακολούθησε τα μνημόνια. Παρακολούθησε μια κυβέρνηση που παρέδωσε την χώρα σε μηχανισμούς στήριξης το ονόμασαν «διάσωση της χώρας».
Τα μνημόνια δεν άλλαξαν στο ελάχιστο την τύχη της χώρας απλά επιδείνωσαν το οικονομικό προφίλ των μακροοικονομικών μεγεθών της χώρας.

Η ελληνική κοινωνία έμαθε και για την επιλεκτική χρεοκοπία που συντελέστηκε στην Ελλάδα. Το πολιτικό σύστημα το παρουσίασε ως κάτι φυσιολογικό, χρεοκόπησε η Ελλάδα αλλά το μνημόνιο και τα κεφάλαια της Τρόικα μας κρατούν εν ζωή.

Η ελληνική κοινωνία έμαθε για το credit event. Δυστυχώς στο αυτό το event ήταν για λίγους δεν δόθηκαν προσκλήσεις στην κοινωνία. Ήταν event για τους λίγους εις βάρος των πολλών.
Η ελληνική κοινωνία έμαθε και για το αγγλικό δίκαιο ότι αλλάζοντας δομή τα ελληνικά ομόλογα πρέπει το δίκαιο που θα τα διέπει να είναι αγγλικό αντί ελληνικό.
Το πολιτικό σύστημα το παρουσίασε ως κάτι φυσιολογικό.

Θα ήταν ελληνικό ή αγγλικό το δίκαιο των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου αν η Ελλάδα συνέχιζε να αντλεί κεφάλαια από τις αγορές; Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι θα ήταν ελληνικού δικαίου.
Η ελληνική κοινωνία έμαθε το PSI+ η συμμετοχή των ιδιωτών στην αναδιάταξη του ελληνικού χρέους.

Το PSI+ αποτελεί την μεγαλύτερη αποτυχία της Ελλάδος.
Οι ξένες τράπεζες τα τελευταία 2 χρόνια μείωσαν δραστικά την έκθεση τους στο ελληνικό χρέος.
Με βάση τα στοιχεία της BIS της διεθνούς τράπεζας διακανονισμών της Βασιλείας οι Γερμανικές και Γαλλικές τράπεζες διέθεταν πριν από 28 με 30 μήνες περίπου 75 δις ευρώ.
Πόσα αντάλλαξαν στο PSI περίπου 20 δις ευρώ. Τι έκαναν οι Γερμανικές και Γαλλικές τράπεζες βρήκαν χρόνο να ξεφορτωθούν το ελληνικό χρέος.

Οι ελληνικές τράπεζες στον αντίποδα δεν μείωσαν την έκθεση τους στο ελληνικό χρέος.
Όταν πραγματοποιούσε παρεμβάσεις η ΕΚΤ η οποία απέκτησε περίπου 42 δις ευρώ ελληνικού χρέους δεν διερωτήθηκε κανείς γιατί πούλησαν όλοι οι άλλοι και όχι οι ελληνικές τράπεζες;
Το PSI+ το πλήρωσαν οι ελληνικές τράπεζες και τα ασφαλιστικά ταμεία.
Μας είπαν ότι έδωσαν μάχη…αυτοί που διαπραγματεύτηκαν στην Ευρώπη για το ελληνικό χρέος δεν μπορούν να είναι υπερήφανοι.

Γιατί δεν πίεσαν την ΕΚΤ να συμμετάσχει και με διαδικασίες express την εξαίρεσαν;
To PSI+ πρόκειται για ελληνική ντροπή.

Όμως ακόμη πιο μεγάλη ντροπή είναι η λύση που εξετάζουν στην Ευρώπη και ειδικά στην Γερμανία για την Ελλάδα και το τραπεζικό σύστημα παραμονές των εκλογών αποσιωπά από την κοινωνία.
Η επόμενη σκηνή στην ελληνική τραγωδία θα είναι η επιβολή δύο νομισμάτων στην Ελλάδα.
Το ευρώ ως εξωτερικό νόμισμα και ειδικά τις συναλλαγές με την Ευρώπη και την νέα δραχμή στο εσωτερικό.

Το επόμενο επεισόδιο θα είναι αυτό.

Δεν σας κινεί η περιέργεια γιατί ζητάει ρήτρες δραχμής η ΕΤΕπ; Ξαφνικά προέκυψαν και ρήτρες….

Όσοι θεατές θέλουν να παρακολουθήσουν την συνέχεια του δράματος μπορεί να προμηθευτούν πέραν από γυαλιά 3D και υπομονή.

Να θυμάστε είμαστε ακόμη στην αρχή…η αρχαιοελληνική τραγωδία «η καταρρέουσα Ελλάς» τώρα ξεκινάει.

Υποσημείωση
Στα αρχαιοελληνικά έργα κατά την διεξαγωγή τραγωδιών ή κωμωδιών για να συγκρατούν τους θεατές είχαν και ραβδούχους που έκαναν αυτό που αναφέρει και το όνομα τους.
Ποιος θα είναι ο νέος ραβδούχος δεν χρειάζεται πολύ φαντασία…

Πέτρος Λεωτσάκος
http://www.bankingnews.gr

Θέλετε να μάθετε ποιοι και τι είναι οι Έλληνες; Κοιτάξτε ψηλά!.

Το είδα στο Olympia.gr. Το αναρτώ γιατί τους αγαπώ, τους τιμώ και γιατί έχω πετάξει μαζί τους._Κ.Κ.





Αρέσει σε %d bloggers: